Η φύση του Ανθρώπου από τη γέννησή του

Του Δημήτρη Βόγγολη

Διαβάζοντας τον Δανό φιλόσοφο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν επιχειρώ έναν διάλογο προς διερεύνηση της σοφίας των παραμυθιών του και το βαθύτερο νόημά τους με αντικειμενική κριτική.

Ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν πίστευε ότι ο άνθρωπος, από τη γέννησή του, είναι ευαίσθητος, καλόψυχος, ικανός για συμπόνια και πίστη, με μια έμφυτη καθαρότητα που συχνά πληγώνεται από τις δυσκολίες της ζωής. Δεν θεωρούσε τον άνθρωπο εγγενώς διεφθαρμένο· αντίθετα, έβλεπε την ανθρώπινη καρδιά ως αγνή, τρυφερή και άξια αγάπης, ακόμη κι όταν είναι αδύναμη ή φοβισμένη.

Τι πίστευε για την ανθρώπινη φύση από τη γέννηση

Έμφυτη ευαισθησία και δεκτικότητα: 

Από τις αυτοβιογραφικές του αναμνήσεις, ο Άντερσεν περιγράφει τον εαυτό του ως παιδί που «ακόμη και η παραμικρή εντύπωση άφηνε βαθύ σημάδι στην ψυχή του». Αυτό δείχνει ότι θεωρούσε την ανθρώπινη φύση εκ γενετής λεπτή, δεκτική και βαθιά συναισθηματική.

Φυσική καλοσύνη και συμπόνια: 

Στα έργα του, ο άνθρωπος παρουσιάζεται ως πλάσμα που, παρά τις αδυναμίες του, έχει μέσα του μια πρωταρχική καλοσύνη. Η καρδιά, λέει η βιογράφος του, είναι «όμορφη στην απλότητά της και στην αλήθεια της· συγκινητική στις αδυναμίες και τις ελλείψεις της».

Έμφυτη πίστη και πνευματικότητα: 

Από τις παιδικές του εμπειρίες, ο Άντερσεν δείχνει ότι ο άνθρωπος γεννιέται με μια φυσική τάση προς την πίστη και το δέος. Η αντίδρασή του όταν ο πατέρας του είπε ότι «ο Χριστός ήταν άνθρωπος όπως εμείς» δείχνει ότι θεωρούσε την παιδική ψυχή ευαίσθητη σε ζητήματα ηθικής και θρησκευτικότητας.

Η ανθρώπινη ζωή ως «ιερό πράγμα»: 

Ο Άντερσεν πίστευε ότι η ανθρώπινη ζωή, με τις δοκιμασίες και τα δάκρυά της, είναι κάτι ιερό, άξιο σεβασμού και συμπόνιας. Δεν έβλεπε τον άνθρωπο ως εκ γενετής αμαρτωλό, αλλά ως πλάσμα που χρειάζεται κατανόηση και αγάπη.

Ο Άντερσεν δεν διατύπωσε φιλοσοφικό σύστημα, αλλά μέσα από τα έργα και τις αυτοβιογραφικές του νύξεις φαίνεται ότι πίστευε: ο άνθρωπος γεννιέται αγνός, με ευαίσθητη καρδιά, με τάση προς το καλό, και με βαθιά ανάγκη για αγάπη και κατανόηση. Η κοινωνία, οι δυσκολίες και η φτώχεια μπορεί να πληγώσουν αυτή την αγνότητα, αλλά δεν την καταστρέφουν· γι’ αυτό και οι ήρωές του συχνά σώζονται από την εσωτερική τους καλοσύνη.

Διάλογος: «Η καρδιά του ανθρώπου από τη γέννησή του»

Φιλόσοφος: Κύριε Άντερσεν, συχνά στα παραμύθια σας ο άνθρωπος παρουσιάζεται τρυφερός, ευάλωτος, σχεδόν διάφανος. Πιστεύετε πως έτσι γεννιέται;

Άντερσεν: Ναι, έτσι τον βλέπω. Ο άνθρωπος έρχεται στον κόσμο με μια καρδιά που μοιάζει με λεπτό γυαλί· λαμπερό, καθαρό, αλλά εύθραυστο. Δεν είναι η αμαρτία που τον συνοδεύει από την πρώτη στιγμή, αλλά η ευαισθησία.

Φιλόσοφος: Άρα δεν θεωρείτε τον άνθρωπο εκ γενετής διεφθαρμένο;

Άντερσεν: Καθόλου. Η διαφθορά είναι σκόνη που κάθεται πάνω στο γυαλί αργότερα. Στην αρχή υπάρχει μόνο η αγνότητα. Το παιδί συγκινείται από το παραμικρό, φοβάται το σκοτάδι, χαίρεται με ένα χαμόγελο. Αυτή η πρώτη συγκίνηση είναι η αληθινή φύση του ανθρώπου.

Φιλόσοφος: Και όμως, στα παραμύθια σας οι άνθρωποι συχνά πληγώνουν, απορρίπτουν, αδικούν.

Άντερσεν: Ναι, γιατί η ζωή δεν χαρίζεται. Η κοινωνία, η φτώχεια, η ανάγκη, όλα αυτά χαράζουν γραμμές πάνω στην ψυχή. Μα η αρχική καλοσύνη δεν χάνεται. Ακόμη και το πιο «ασχημόπαπο» κρύβει μέσα του έναν κύκνο. Η καρδιά του ανθρώπου μπορεί να μαραθεί, αλλά δεν παύει να είναι καρδιά.

Φιλόσοφος: Πιστεύετε λοιπόν πως ο άνθρωπος γεννιέται με μια έμφυτη τάση προς το καλό;

Άντερσεν: Προς το καλό και προς το θαύμα. Το παιδί πιστεύει χωρίς να του το διδάξουν. Βλέπει έναν άγγελο εκεί που ο ενήλικος βλέπει ένα σύννεφο. Η πίστη, η συμπόνια, η φαντασία – αυτά είναι δώρα της γέννησης.

Φιλόσοφος: Και τι γίνεται όταν ο άνθρωπος μεγαλώσει; Όταν η καρδιά του σκληρύνει;

Άντερσεν: Τότε χρειάζεται ιστορίες. Οι ιστορίες θυμίζουν στον ενήλικο αυτό που υπήρξε κάποτε: ένα πλάσμα ευαίσθητο, ικανό να δακρύσει για ένα κοριτσάκι με σπίρτα ή να θυσιάσει τη φωνή του για μια αγάπη. Οι ιστορίες δεν αλλάζουν τον άνθρωπο· του θυμίζουν ποιος είναι.

Φιλόσοφος: Άρα η ανθρωπιά δεν είναι επίτευγμα, αλλά ανάμνηση;

Άντερσεν: Ακριβώς. Η ανθρωπιά είναι η μνήμη της πρώτης μας αγνότητας. Όποιος την αναζητά, γίνεται καλύτερος. Όποιος την ξεχνά, γίνεται σκληρός. Μα όλοι την κουβαλούμε από τη γέννηση.

«Η παιδική ψυχή και η πληγή του κόσμου»

Φιλόσοφος: Κύριε Άντερσεν, μιλήσατε για την αγνότητα της ανθρώπινης καρδιάς. Πείτε μου: τι ξεχωρίζει την παιδική ψυχή από την ψυχή του ενήλικου;

Άντερσεν: Η παιδική ψυχή δεν γνωρίζει ακόμη το βάρος του κόσμου. Είναι σαν μικρό φως που δεν έχει συναντήσει ακόμη τον άνεμο. Βλέπει τα πράγματα όπως είναι, χωρίς να τα ντύνει με φόβους, συμφέροντα ή υπολογισμούς. Ο ενήλικος μαθαίνει να κρύβει· το παιδί δεν ξέρει να υποκριθεί.

Φιλόσοφος: Και όμως, τα παιδιά στα παραμύθια σας συχνά υποφέρουν. Το κοριτσάκι με τα σπίρτα, ο μικρός βοσκός, η μικρή γοργόνα… Γιατί τόσο πόνος;

Άντερσεν: Γιατί ο πόνος είναι η πρώτη γλώσσα που μαθαίνει ο άνθρωπος όταν βγει στον κόσμο. Δεν τον επιλέγει· τον συναντά. Μα μέσα στον πόνο φαίνεται η αλήθεια της καρδιάς. Το κοριτσάκι με τα σπίρτα δεν χάνει την καλοσύνη του ούτε στην παγωνιά. Η μικρή γοργόνα αγαπά ακόμη κι όταν η αγάπη της δεν ανταποδίδεται. Ο πόνος δεν καταστρέφει την αγνότητα· την αποκαλύπτει.

Φιλόσοφος: Άρα ο άνθρωπος γεννιέται με μια δύναμη που δεν είναι σκληρότητα, αλλά αντοχή;

Άντερσεν: Ακριβώς. Η αντοχή του ανθρώπου δεν είναι πέτρα· είναι δάκρυ. Το δάκρυ είναι πιο δυνατό από την πέτρα, γιατί δεν σπάει· κυλάει. Ο άνθρωπος από τη γέννησή του έχει αυτή τη δύναμη: να κυλάει μέσα από τις δυσκολίες χωρίς να χάνει την ψυχή του.

Φιλόσοφος: Και η φαντασία; Τι ρόλο παίζει στη γέννηση της ανθρώπινης φύσης;

Άντερσεν: Η φαντασία είναι η πρώτη παρηγοριά του ανθρώπου. Το παιδί βλέπει έναν κόσμο μεγαλύτερο από τον πραγματικό. Στο κουρέλι βλέπει φόρεμα, στο ξύλο βλέπει πλοίο, στο σύννεφο βλέπει άγγελο. Η φαντασία είναι η απόδειξη ότι ο άνθρωπος γεννιέται με ελπίδα. Όποιος δεν φαντάζεται, έχει ξεχάσει την παιδική του ηλικία.

Φιλόσοφος: Και τι γίνεται όταν η κοινωνία αρχίζει να τραυματίζει αυτή την αγνότητα; Όταν το παιδί μεγαλώνει και η καρδιά του σκληραίνει;

Άντερσεν: Τότε αρχίζει ο μεγάλος αγώνας. Ο άνθρωπος πρέπει να θυμηθεί. Να θυμηθεί πώς ήταν όταν πρωτοείδε τον κόσμο. Η κοινωνία διδάσκει τον φόβο, την φιλοδοξία, την σύγκριση. Μα η ψυχή θυμάται την πρώτη της καθαρότητα. Γι’ αυτό γράφω παραμύθια: για να θυμίσω στους μεγάλους ότι κάποτε υπήρξαν παιδιά.

Φιλόσοφος: Άρα η σωτηρία του ανθρώπου βρίσκεται στην επιστροφή;

Άντερσεν: Στην επιστροφή, ναι. Όχι στον χρόνο, αλλά στην καρδιά. Όποιος επιστρέφει στην παιδική του ψυχή, βρίσκει ξανά την καλοσύνη, την πίστη, την τρυφερότητα. Ο άνθρωπος γεννιέται καλός· η ζωή τον δοκιμάζει· και η μνήμη τον σώζει.

 

«Η σχέση του ανθρώπου με το θείο»

Φιλόσοφος: Κύριε Άντερσεν, μιλήσατε για την αγνότητα της καρδιάς και για την παιδική ψυχή. Πείτε μου τώρα: πώς βλέπετε τη σχέση του ανθρώπου με το θείο; Είναι κάτι που γεννιέται μαζί μας ή κάτι που αποκτούμε αργότερα;

Άντερσεν: Η σχέση με το θείο δεν είναι μάθημα· είναι ανάμνηση. Ο άνθρωπος γεννιέται με μια αίσθηση ότι υπάρχει κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο. Το βρέφος που κοιτάζει το φως, το παιδί που φοβάται τη νύχτα, ο νέος που συγκινείται από ένα τραγούδι – όλα αυτά είναι μορφές της ίδιας αναζήτησης. Το θείο δεν το μαθαίνουμε· το αναγνωρίζουμε.

Φιλόσοφος: Άρα πιστεύετε πως η πίστη είναι έμφυτη;

Άντερσεν: Ναι, αλλά όχι ως δόγμα. Η πίστη είναι η φυσική τάση της ψυχής να στρέφεται προς το φως. Όπως το λουλούδι γυρίζει προς τον ήλιο, έτσι και η ανθρώπινη καρδιά γυρίζει προς το θείο. Η πίστη είναι η πρώτη μας κίνηση, πριν ακόμη μάθουμε να μιλάμε.

Φιλόσοφος: Και πώς εκδηλώνεται αυτή η έμφυτη πίστη στα παιδιά;

Άντερσεν: Με απλότητα. Το παιδί πιστεύει χωρίς να ζητά αποδείξεις. Βλέπει αγγέλους εκεί που ο ενήλικος βλέπει μόνο σκιές. Όταν ο πατέρας μου μού είπε πως ο Χριστός ήταν άνθρωπος όπως εμείς, ένιωσα ένα σοκ· όχι γιατί αμφέβαλα, αλλά γιατί η παιδική ψυχή δεν μπορεί να χωρέσει τόσο μεγάλη αλήθεια χωρίς να συγκινηθεί. Το παιδί δεν αμφισβητεί το θείο· το ζει.

Φιλόσοφος: Και ο ενήλικος; Πώς αλλάζει η σχέση του με το θείο όταν μεγαλώσει;

Άντερσεν: Ο ενήλικος αρχίζει να φοβάται. Η κοινωνία του διδάσκει να μετρά, να υπολογίζει, να αμφιβάλλει. Η πίστη του γίνεται λογική, και η λογική δεν έχει φτερά. Γι’ αυτό οι μεγάλοι χρειάζονται παραμύθια: για να θυμηθούν ότι κάποτε πίστευαν χωρίς να ξέρουν γιατί.

Φιλόσοφος: Στα έργα σας, το θείο συχνά εμφανίζεται μέσα από πόνο, θυσία, δάκρυ. Γιατί;

Άντερσεν: Γιατί το θείο δεν είναι θόρυβος· είναι ψίθυρος. Ο άνθρωπος το ακούει πιο καθαρά όταν η καρδιά του είναι πληγωμένη. Η μικρή γοργόνα βρίσκει τη λύτρωση μέσα από τη θυσία. Το κοριτσάκι με τα σπίρτα βλέπει το φως μέσα στο σκοτάδι. Ο πόνος ανοίγει την πόρτα του θείου, όχι γιατί το θείο αγαπά τον πόνο, αλλά γιατί ο άνθρωπος τότε παύει να προσποιείται.

Φιλόσοφος: Άρα το θείο δεν είναι τιμωρία, αλλά παρηγοριά;

Άντερσεν: Ακριβώς. Το θείο είναι η μεγάλη αγκαλιά που περιμένει τον άνθρωπο όταν κουραστεί από τον κόσμο. Δεν είναι φόβος, δεν είναι απειλή· είναι επιστροφή. Ο άνθρωπος γεννιέται από το θείο και το θείο τον περιμένει να γυρίσει.

Φιλόσοφος: Και τι είναι, τελικά, η πίστη για εσάς;

Άντερσεν: Η πίστη είναι η μνήμη της ψυχής. Όταν ο άνθρωπος πιστεύει, θυμάται από πού ήρθε. Όταν αγαπά, θυμάται γιατί ήρθε. Και όταν ελπίζει, θυμάται πού πηγαίνει.

 «Η μοναξιά ως πηγή δημιουργίας»

Φιλόσοφος: Κύριε Άντερσεν, μιλήσατε για την πίστη, για την παιδική ψυχή, για το θείο. Θα ήθελα τώρα να σας ρωτήσω για κάτι που φαίνεται να διατρέχει όλη τη ζωή και το έργο σας: τη μοναξιά. Είναι για εσάς πληγή ή πηγή;

Άντερσεν: Η μοναξιά είναι και τα δύο. Πληγή όταν την φοβάσαι, πηγή όταν την αποδέχεσαι. Από παιδί ένιωθα μόνος· όχι επειδή δεν υπήρχαν άνθρωποι γύρω μου, αλλά επειδή η ψυχή μου έβλεπε τον κόσμο αλλιώς. Αυτή η αίσθηση με πονούσε, αλλά μου έδινε και κάτι πολύτιμο: χώρο για να ακούσω τη φαντασία μου.

Φιλόσοφος: Δηλαδή η μοναξιά δεν είναι απουσία ανθρώπων, αλλά παρουσία εαυτού;

Άντερσεν: Ακριβώς. Η μοναξιά είναι η στιγμή που ο άνθρωπος συναντά τον εαυτό του χωρίς θόρυβο. Εκεί γεννιούνται οι ιστορίες. Όταν είσαι μόνος, ακούς πράγματα που δεν ακούγονται μέσα στη φασαρία: το ψιθύρισμα της καρδιάς, το κάλεσμα του θείου, την ανάμνηση της παιδικής αγνότητας. Η δημιουργία χρειάζεται σιωπή· και η σιωπή είναι μορφή μοναξιάς.

Φιλόσοφος: Και όμως, πολλοί φοβούνται τη μοναξιά. Τη θεωρούν σκοτάδι.

Άντερσεν: Τη φοβούνται γιατί δεν έμαθαν να την κοιτούν. Η μοναξιά είναι σαν νύχτα: αν την κοιτάξεις με φόβο, βλέπεις μόνο σκοτάδι· αν την κοιτάξεις με καρδιά, βλέπεις αστέρια. Στη μοναξιά μου γεννήθηκαν οι πιο τρυφερές μου ιστορίες. Εκεί άκουσα το κλάμα του ασχημόπαπου, την προσευχή της μικρής γοργόνας, το τελευταίο σπίρτο του κοριτσιού. Η μοναξιά δεν μου έδωσε φωνή· μου έδωσε αυτιά.

Φιλόσοφος: Πιστεύετε πως ο δημιουργός χρειάζεται τη μοναξιά για να υπάρξει;

Άντερσεν: Όχι μόνο ο δημιουργός· κάθε άνθρωπος. Η μοναξιά είναι ο καθρέφτης της ψυχής. Χωρίς αυτήν, ο άνθρωπος δεν ξέρει τι θέλει, τι φοβάται, τι αγαπά. Αλλά ο δημιουργός την χρειάζεται περισσότερο, γιατί η τέχνη δεν γεννιέται από πλήθος· γεννιέται από βάθος. Και το βάθος το βρίσκεις μόνος.

Φιλόσοφος: Και τι γίνεται όταν η μοναξιά γίνεται υπερβολική; Όταν δεν είναι πηγή, αλλά βάρος;

Άντερσεν: Τότε χρειάζεται φως. Ένα βλέμμα, μια λέξη, μια ανάμνηση. Η μοναξιά δεν πρέπει να γίνει φυλακή· πρέπει να μείνει εργαστήρι. Ο άνθρωπος πρέπει να ξέρει πότε να μένει μόνος και πότε να επιστρέφει στους άλλους. Η δημιουργία γεννιέται στη μοναξιά, αλλά ζει στην κοινότητα. Το παραμύθι το γράφεις μόνος· αλλά το δίνεις στους ανθρώπους.

Φιλόσοφος: Άρα η μοναξιά είναι δρόμος, όχι προορισμός;

Άντερσεν: Ναι. Είναι το μονοπάτι που οδηγεί στην αλήθεια της ψυχής. Όποιος το περπατήσει, βρίσκει τη φωνή του. Όποιος μείνει εκεί για πάντα, χάνει τον κόσμο. Η μοναξιά είναι η μήτρα της δημιουργίας, αλλά η αγάπη είναι η αναπνοή

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή