ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΟΥΝ ΣΤΙΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΟΥΝ ΣΤΙΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Του Δημήτρη  Βόγγολη

Νέες μεγάλες ἐπιστήμες, ὅλες θεμελιωμένες ἀποκλειστικῶς στὴν Ἑλληνικὴ γλῶσσα, μὲ τὶς ρίζες τους, τὶς ἔννοιες τους, καὶ τὴν σύνδεσή τους μὲ τὴν Τεχνητὴ Νοημοσύνη (AI).

Α. ἸΑΤΡΙΚΗ

ἀνα- / ἀνά — ἄνω, ἐπάνω → anatomy, analysis, anabolism

καρδ- / καρδία — καρδιά → cardiology, cardiac

ἑμα- / αἷμα — αἷμα → hematology, hemoglobin

νευρ- / νεῦρον — νεῦρο → neurology, neuron

δερμ- / δέρμα — δέρμα → dermatology, epidermis

γαστρ- / γαστήρ — στομάχι → gastritis, gastroenterology

ὀφθαλμ- / ὀφθαλμός — μάτι → ophthalmology

πνευμ- / πνεῦμα — πνεύμων → pneumonia, pneumatic

ψυχ- / ψυχή — ψυχή → psychology, psychiatry

ὀστεο- / ὀστέον — ὀστοῦν → osteoporosis, osteopathy

φλεβ- / φλέψ — φλέβα → phlebotomy

ὀγκος / ὄγκος — μάζα → oncology

κρᾶσις / κράσις — μίξις → crasis, secretion

Β. ΦΥΣΙΚΗ

φυσ- / φύσις — φύση → physics, physical

ἠλεκτρ- / ἤλεκτρον — κεχριμπάρι → electron, electricity

φωτο- / φῶς — φῶς → photon, photography

θερμ- / θερμός — θερμότης → thermodynamics

κιν- / κίνησις — κίνηση → kinetic, cinema

χρον- / χρόνος — χρόνος → chronology, synchronous

ἀτομ- / ἄτομος — ἀδιαίρετον → atom, atomic

γεω- / γῆ — γῆ → geology, geography

ἀερο- / ἀήρ — ἀέρας → aerodynamics

ἀστρ- / ἄστρον — ἄστρο → astronomy, astronaut

σφαιρ- / σφαῖρα — σφαῖρα → sphere, atmosphere

Γ. ΧΗΜΕΙΑ

χημ- / χημεία — χυμός → chemistry

ὀξυ- / ὀξύς — ὀξύτης → oxygen, oxide

ὑδρο- / ὕδωρ — νερό → hydrogen, hydrolysis

ἁλ- / ἅλας — ἅλας → halogen, saline

στοιχεῖον — βασικὸ συστατικό → stoichiometry

καυσ- / καύσις — καίω → caustic

κρυσταλλ- / κρύσταλλος — πάγος → crystal, crystallography

ἔνζυμον — ἐν + ζύμη → enzyme

ἰόν / ἰών — ὁ πορευόμενος → ion, ionic

Δ. ΒΙΟΛΟΓΙΑ

βίος / bio- — ζωή → biology, biography

γον- / γόνος — γέννησις → gene, genetics

κυτταρ- / κύτταρον — μικρὸ δοχεῖον → cytology

φυτ- / φυτόν — φυτό → phytology, phytoplankton

ζω- / ζῷον — ζώο → zoology, zoonosis

ὀστρακ- / ὄστρακον — κέλυφος → ostracod

μικρ- / μικρός — μικρὸ μέγεθος → microscope

μακρ- / μακρός — μέγας → macrobiology

σπερμ- / σπέρμα — σπόρος → sperm, spermatogenesis

ὀργανον / organ- — ὄργανον → organism, organic

Ε. ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ

ἀριθμ- / ἀριθμός → arithmetic, logarithm

γεω- / γῆ → geometry

μέτρ- / μέτρον → metric, symmetry

λογ- / λόγος → logic, logarithm

κύκλ- / κύκλος → cycle, encyclopedia

γραφ- / γράφω → graph, graphic

τριγων- / τρίγωνον → trigonometry

ἄξων / axis → axial

σφαῖρα / sphere → spherical

θεωρ- / θεωρία → theory, theorem

ΣΤ. ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

φιλο- / φίλος → philosophy, philanthropy

σοφ- / σοφία → sophism, sophisticated

ὀν- / ὄν → ontology

ἦθος / ethos → ethics

μῦθος / mythos → mythology

ἰδέα / idea → idealism, ideology

λόγος / logos → logic, analogue

ἀρχή / arche → archetype, hierarchy

διάλεκτος / dialect → dialectic

κόσμος / cosmos → cosmology

Ζ. ΘΕΟΛΟΓΙΑ

θεός / theo- → theology, theocracy

ἄγγελος / angel- → angel, evangelist

εὐαγγέλιον / evangel- → evangelical

πνεῦμα / pneuma- → pneumatology

ἁμαρτία / hamart- → hamartiology

ἐκκλησία / ecclesia- → ecclesiastical

ἀποκάλυψις / apocalypse → apocalyptic

ἅγιος / hagi- → hagiography

δόγμα / dogma- → dogmatic

ὁμολογία / homology → homiletics

Η. ἨΘΙΚΗ – ΤΟ ΦΙΛΟΤΙΜΟ

ΦΙΛΟΤΙΜΟ — ἡ ἀμετάφραστη ἑλληνικὴ λέξις

Ετυμολογία:

φίλος = ἀγάπη, στοργή

τιμή = ἀξία, σεβασμός

ΦΙΛΟΤΙΜΟ = ἡ ἐσωτερικὴ ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου νὰ πράττῃ τὸ καλόν, ὄχι διὰ φόβον, ἀλλὰ διὰ τιμήν.

Παγκόσμια χρήση: 

Δεν μεταφράζεται.

Στα διεθνῆ συνέδρια ἠθικῆς καὶ φιλοσοφίας ἀποδίδεται ὡς:

philotimo

the Greek virtue of honor-love

ethical nobility

Ἐνσωματώνεται πλέον στὴν διεθνῆ βιβλιογραφία ὡς ἑλληνικὸς ἠθικὸς ὅρος, ὅπως areté, logos, ethos.

ΚΕΦΑΛΗ — Κρανίον — Ἐγκέφαλος

κραν- / κρανίον

ἔννοια: ὁ θώραξ τῆς κεφαλῆς

Παράγωγα: cranium, cranial

ἐγκέφαλος / encephalo-

ἔννοια: ἐν + κεφαλή

Παράγωγα: encephalitis, encephalogram

μηνιγγ- / μήνιγξ

ἔννοια: μεμβράνη

Παράγωγα: meningitis, meninges

ὀφθαλμ- / ὀφθαλμός

ἔννοια: μάτι

Παράγωγα: ophthalmology, ophthalmic

ὠτ- / οὖς

ἔννοια: αὐτί

Παράγωγα: otology, otitis

ριν- / ῥίς

ἔννοια: μύτη

Παράγωγα: rhinitis, rhinoplasty

στομ- / στόμα

ἔννοια: στόμα

Παράγωγα: stomatitis, stomatology

ὀδοντ- / ὀδούς

ἔννοια: δόντι

Παράγωγα: odontology, orthodontics

γλωττ- / γλῶττα

ἔννοια: γλῶσσα

Παράγωγα: glottis, epiglottis

ΤΡΑΧΗΛΟΣ — Αὐχένας — Λάρυγξ

τραχηλ- / τράχηλος

ἔννοια: αὐχένας

Παράγωγα: tracheal (μεταγενέστερη χρήση)

λαρυγγ- / λάρυγξ

ἔννοια: λάρυγξ

Παράγωγα: laryngitis, laryngoscopy

φαρυγγ- / φάρυγξ

ἔννοια: φάρυγγας

Παράγωγα: pharynx, pharyngitis

ΘΩΡΑΞ — Πνεύμονες — Καρδία

θωρακ- / θώραξ

ἔννοια: θώραξ

Παράγωγα: thorax, thoracic

πνευμ- / πνεύμων

ἔννοια: πνεύμων

Παράγωγα: pneumonia, pulmonary

καρδ- / καρδία

ἔννοια: καρδιά

Παράγωγα: cardiac, cardiology

αορτ- / ἀορτή

ἔννοια: ἀορτή

Παράγωγα: aorta, aortic

βρογχ- / βρόγχος

ἔννοια: βρόγχος

Παράγωγα: bronchitis, bronchoscopy

ΚΟΙΛΙΑ — Σπλάγχνα — Γαστήρ

γαστρ- / γαστήρ

ἔννοια: στομάχι

Παράγωγα: gastritis, gastroenterology

ἧπαρ / hepat-

ἔννοια: συκώτι

Παράγωγα: hepatitis, hepatic

νεφρ- / νεφρός

ἔννοια: νεφρός

Παράγωγα: nephrology, nephritis

σπλην- / σπλήν

ἔννοια: σπλήνα

Παράγωγα: splenic

χολη- / χολή

ἔννοια: χολή

Παράγωγα: cholecystitis, cholesterol

παγκρε- / πάγκρεας

ἔννοια: πάγκρεας

Παράγωγα: pancreas, pancreatic

ἔντερον / entero-

ἔννοια: ἔντερο

Παράγωγα: enterology, enteritis

ΜΥΣ — Ἀρθρώσεις — Ὀστά

μυ- / μῦς

ἔννοια: μυς

Παράγωγα: myology, myopathy

ὀστεο- / ὀστέον

ἔννοια: ὀστοῦν

Παράγωγα: osteology, osteoporosis

χονδρ- / χόνδρος

ἔννοια: χόνδρος

Παράγωγα: chondritis, chondrocyte

ἀρθρ- / ἄρθρον

ἔννοια: ἄρθρωση

Παράγωγα: arthritis, arthroscopy

σπονδυλ- / σπόνδυλος

ἔννοια: σπόνδυλος

Παράγωγα: spondylitis, spondylosis

Αἰσθητήρια — Νευρικὸ Σύστημα

νευρ- / νεῦρον

ἔννοια: νεῦρο

Παράγωγα: neurology, neuron

αἴσθησις / esthesia

ἔννοια: αἴσθησις

Παράγωγα: anesthesia, hyperesthesia

συμπαθητικ- / συμπαθητικός

ἔννοια: συμπαθητικὸ νευρικὸ σύστημα

Παράγωγα: sympathetic

παρασυμπαθητικ-

ἔννοια: παρασυμπαθητικὸ σύστημα

Παράγωγα: parasympathetic

Αἷμα — Ἀγγεῖα

ἑμα- / αἷμα

ἔννοια: αἷμα

Παράγωγα: hemoglobin, hematology

φλεβ- / φλέψ

ἔννοια: φλέβα

Παράγωγα: phlebitis, phlebotomy

ἀρτηρ- / ἀρτηρία

ἔννοια: ἀρτηρία

Παράγωγα: arterial, arteritis

Δέρμα — Ἐπιδερμίς — Τρίχες

δερμ- / δέρμα

ἔννοια: δέρμα

Παράγωγα: dermatology, epidermis

τριχ- / θρίξ

ἔννοια: τρίχα

Παράγωγα: trichology

κερατ- / κέρας

ἔννοια: κερατίνη

Παράγωγα: keratin, keratosis

Γεννητικὸ Σύστημα

ὄρχις / orchi-

ἔννοια: ὄρχις

Παράγωγα: orchitis, orchidectomy

μήτρα / metro-

ἔννοια: μήτρα

Παράγωγα: endometrium, metritis

ὦον / ovo-

ἔννοια: αὐγόν

Παράγωγα: ovary, ovulation

σπερμ- / σπέρμα

ἔννοια: σπέρμα

Παράγωγα: sperm, spermatogenesis

Ἐνδοκρινικὸ Σύστημα

θυρεο- / θυρεός

ἔννοια: θυρεοειδής

Παράγωγα: thyroid, thyroxine

ἰνσουλίνη (ἰν + σῦλος)

Παράγωγα: insulin

ἀδέν- / ἀδήν

ἔννοια: ἀδένας

Παράγωγα: adenoma, adenopathy

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ — ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ — ΡΟΜΠΟΤΙΚΗ

τέχνη / techno-

ἔννοια: τέχνη, κατασκευή

Παράγωγα: technology, technical, technocracy

λόγος / logo-

ἔννοια: λόγος, λογική

Παράγωγα: logic, logarithm, analogue

κυβερν- / κυβερνῶ

ἔννοια: κυβερνῶ

Παράγωγα: cybernetics, cyber, κυβερνητική

μηχαν- / μηχανή

ἔννοια: μηχανή

Παράγωγα: machine, mechanic, mechanism

αὐτο- / αὐτός

ἔννοια: αὐτονομία

Παράγωγα: automatic, autonomy

ροβ- / ῥοβόω (μεταγεν.)

ἔννοια: ρομπότ

Παράγωγα: robotics, robot

ἄλγος / algo-

ἔννοια: πόνος → ἀλγόριθμος (μεταφορά)

Παράγωγα: algorithm

δεδομένα / data (ἐκ τοῦ διδόναι)

ἔννοια: ὅ,τι δίδεται

Παράγωγα: data, database

σύστημα / system

ἔννοια: σύν + ἵστημι

Παράγωγα: system, subsystem

ἠλεκτρον / electron

ἔννοια: κεχριμπάρι

Παράγωγα: electronics, electric

1. φιλο- / φίλος

ἔννοια: ἀγάπη, φιλία, ἔφεσις.

Παράγωγα: philosophy, philanthropy, philology, philhellene.

2. σοφ- / σοφία

ἔννοια: σοφία, γνώσις.

Παράγωγα: sophism, sophisticated, philosopher.

3. ὀν- / ὄν

ἔννοια: τὸ ὂν, ἡ ὕπαρξις.

Παράγωγα: ontology, ontological.

4. λόγος / logo-

ἔννοια: λόγος, λογική, ἔννοια, ἀρχή.

Παράγωγα: logic, logistics, analogue, dialog.

5. ἰδέα / idea-

ἔννοια: μορφή, εἶδος, νοητὴ σύλληψις.

Παράγωγα: idea, idealism, ideology.

6. ἀρχή / arche-

ἔννοια: ἀρχή, πηγή, θεμέλιον, ἐξουσία.

Παράγωγα: archetype, hierarchy, archon.

7. ἦθος / eth-

ἔννοια: χαρακτήρ, ἠθικὴ ποιότης.

Παράγωγα: ethics, ethos, ethical.

8. μῦθος / myth-

ἔννοια: λόγος, διήγησις, ἀφήγησις.

Παράγωγα: mythology, mythic.

9. διάλεκτος / dialect-

ἔννοια: τρόπος λόγου, συζήτησις.

Παράγωγα: dialectic, dialectical.

10. κόσμος / cosmo-

ἔννοια: τάξις, σύμπαν, ὁμορφιά.

Παράγωγα: cosmos, cosmology, cosmetic.

Β. ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ἙΛΛΗΝΙΚΕΣ ΡΙΖΕΣ

1. θεός / theo-

ἔννοια: θεός, θεότητα.

Παράγωγα: theology, theocracy, theophany.

2. ἄγγελος / angel-

ἔννοια: ἀγγελιαφόρος.

Παράγωγα: angel, evangelist.

3. εὐαγγέλιον / evangel-

ἔννοια: εὐ + ἀγγελία = καλὴ εἴδησις.

Παράγωγα: evangelical, evangelism.

4. πνεῦμα / pneuma-

ἔννοια: πνοή, πνεῦμα, ἄνεμος.

Παράγωγα: pneumatology, pneumatic.

5. ἁμαρτία / hamart-

ἔννοια: ἁμαρτία, ἔλλειψις στόχου.

Παράγωγα: hamartiology.

6. ἐκκλησία / ecclesia-

ἔννοια: σύναξις, κοινότης.

Παράγωγα: ecclesiastical.

7. ἀποκάλυψις / apocalypse

ἔννοια: ἀποκάλυψις, φανέρωσις.

Παράγωγα: apocalyptic.

8. ἅγιος / hagi-

ἔννοια: ἅγιος, ἱερός.

Παράγωγα: hagiography.

9. δόγμα / dogma-

ἔννοια: δόγμα, ἀρχὴ πίστεως.

Παράγωγα: dogmatic, dogma.

10. ὁμολογία / homiletics

ἔννοια: ὁμολογία, κήρυγμα.

Παράγωγα: homily, homiletics.

Γ. ΡΟΜΠΟΤΙΚΕΣ – ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΕΣ ἙΛΛΗΝΙΚΕΣ ΡΙΖΕΣ

1. τέχνη / techno-

ἔννοια: τέχνη, κατασκευή, δημιουργία.

Παράγωγα: technology, technical, technocracy.

2. μηχανή / mechano-

ἔννοια: μηχανή, μηχανισμός.

Παράγωγα: machine, mechanic, mechanism.

3. κυβερνῶ / cyber-

ἔννοια: κυβερνῶ, καθοδηγῶ.

Παράγωγα: cybernetics, cyber.

4. αὐτός / auto-

ἔννοια: αὐτονομία, αὐτοκίνηση.

Παράγωγα: automatic, autonomy.

5. ἀριθμός / algorithm (μεταφορικῶς)

ἔννοια: ἀριθμός → ἀλγόριθμος.

Παράγωγα: algorithm, algorithmic.

6. ἠλέκτρον / electro-

ἔννοια: κεχριμπάρι → ἠλεκτρισμός.

Παράγωγα: electric, electronic.

7. σύστημα / system

ἔννοια: σύν + ἵστημι = ὁργανωμένη δομή.

Παράγωγα: system, subsystem.

8. ὀπτικ- / ὄψις

ἔννοια: ὄρασις.

Παράγωγα: optic, optical, optoelectronics.

9. ῥοή / rheo-

ἔννοια: ῥοή, κίνησις.

Παράγωγα: rheology, rheostat.

10. ἄνθρωπος / anthropo-

ἔννοια: ἄνθρωπος → ἀνθρωποκεντρικὴ τεχνολογία.

Παράγωγα: anthropomorphic robotics.

Δ. ΤΟ ΦΙΛΟΤΙΜΟ — Ἡ ἹΕΡΑ ἙΛΛΗΝΙΚΗ ἈΡΧΗ

ΦΙΛΟΤΙΜΟ

Ετυμολογία:

φίλος = ἀγάπη, στοργή, ἐνότητα

τιμή = ἀξία, σεβασμός, ἠθικὴ ἀρχή

ΦΙΛΟΤΙΜΟ = ἡ ἐσωτερικὴ ἀνάγκη τοῦ Ἕλληνος νὰ πράττῃ τὸ καλόν, ὄχι διὰ φόβον, ἀλλὰ διὰ τιμήν.

Ἐννοιολογικὸ περιεχόμενο:

Ἀρετή

Ἀυτοθυσία

Ἀξιοπρέπεια

Ἀνδρεία

Ἀγάπη πρὸς τὸν ἄλλον

Ἀπόλυτος σεβασμὸς τῆς τιμῆς

Ἀνάληψις εὐθύνης

Ἀπόδοση δικαιοσύνης

Ἀνιδιοτέλεια

Παγκόσμια θέση:

Τὸ philotimo εἶναι πλέον διεθνὴς ὅρος στὴν ἠθική, φιλοσοφία, κοινωνιολογία, ψυχολογία.

Οἱ ξένοι ἐπιστήμονες τὸ ἀποδίδουν ὡς:

the Greek virtue of honor-love

ethical nobility

moral excellence

the soul of Hellenism

Ἀλλὰ οὐδεμία γλῶσσα δύναται νὰ τὸ μεταφράσῃ πλήρως.

1. δικαιοσύνη — dikaiosýnē

ἔννοια: ἀπόδοσις δικαίου.

Στην AI:

fairness

unbiased algorithms

ἀποφυγὴ ἀδικίας

2. φρόνησις — phrónēsis

ἔννοια: πρακτικὴ σοφία.

Στην AI:

ὀρθὴ κρίσις

ὀρθολογικὴ λήψις ἀποφάσεων

ἠθικὴ σύνεσις

3. σωφροσύνη — sōphrosýnē

ἔννοια: μέτρον, ἐγκράτεια.

Στην AI:

moderation

ὅρια τεχνολογίας

ἀποφυγὴ ὑπερβολῆς

4. ἀλήθεια — alḗtheia

ἔννοια: ἀποκάλυψις, ἀλήθεια.

Στην AI:

transparency

explainability

ἀποφυγὴ παραπληροφορήσεως

5. ἀρετή — aretḗ

ἔννοια: ἠθικὴ τελειότης.

Στην AI:

excellence

ἠθικὴ ποιότης

ὑψηλὴ στάθμη λειτουργίας

6. ἀνθρωπισμός — anthrōpismós

ἔννοια: ὁ ἄνθρωπος ὡς μέτρον πάντων.

Στην AI:

human-centered AI

προστασία ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων

7. ἐπιείκεια — epieíkeia

ἔννοια: ἡ ἠθικὴ ἔννοια τῆς ἤπιας δικαιοσύνης.

Στην AI:

compassionate algorithms

ἠθικὴ ἐλαστικότητα

8. ἰσοκρατία — isokratía

ἔννοια: ἴση δύναμις.

Στην AI:

ἴση πρόσβασις στὴν τεχνολογία

ἀποφυγὴ ἀνισοτήτων

9. ἰσοπολιτεία — isopoliteía

ἔννοια: ἴση πολιτικὴ μεταχείρισις.

Στην AI:

ἴση μεταχείρισις χρηστῶν

ἀποφυγὴ διακρίσεων

10. παρρησία — parrēsía

ἔννοια: ἐλευθερία λόγου.

Στην AI:

ἀληθὴς πληροφόρησις

ἀποφυγὴ χειραγωγήσεως

1. ΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ — Astronomía

(ἄστρον + νόμος)

ἄστρον — astron

ἔννοια: οὐράνιον σώμα.

Στην AI:

ἀστρονομικὴ ἀνάλυσις δεδομένων

προσομοιώσεις κοσμικῶν συστημάτων

deep space AI navigation

νόμος — nomos

ἔννοια: κανών, τάξις.

Στην AI:

κανόνες προσομοιώσεως

ἀλγοριθμικὴ τάξις δεδομένων

2. ΓΕΩΛΟΓΙΑ — Geología

(γῆ + λόγος)

γῆ — gē

ἔννοια: ἡ γῆ, ἡ ὕλη.

Στην AI:

γεωχωρικὴ νοημοσύνη

σεισμικὴ προσομοίωσις

περιβαλλοντικὴ πρόβλεψις

λόγος — logos

ἔννοια: ἀρχὴ, λογικὴ, ἐξήγησις.

Στην AI:

λογικὴ μοντελοποίησις

ἐρμηνεία γεωδεδομένων

3. ΒΙΟΧΗΜΕΙΑ — Biochēmeía

(βίος + χημεία)

βίος — bios

ἔννοια: ζωή.

Στην AI:

βιολογικὴ προσομοίωσις

γενετικὴ τεχνητὴ νοημοσύνη

ἰατρικὴ διάγνωσις

χημεία — chēmeía

ἔννοια: ὕλη, χυμός.

Στην AI:

χημικὴ μοντελοποίησις

φαρμακολογικὴ πρόβλεψις

4. ΜΕΤΕΩΡΟΛΟΓΙΑ — Meteorología

(μετέωρον + λόγος)

μετέωρον — metéōron

ἔννοια: ὅ,τι αἰωρεῖται, ὁ οὐρανὸς.

Στην AI:

πρόβλεψις καιρικοῦ

κλιματικὴ μοντελοποίησις

ἀνάλυσις ἀτμοσφαιρικῶν δεδομένων

λόγος — logos

Στην AI:

λογικὴ ἐρμηνεία καιρικῶν φαινομένων

5. ΝΕΥΡΟΦΙΛΟΣΟΦΙΑ — Neurophilosophía

(νεῦρον + φιλοσοφία)

νεῦρον — neuron

ἔννοια: νευρικὸ κύτταρον.

Στην AI:

νευρωνικὰ δίκτυα

deep learning

γνωσιακὴ προσομοίωσις

φιλοσοφία — philosophía

ἔννοια: ἀγάπη σοφίας.

Στην AI:

ἠθικὴ κρίσις

ὀντολογία συστημάτων

ἀρχιτεκτονικὴ νοήσεως

6. ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ — Kybernētikḗ

(κυβερνῶ = καθοδηγῶ)

κυβερνῶ — kybernō

ἔννοια: ὁδηγῶ, καθοδηγῶ.

Στην AI:

cybernetics

feedback loops

control systems

ἀρχιτεκτονικὴ ἐποπτεία

Ἡ λέξις cybernetics εἶναι 100% ἑλληνική.

7. ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ — Oikología

(οἶκος + λόγος)

οἶκος — oikos

ἔννοια: σπίτι, περιβάλλον.

Στην AI:

περιβαλλοντικὴ νοημοσύνη

βιώσιμη τεχνολογία

οικοσυστημικὴ προσομοίωσις

λόγος — logos

Στην AI:

λογικὴ ἐρμηνεία περιβαλλοντικῶν δεδομένων

8. ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ — Paidagōgikḗ

(παῖς + ἄγω)

παῖς — pais

ἔννοια: παιδί.

Στην AI:

adaptive learning

personalized education

παιδαγωγικὴ τεχνητὴ νοημοσύνη

ἄγω — agō

ἔννοια: καθοδηγῶ.

Στην AI:

machine learning

guidance systems

9. ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ — Mathēmatikḗ Logikḗ

(μάθησις + λόγος)

μάθησις — mathēsis

ἔννοια: μάθησις.

Στην AI:

learning algorithms

self-improving systems

λόγος — logos

ἔννοια: λογικὴ.

Στην AI:

logical reasoning

explainable AI

10. ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ — Anthrōpología

(ἄνθρωπος + λόγος)

ἄνθρωπος — ánthrōpos

ἔννοια: ὁ ἄνθρωπος.

Στην AI:

human-centered design

anthropomorphic robotics

κοινωνικὴ τεχνητὴ νοημοσύνη

λόγος — logos

Στην AI:

ἐρμηνεία ἀνθρωπίνης συμπεριφορᾶς

κοινωνικὴ μοντελοποίησις

11. ΘΕΟΛΟΓΙΑ — Theología

(θεός + λόγος)

θεός — theos

ἔννοια: θεότητα.

Στην AI:

ὑπέρτατες ἀρχές ἠθικῆς

ἀξιοπρέπεια

ἀνθρωποκεντρικὴ τεχνολογία

λόγος — logos

Στην AI:

ἀλήθεια

διαφάνεια

ἠθικὴ τεκμηρίωσις

12. ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ — Metaphysikḗ

(μετά + φύσις)

φύσις — physis

ἔννοια: ἡ φύσις τῶν πραγμάτων.

Στην AI:

ὀντολογία

semantic networks

conceptual modeling

13. ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ — Aisthētikḗ

(αἴσθησις)

αἴσθησις — aisthēsis

ἔννοια: ἀντίληψις.

Στην AI:

computer vision

sensory AI

multimodal perception

14. ΡΗΤΟΡΙΚΗ — Rhētorikḗ

(ῥήτωρ)

ῥήτωρ — rhētōr

ἔννοια: ὁ τεχνίτης τοῦ λόγου.

Στην AI:

natural language processing

conversational AI

persuasive systems

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή