Γράφει ο Χρήστος Μπολώσης.
Η προσπάθεια για γνώση της ιστορίας, πολλές φορές κουράζει. Η άγνοιά της όμως σκοτώνει.
Μέρες που είναι λοιπόν (αρχές Οκτωβρίου του 1912 άρχισαν), ας θυμηθούμε λίγα πράγματα για τους πολέμους που διπλασίασαν την Ελλάδα μας.
Το 1908 και ενώ η ένταση μεταξύ Ελλάδος και Βουλγαρίας είχε φθάσει στα άκρα, με αποκορύφωμα τον Μακεδονικό Αγώνα, εκδηλώνεται στην Θεσσαλονίκη η Επανάσταση των Νεοτούρκων με δυτικοευρωπαϊκές επιρροές και σύνθημα «Ελευθερία -Ισότης – Δικαιοσύνη». Όμως οι όποιες ελπίδες των Χριστιανών γρήγορα διαψεύστηκαν, αφού οι Νεότουρκοι εμφανίζοντας το πραγματικό πρόσωπό τους, θέτουν σε εφαρμογή, μία σειρά σκληρών μέτρων εις βάρος των Χριστιανών.
Ήδη όμως, ο εκφυλισμός της άλλοτε πανίσχυρης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είχε φθάσει σε τέτοιο βαθμό, ώστε όλη η Ευρώπη να μιλάει για τον «Μεγάλο Ασθενή».
Από το 1860 είχαν αρχίσει ζυμώσεις μεταξύ των 4 βαλκανικών κρατών, για την μεταξύ τους σύναψη συμφωνιών ώστε να διεκδικήσει το καθένα τα εδάφη που του ανήκαν. Έτσι η Σερβία διεκδικούσε τα εδάφη ΒΔ του όρους Σκάρδος μέχρι τα Σκόπια και το Μοναστήρι, η Βουλγαρία την Ανατολική Ροδόπη, το Μαυροβούνιο διεύρυνση των ήδη κατεχομένων από αυτό εδαφών με την κατάληψη της Σκόδρας. Τέλος η Ελλάδα διεκδικούσε την Ήπειρο και την Μακεδονία. Για τον λόγο αυτό, υπογράφονται μεταξύ των συμμάχων διάφορες αμυντικές συμφωνίες και στρατιωτικές συνθήκες.
Έτσι, τα αίτια υπήρχαν, οι συμμαχίες έστω και διμερείς, είχαν δημιουργηθεί και πλέον δεν έμενε παρά η αφορμή, η οποία δόθηκε με την μορφή διαφόρων τουρκικών αυθαιρεσιών και σοβαρότατων μεθοριακών επεισοδίων.
Στις 25 Σεπτεμβρίου, πρώτο το Μαυροβούνιο, κηρύσσει τον πόλεμο στην Τουρκία, ενώ στις 30 Σεπτεμβρίου η Ελλάδα, η Σερβία και η Βουλγαρία, εκδίδουν ταυτόσημη διακοίνωση, με την οποία ζητούν να σεβαστούν οι τούρκοι τους Χριστιανικούς πληθυσμούς.
Αντί απαντήσεως, η Τουρκία αποσύρει τους πρέσβεις της από τις χώρες αυτές, διακόπτοντας έτσι τις διπλωματικές σχέσεις.
Στις 5 Οκτωβρίου και οι 3 σύμμαχοι εκδηλώνουν τις επιθέσεις τους κατά των τουρκικών θέσεων.
Ο Ελληνικός Στρατός, με νωπή ακόμη την ήττα του 1897, αναδιοργανώθηκε, εκπαιδεύτηκε και εξοπλίστηκε άριστα (τα παθήματα γίνονται μαθήματα … ), το δε ηθικό του ήταν άριστο.
Η Ελλάς επιστράτευσε 8 Μεραρχίες, από τις οποίες οι 7, αποτελούσαν την «Στρατιά Θεσσαλίας», υπό την Αρχιστρατηγία του Διαδόχου Κωνσταντίνου. Η Στρατιά αυτή ήταν προσανατολισμένη προς την Μακεδονία, με πρώτο αντικειμενικό σκοπό την Τοποθεσία Σαρανταπόρου, την οποία υπερασπιζόταν ο Χασάν Ταξίν πασάς.
Η άλλη, η «Στρατιά Ηπείρου», είχε ως αποστολή της την απελευθέρωση της Ηπείρου και διοικητή τον Αντιστράτηγο Κων. Σαπουντζάκη. Οι εκεί τουρκικές δυνάμεις, είχαν επικεφαλής τον Στρατηγό Εσάτ πασά.
Παραλλήλως ο Ελληνικός στόλος, εκσυγχρονίσθηκε με Ναυαρχίδα το θωρακισμένο καταδρομικό «Αβέρωφ». Ο στόλος από την αρχή του πολέμου κυριάρχησε στο Αιγαίο και απέκλεισε τον τουρκικό στόλο στην θάλασσα του Μαρμαρά.
Η πρώτη σοβαρή μάχη του Ελληνικού Στρατού (Ε.Σ.), δόθηκε για την διάσπαση της αμυντικής τοποθεσίας του Σαρανταπόρου, την οποία οι Τούρκοι είχαν ισχυρώς οχυρώσει, υπό τις οδηγίες του Γερμανού Στρατηγού Βαν Ντερ Γκολτς, ο οποίος διεκήρυσσε ότι: «Εάν η Ελλάς επιχειρήσει να διασπάσει την Τοποθεσία Σαρανταπόρου, τότε η τοποθεσία αυτή, θα γίνει ο τάφος της». Βέβαια ο Ε.Σ. φρόντισε να τον διαψεύσει και σε 2 μέρες (9-11 Σεπτεμβρίου), είχε διασπάσει την τοποθεσία και έφθανε στα Σέρβια και στην συνέχεια στην Κοζάνη.
Ακολούθησε στις 26 Οκτωβρίου 1912 η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης οπότε και τερματίζεται ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος.
Της απελευθερώσεως της Θεσσαλονίκης είχε προηγηθεί η γνωστή ιστορία της ανταλλαγής των τηλεγραφημάτων μεταξύ του Αρχιστρατήγου (Κωνσταντίνου) και Πρωθυπουργού (Βενιζέλου). Το γεγονός αυτό έχει παρουσιασθεί κατά πώς συμφέρει τον καθένα και θα πρέπει κάποια στιγμή να απασχολήσει και εμάς.
Στο μεταξύ οι επιχειρήσεις στην Ήπειρο, εκτός από μερικές μικροεπιτυχίες γενικώς δεν ευωδούνται, ώσπου φθάνει εκεί και τίθεται επικεφαλής του Ε.Σ. ο Διάδοχος Κωνσταντίνος, που επιτυγχάνει της απελευθέρωση των Ιωαννίνων στις 21 Φεβρουαρίου του 1913. Είχε προηγηθεί η «αποκοτιά» του ταγματάρχου Ιωάννη Βελισσαρίου, ο οποίος παραβαίνοντας τις ισχύουσες διαταγές υπερκέρασε τις τουρκικές δυνάμεις και έφθασε προ των Ιωαννίνων επισπεύδοντας την παράδοσή τους.
Ακολουθεί ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος, ο οποίος διήρκεσε από 16 Ιουνίου μέχρι τις 18 Ιουλίου του 1913.
Κατά τον πόλεμο αυτό, αντίπαλοι πλέον ήσαν οι χθεσινοί σύμμαχοι. Δηλαδή η Βουλγαρία εναντίον της Ελλάδος και της Σερβίας.
Η πλέον φονική μάχη του πολέμου αυτού, ήταν αυτή του Κιλκίς – Λαχανά (19-21 Ιουνίου), μετά την οποία ο Ε.Σ. προελαύνοντας προς Βορράν φθάνει βαθιά μέσα στο Βουλγαρικό έδαφος, μέχρι τα Στενά της Κρέσνας.
Εκεί τερματίζεται και ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος, με την Συνθήκη Βουκουρεστίου (10 Αυγούστου 1913), οι όροι της οποίας, όπως άλλωστε όλων των συνθηκών, άλλους ευχαρίστησαν και άλλους δυσαρέστησαν.
Πάντως, είναι γεγονός ότι οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, απετέλεσαν μία ανάσταση το Ελληνικού Έθνους, μετά την ταπεινωτική ήττα του 1897, αφού η Ελλάδα διπλασιάστηκε σε έκταση και πληθυσμό.
Ακόμη η περίοδος αυτή, είναι μία από τις λίγες που παρουσιάσθηκε ομονοούσα η πολιτειακή (βασιλεύς) και πολιτική (πρωθυπουργός) ηγεσία της Χώρας, καίτοι το πρώτο σπέρμα του Εθνικού Διχασμού, εκεί πρωτοεμφανίσθηκε.
- Και επειδή σήμερα καταπιαστήκαμε με την ιστορία, απολαύστε ένα κείμενο, που δημοσιεύθηκε στα πολύ καλά σάϊτ http://roykoymoykoy.blogspot.gr/ (το είχε στείλει ο κ. Δημήτρης Ακριτίδης) και https://oikohouse.wordpress.com/
Αγαπητό μου παιδί, ονομάζομαι Αγγελική.
Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη το 1880. Από μικρή έμεινα ορφανή και με μεγάλωσε ή αδελφή τού πατέρα μου, πού μού μετάγγισε αισθήματα ανθρωπιάς και φιλοπατρίας.
Το 1900 διορίζομαι δασκάλα στην Καρατζόβα, πού ήταν φωλιά των κομιτατζήδων.
Τα χωριά τής Μακεδονίας είχαν γεμίσει από Βούλγαρους πού έσφαζαν και ρήμαζαν. Κύριος στόχος τους ήταν οι παπάδες και οι δάσκαλοι.
Με θάρρος προσφέρω τα νιάτα μου στο καθήκον πού με καλούσε.
Στην Καρατζόβα ξαναμαζεύω τα παιδιά στο ελληνικό σχολείο και τα μαθαίνω γράμματα και τα φέρνω στον δρόμο του Θεού.
Με προσφορά πολύπλευρη δεν ησυχάζω μέρα νύχτα σαν τον καλό άγγελο, βρίσκομαι παντού.
Όπου υπάρχει αρρώστια, πόνος, ανάγκη, τρέχω.
Μαζεύω τίς νοικοκυρές και τούς δίνω θάρρος να συνεχίσουν τον αγώνα τους.
Οι Βούλγαροι με έβλεπαν να εργάζομαι ευσυνείδητα και να σκορπώ χαμόγελα και φως και κουράγιο στις ψυχές των Ελλήνων και με θεωρούσαν εμπόδιο στα κακόβουλα σχέδιά τους.
Το ελληνικό προξενείο κατάλαβε τον κίνδυνο για τη ζωή μου και με μετέφερε στην Κλεπούσνα (σήμερα Αγριανή), στις Σέρρες.
Εκεί οι Βούλγαροι τρομοκρατούσαν τούς Έλληνες και από τίς 180 οικογένειες τού χωριού οι 90 είχαν προσχωρήσει στην Εξαρχία.
Εκεί παντρεύομαι τον δάσκαλο Δημήτριο Φιλιππίδη. Αφοσιώνομαι πάλι στην αποστολή μου με αυταπάρνηση και θάρρος.
Μαζί με την Βελίκα Τράικου έχουμε καταστρώσει ένα κατασκοπευτικό δίκτυο, τέλεια οργανωμένο. Ξέρουμε όλες τίς θέσεις του εχθρού, κάθε του κίνηση.
Γνωρίζουμε με λεπτομέρειες τίς δυνάμεις του εχθρού και τίς προθέσεις του.
Ο άρχικομιτατζής Αποστόλ έλεγε για μένα «Αυτή φταίει πού δεν στεριώνει δικός μας δάσκαλος στην περιοχή και δεν λειτουργεί σχολείο μας. Ή Αγγελική Φιλιππίδου πρέπει να φύγει από τη μέση».
Το βράδυ της 12ης Δεκεμβρίου 1906 οι Βούλγαροι, αφού σκότωσαν πολλούς κατοίκους του χωριού και έκαψαν εφτά σπίτια, επιτέθηκαν στο σπίτι μου.
Με τον Δημήτρη τον άνδρα μου πολεμούσαμε με θάρρος, με περίστροφα, από παράθυρο σέ παράθυρο και δεν παραδινόμασταν.
Ώσπου μια σφαίρα τσάκισε το γόνατό μου άλλα συνέχισα γενναία να πολεμάω, ώσπου οι Βούλγαροι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το χωριό.
Είχα πληγωθεί και πονούσα πολύ. Οι κάτοικοι προσφέρθηκαν να με μεταφέρουν αμέσως στο νοσοκομείο Σερρών. Αλλά αρνήθηκα. Τούς παρακάλεσα να με βάλουν σέ φορείο και να σταματούν στην πλατεία κάθε χωριού να μαζεύονται οι κάτοικοι και να τούς μιλώ.
Οι χωρικοί υπάκουσαν με σήκωσαν στο φορείο και ξεκίνησαν να με σώσουν. Στην τραγική εκείνη πορεία το αίμα μου έβαψε σταγόνα – σταγόνα την μαρτυρική Μακεδονική γη.
Σέ κάθε χωριό οι κάτοικοι έτρεχαν με πόνο να με δουν και να με ακούσουν και τούς έλεγα πώς είμαι περήφανη πού δίνω το αίμα μου για την λευτεριά της Μακεδονίας και καλούσα όλους, άνδρες και γυναίκες, γέρους και παιδιά, να πάρουν όπλα και ξύλα τσεκούρια και πέτρες και να εξεγερθούν κατά των κομιτατζήδων.
Στο νοσοκομείο Σερρών συνέρρεε πλήθος κόσμου και με αποχαιρετούσαν. Οι εχθροί πίστευαν πώς τα φρικτά εγκλήματα θα φόβιζαν τίς άλλες νεαρές δασκάλες, όμως την ελληνική ψυχή ό κίνδυνος την γιγαντώνει, την χαλυβδώνει.
Οι δασκάλες πλήθαιναν. Πίστευαν ακράδαντα πώς ή ελευθερία της Ελλάδας ήταν πιο σημαντική, πάνω και άπ’ την ίδια τους τη ζωή.
Και εσύ παιδί μου όταν ακούς για τον Μακεδονικό αγώνα να θυμάσαι πώς νεαρά κορίτσια ήμασταν κι εμείς, όπως εσύ και είχαμε ιδανικά και αξίες και ενθουσιασμό στη ζωή μας.
Να αγαπάς την Μακεδονία μας, πού με αίμα την ελευθερώσαμε από τούς εχθρούς της.
Χαίρε πάντοτε.
Αγγελική Φιλιππίδου
Σημείωση: Η Καρατζόβα (ή Καρατζιόβα) είναι η παλαιότερη οθωμανική ονομασία της ιστορικής και γεωγραφικής περιοχής της Αλμωπίας, στον νομό Πέλλας.
Η λέξη είναι τουρκικής προέλευσης (Karacaova) και μεταφράζεται ως «Μαύρος Κάμπος» ή «Μαύρη Κοιλάδα». Σήμερα, η περιοχή αυτή ανήκει διοικητικά στον διευρυμένο Δήμο Αλμωπίας, ο οποίος έχει ως έδρα και κεντρική του κωμόπολη την Αριδαία.).
Πηγή : https://www.dimokratia.gr/apopseis/762145/valkanikoi-polemoi-1912-1913/




