ΔΙΑΛΟΓΟΙ VΙ του Δημήτρη Βόγγολη
Ένα θεατρικό διάλογο εμπνευσμένο από το ποίημα «Τα Κεριά» του Κ.Π. Καβάφη δίνει την αίσθηση του χρόνου που περνά, της μνήμης και της απώλειας, μέσα από τρία πρόσωπα που συνομιλούν σε μια σκηνή φωτισμένη μόνο από φλόγες κεριών.:
«Φλόγες και Σκιές» Διάλογος για τρία πρόσωπα Δημήτρης , Σοφία και Νεφέλη
Σκηνικό: Ένα σκοτεινό δωμάτιο. Στο κέντρο, ένα τραπέζι με αναμμένα κεριά. Η Σοφία: στέκεται μπροστά τους. Ο Δημήτρης μπαίνει αθόρυβα.
Δημήτρης : (παρατηρεί τα κεριά) Πόσα άναψες απόψε;
Σοφία: Όσα χωρούσαν οι αναμνήσεις. Κάθε φλόγα, κι ένα χθες.
Δημήτρης : Κι οι σβησμένες; Δεν τις βλέπω πια.
Σοφία: Δεν τις βλέπεις, αλλά τις νιώθεις. Είναι πίσω μας. Σαν τις σκιές που δεν φεύγουν.
Δημήτρης : (πλησιάζει) Μου λείπουν οι μέρες που δεν ήξερα τι σημαίνει απώλεια.
Σοφία . Μα τότε δεν ήξερες ούτε τι σημαίνει μνήμη. Τώρα ξέρεις. Και πληρώνεις το τίμημα.
Δημήτρης : (παίρνει ένα κερί και το σβήνει) Αν σβήσω αυτό, θα ξεχάσω;
Σοφία: Όχι. Θα θυμάσαι πιο σιωπηλά.
Δημήτρης : (χαμογελά πικρά) Τα κεριά μπροστά μας είναι το αύριο. Τα πίσω, το χθες. Κι εμείς, ανάμεσα.
Σοφία: Ακριβώς. Μην κοιτάς πίσω. Δεν έχει φως εκεί πια.
Δημήτρης : Κι αν το φως ήταν η ίδια η μνήμη;
Σοφία: Τότε να την κουβαλάς σαν φλόγα. Όχι σαν βάρος.
Σκηνή Β’ – «Η Μνήμη και η Επιλογή»
Ίδια σκηνή. Τα κεριά έχουν λιγοστέψει. Ακούγεται χαμηλά ένα παλιό ελληνικό τραγούδι, ίσως η «Σερενάτα» του Χατζιδάκι, σαν ανάμνηση που πλανάται.
Σοφία: (κάθεται σιωπηλή, κρατώντας ένα σβησμένο κερί) Ξέρεις… μερικά κεριά δεν τα σβήνει ο χρόνος. Τα σβήνουμε εμείς. Από φόβο.
Δημήτρης: Ή από ανάγκη. Δεν αντέχουμε να τα βλέπουμε να καίγονται.
Σοφία: (τον κοιτάζει) Κι όμως, η φλόγα τους είναι η μόνη αλήθεια που δεν αλλάζει.
Δημήτρης: (σηκώνεται, πλησιάζει το τραπέζι) Θυμάσαι εκείνη τη μέρα στο παλιό σχολείο; Που ανάψαμε κεριά για τους δασκάλους που έφυγαν;
Σοφία: Θυμάμαι. Και θυμάμαι και τα πρόσωπα των παιδιών. Δεν καταλάβαιναν το τελετουργικό. Μα ένιωθαν κάτι.
Δημήτρης: Ίσως αυτό είναι η μνήμη. Όχι η γνώση, αλλά η αίσθηση.
Σοφία: (αναστενάζει) Κι εμείς, οι φύλακες των αισθήσεων. Όχι των γεγονότων.
Δημήτρης: (παίρνει ένα κερί και το ανάβει) Για όσα δεν ειπώθηκαν. Για όσα δεν θα ξεχαστούν.
Σοφία: (ψιθυριστά) Κι αν αύριο δεν έχουμε φλόγες; Τι θα κάνουμε;
Δημήτρης : Θα γίνουμε εμείς τα κεριά. Θα καούμε για να φωτίσουμε.
Σκηνή Γ’ – «Η Φλόγα που Μαθαίνει»
Το δωμάτιο είναι πιο σκοτεινό. Μερικά κεριά έχουν λιώσει. Ακούγεται μακρινά ένα παιδικό τραγούδι, σαν ανάμνηση. Εισέρχεται η ΝΕΦΕΛΗ, μια νεαρή μαθήτρια.
ΝΕΦΕΛΗ: (διστακτικά) Συγγνώμη… μπορώ να μπω; Είδα το φως από το διάδρομο.
Σοφία: (χαμογελά) Το φως είναι για όλους. Έλα.
Δημήτρης : (παρατηρεί την είσοδό της) Δεν συνηθίζουμε επισκέψεις τέτοια ώρα.
ΝΕΦΕΛΗ: Ήθελα να ρωτήσω… γιατί ανάβετε κεριά; Δεν έχουμε ρεύμα;
Σοφία: Έχουμε. Μα αυτά τα κεριά δεν είναι για να βλέπουμε. Είναι για να θυμόμαστε.
ΝΕΦΕΛΗ: (πλησιάζει) Και τι θυμάστε;
Δημήτρης : Τους ανθρώπους που μας έμαθαν να σκεφτόμαστε. Τις στιγμές που μας έκαναν να νιώσουμε. Τις λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ.
ΝΕΦΕΛΗ: (παίρνει ένα κερί και το κοιτάζει) Κι εγώ μπορώ να θυμάμαι; Αν δεν έζησα τίποτα απ’ αυτά;
Σοφία: Μπορείς να μάθεις να θυμάσαι. Η μνήμη δεν είναι μόνο εμπειρία. Είναι και επιλογή.
Δημήτρης : (συγκινημένος) Και κάθε επιλογή είναι μια φλόγα. Αν την κρατήσεις ζωντανή, θα φωτίσει κι άλλους.
ΝΕΦΕΛΗ: (ανάβει το κερί της) Τότε θέλω να μάθω. Να θυμάμαι. Να γράψω κι εγώ τη δική μου φλόγα. 2025
Κεριά Καβάφη…………………..
Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμμένα —
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.
Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,
5
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων·
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λιωμένα, και κυρτά.
Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
10
Εμπρός κοιτάζω τ’ αναμμένα μου κεριά.
Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τί γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τί γρήγορα που τα σβηστά κεριά πληθαίνουν.
[1893, 1899*]




