Του Δημήτρη Βόγγολη
Ἕνας τόπος ἄχρονος, ὅπου συναντῶνται αἱ Μητέρες ποὺ ἔπλασαν τὸ ἦθος τῆς Ἑλλάδος.
Στὸ βάθος ἀκούγεται ὁ ἀντίλαλος τῶν Θερμοπυλῶν, ἡ βουή τῆς Ἐπαναστάσεως, καὶ ἡ σιωπὴ τῆς Σπάρτης. Ἡ σκηνὴ γίνεται πλέον πανελλήνιο πάνθεον μητρικῆς ἀρετῆς, ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ἕως τὴν Ἐπανάσταση.
Ἡ Γοργώ τῆς Σπάρτης.
Ἡ Ὀρσιάδα Καρατζᾶ Ὑψηλάντη.τῆς Ἐπαναστάσεως.
ἡ ἀνώνυμη Μάνα τῆς Σπάρτης, ὅπως τὴν ὑμνεῖ ὁ Καβάφης: ἡ γυναῖκα ποὺ ἀκούει τὸν θάνατο τοῦ παιδιοῦ της καὶ δὲν λυγίζει. ὶ Καὶ μία ξένη γυνή, ἐκ τῶν ἐθνῶν τῆς Εὐρώπης, ἡ ὁποία θαυμάζει, ἀλλὰ δὲν κατανοεῖ τὸ ἦθος τῶν Σπαρτιατισσῶν καὶ τῶν Ἑλληνίδων.
Σκηνή:
Ἡ Εὐρωπαία
Ὦ γυναῖκες τῆς Ἑλλάδος, ἦλθον νὰ μάθω τὸ μυστήριον τῆς δυνάμεώς σας.
Πῶς γίνεται νὰ μὴν φοβεῖσθε τὸν πόλεμον;
Πῶς ἀντέχετε νὰ δίδετε τοὺς ἄνδρας καὶ τοὺς υἱούς σας εἰς τὸ πεπρωμένον;
Γοργώ
(με τὴν λακωνικὴν ἀκρίβειαν)
Ξένη, ἡ Σπαρτιάτισσα δὲν ἄρχει τῶν ἀνδρῶν·
ἡ Σπαρτιάτισσα γεννᾷ ἄνδρας.
Ἡ μήτηρ ποὺ δὲν φοβεῖται,
γεννᾷ ψυχὴν ποὺ δὲν γνωρίζει φόβον.
Ἡ Εὐρωπαία
Καὶ σὺ, ὦ γυναῖκα, ποία εἶσαι;
Ἡ μορφή σου μοιάζει νὰ ἔχει ἀκούσει τὴν ἠχώ τῶν Θερμοπυλῶν.
Ὀρσιήδα, μητέρα Λεωνίδα
(ὑψηλή, ἀκίνητη, ὡς ἄγαλμα)
Ἐγὼ εἰμὶ ἡ Ὀρσιήδα,
ἡ μήτηρ τοῦ Λεωνίδα.
Τὴν ἡμέραν ποὺ ἔλαβε τὴν ἀσπίδα,
δὲν ἔκλαυσα·
μόνον εἶπα:
«Ἄνδρα σὲ ἔτεκον·
ἄνδρα νὰ φανῇς.»
<Η ΤΑΝ Η ΕΠΙ ΤΑΣ>
Καὶ ἐκεῖνος ἐφάνη.
Ἡ Εὐρωπαία
Καὶ δὲν ἔνιωσες φόβον, ὦ μητέρα;
Ὀρσιήδα
Φόβον; Ἡ Σπάρτη δὲν ἐδίδαξε τὸν φόβον.
Ἐδίδαξε τὴν ἀρετήν.
Ἐδίδαξε ὅτι ὁ θάνατος ὑπὲρ πατρίδος
δὲν εἶναι τέλος,
ἀλλὰ ἀρχή. Ἡ καρδία τῆς Σπαρτιάτισσας ἐπλάσθη
ὄχι διὰ νὰ τρέμῃ,
ἀλλὰ διὰ νὰ ὑψοῦται. Ἡ Σπαρτιάτισσα τὸν φόβον τὸν ἔμαθε ὡς παιδίον νὰ τὸν ἀποβάλλῃ.
Ἡμῖν ἐδίδαξαν οἱ μητέρες μας ὅτι
ὁ ἄνδρας ὁ ἀληθινὸς δὲν ἀνήκει εἰς τὴν οἰκίαν,
ἀλλ’ εἰς τὴν Πατρίδα
Ἡ Εὐρωπαία
Καὶ σὺ, Ὀρσιάδα Ὑψηλάντη,
ἄκουσα ὅτι ἔδωκας τοὺς υἱούς σου εἰς τὸν Ἀγῶνα.
Τί εἶπες ὅταν ὁ Ἀλέξανδρος ἐπώλησε τὰ κοσμήματά σου;
Ὀρσιάδα Ὑψηλάντη
(με ἡρεμία, ἀλλὰ ἀκλόνητον μεγαλείον)
Τί ἀξίαν ἔχει τὸ χρυσίον,
ὅταν ἡ Πατρίς ζητεῖ αἷμα;
Εἶπα τοῖς τέκνοις μου:
«Ἐγὼ ἔδωκα τὰ παιδιά μου στὴν Πατρίδα·
διὰ τὰ κοσμήματα θὰ μὲ ζητᾶς συγγνώμην;»
Ἡ Ἑλληνὶς Μήτηρ
δὲν ἀγοράζει τὴν Ἐλευθερίαν·
τὴν προσφέρει.
Ἡ Εὐρωπαία
Καὶ ἐσὺ, ὦ τρίτη γυναῖκα,
ἡ σιωπηλὴ καὶ ἀγέρωχος,
ποία εἶσαι;
Μάνα Σπαρτιάτισσα (Καβάφη)
(ἡ φωνὴ της ἡσυχία πρὸ τῆς καταιγίδος)
Ἦλθαν καὶ μοι εἶπαν
ὅτι ὁ υἱός μου ἔπεσεν.
Καὶ ἐγὼ εἶπα μόνον:
«Ἐγὼ ἔπραξα τὸ καθῆκον μου·
καὶ ἐκεῖνος τὸ ἴδιον.»
Οὐκ ἔκλαυσα.
Οὐκ ἐθρήνησα.
Ἡ Σπάρτη δὲν θέλει δάκρυα,
ἀλλὰ ἀρετήν.
Ἡ Εὐρωπαία
Τώρα κατανοῶ.
Δὲν ἄρχετε τῶν ἀνδρῶν·
ἄρχετε τῆς ψυχῆς.
Γοργώ
Ἄνδρα γεννᾷ ἡ γυνὴ ποὺ δὲν φοβεῖται.
Ὀρσιήδα (μητέρα Λεωνίδα)
Ἄνδρα στέλνει ἡ γυνὴ ποὺ δὲν κρατεῖ.
Ὀρσιάδα Ὑψηλάντη
Ἄνδρα ἀνατρέφει ἡ γυνὴ ποὺ δὲν ὀλιγωρεῖ.
Μάνα Σπαρτιάτισσα
Ἄνδρα τιμᾷ ἡ γυνὴ ποὺ δὲν θρηνεῖ πρὶν τὴν ὥραν.
Καὶ ὅλες ὁμοῦ
«Μόνον αἱ Ἑλληνίδες γεννῶσιν ἄνδρας
ὅταν ἡ ψυχὴ των εἶναι ἀνδρεία.»
Γοργώ
Ἔτσι ἡ Ἑλλάς ἔζησε.
Ἔτσι θὰ ζῇ.



