Λεξικό-Γραμματική Βλάχικου Ιδιώματος

ΟΛΙΣΤΙΚΗΣ ΔΙΑΣΤΑΣΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ

5

6

Υφάντρα μου με το Γυαλί με τις ανάβρες τις πολλές και τις ιτιές τριγύρω Με το Ιερό του Πλούτωνα που το φυλάσσουν δράκοι
Με τα πλατάνια τα ψηλά και με τους καταρράκτες δίνεις ανάσα και δροσιά σ΄όποιον περνά διαβάτη Εκεί στον ύπνο του ξεχνά βάσανά που χει περάσει
Κι όταν μακριά σου βρίσκεται στη μνήμη δένεται βαθιά ποτέ μη σε ξεχάσει.

Στου Πλούτωνα το Ιερό, στου ποταμού το Μάτι,

έβανε ο Άδης δράκοντες, την πύλη να φυλάνε.

Ρουφήχτρες, δίνες, Χάρυβδες, στης Κόλασης τους κόσμους, σπρώχνει Αιώνες τις ψυχές, μην βγουν στον άνω κόσμο.

Τον Σίσυφο που κουβαλά, στην πλάτη του τον βράχο, μην και τον πάει στην κορφή, αντίκρυ απ’ τον Ήλιον,

Και βρει τον άλλον πόλον του την λατρευτή Μερόπη,
γίνουν και πάλι άτμητοι, κι’ αήττητη ψυχή.

Σπρώξουν μαζί ως την κορφή, τον πύρινο τον Βράχο.
δούνε το φως το άπλετο και το βαθύ σκοτάδι.

Δούνε Γυαλί τον ποταμό,

μαύρο βαθύ το μάτι. ανάβρες, κρύσταλλοπηγές και τις ιτιές ν’ απλώνουν,

κλώνους, αγάπης και στοργής και πλάτανους Αιθέριους. βουνά, κορφές και θύμισες, χρυσές αναλογίες,

Σ’ αυτή τη κλίνη ο Έρωτας, εγκάστρωσε την ύλη
και γέννησε τον πρωτογιό στου ποταμού την κοίτη.

Του Ήλιου τον εθώπευσαν, οι θερμουργές ακτίνες, πλατάνων, ιτιών το θρόϊσμα, οι Θεόφορες νύμφες.

Που μύρωσαν το είναι του, μπόλιασαν την ψυχήν του, και κέντησαν το πρόσωπο, της άχραντης φυλής του.

Η Μαύρη νύχτα έπνιξε, το κεντητό στην λήθη, ορφάνεψε ο Σίσυφος, του πήραν την Μερόπη,

Κι’ έμεινε μόνος κι’ έρημος, τον βράχο να σηκώνει χωρίς φτερά του Έρωτα, Θεά να στεφανώνει

Και δεν μυήθηκαν οι Γιοί, οι κόρες των Σισύφων, να γίνουν μύρια δίπολα
τους βράχους να σηκώσουν.

Να δουν στο Αργυρό πουλί, στην ασημένια πάπια, λώρους, δεσμούς και εντολές,
δρόμους φωτός, προς τ’ άστρα.

Να δουν ζωή και θάνατο, σαν γήπεδα και σκάλα, καθρέφτες γης και ουρανού, μιας προς τον Ήλιο στράτα.

Να δούνε πως, στο γήπεδο, μάχονται πάντα δύο, δυνάμεις του Εμπεδοκλή, Φιλότητας και Νείκος,

Η πρώτη για Ανάβαση και η άλλη προς τον Άδη, πάντα η πρώτη στέφεται, με Νικητή στεφάνι

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Επιχειρώ στην καταγραφή αυτού του πονήματος με προσωπικά μου βιώματα, επί του Βλάχικου ιδιώματος,της Ελληνικής γλώσσας (Ελληνικής διαλέκτου ) και δεν είμαι ειδήμων διότι δεν σπούδασα την Ελληνική Φιλολογία παρά την Αγγλικήν.
Η αγάπη όμως προς την μικρή Πατρίδα Υφάντρα της ζωής μου, επιτάσσει την υποχρέωσή μου να συμβάλλω προσθέτοντας έστω ένα μικρό λιθαράκι με ακούσματα που είχα από τη βρεφική ηλικία για την ανάδειξή της.

I. Ως βασική πηγή χρησιμοποιώ την Ελληνική Γραμματική, το Κουτσοβλάχικο (Βλαχοελληνικό) Λεξικό Νικολαϊδη Κωνσταντίνου ,από την ψηφιακή βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κρήτης και συγγράματα του Καθηγητού Πανεπιστημίου και Βαλκανιολόγου Αχιλλέως Λαζάρου,Δημήτρη Στεργίου Δημοσιογράφου

από το λεξικό Μυκηναϊκές λέξεις,αλλά και την εμπειρία των :Αθανασίου Βόγγολη από το Αργυροπούλι, Σουλτάνας Μπαμπάνη και Ευανθίας Μπαμπάνη από Παλιόπυργο Τρικάλων,Σοφίας Μητρούσια-Μπαμπάνη από Πετρόπορο Τρικάλων ,Στιχουργού και τραγουδιστή Ευθυμίου Μπέλτσιου, τραγοδοποιού Αθανασίου Κουτίνα (Ζάλιου)από το Αργυροπούλι και συγγενών από την Κλεισούρα Καστοριάς,Βόλο, Μέτσοβο,Δένδρα Λαρίσης και Αμύνταιο,
Το πιο σπουδαίο από τα φωνητικά όργανα του ανθρώπου είναι η γλώσσα .Αυτή εκτελεί το κύριο έργο κατά την εκφορά του λόγου και ο τρόπος αυτός εκφοράς του λόγου ονομάστηκε γλώσσα.

Η βλάχικη γλώσσα(Ελληνικό ιδίωμα) είναι Ελληνογενής Ομηρική γλώσσα και Λατινογενής προερχόμενη από τους Ρωμαίους ήτοι με το στεριτικό άλφα –Αρωμούνοι ή Αρωμέ:νιοι από τη Λατινική λέξη «Romani» Ρωμαίοι

Οι Έλληνες Βλάχοι αρχικά ονομάζονται Ρωμαίοι, έπειτα δε Ρωμάνοι, που σώζεται με τη μορφή Αρμάνοι, όπως μέχρι σήμερα αυτοαποκαλούνται, και θυμίζει τον όρο ‘Αρμανία, εύχρηστο από τούς Έλληνες των βυζαντινών χρόνων για την ονομασία τής χώρας τους, σύμφωνα με την αποκάλυψη τού Ρωσοαμερικανού βυζαντινολόγου Α. Vasiliev93. Κατά δε τον Ούγγρο καθηγητή τού Πανεπιστημίου Βουδαπέστης Mathias Gyoni, «όλα συνηγορούν στο να πιστεύσουμε ότι οι Βλάχοι πρέπει να ήσαν δίγλωσσοι καθ’ όλη τη διάρκεια τής ιστορίας τους»94(Αχιλλέας Λαζάρου). Αυτοί οι δίγλωσσοι Έλληνες, όπως και οι λατινόφωνοι των λοιπών επαρχιών της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αποκαλούνται Βλάχοι87. Την επιτυχή σκιαγράφηση εξαπλώσεως τής λατινικής καί τήν ορθή ερμηνεία τής ονομασίας Βλάχοι, καθώς και γενέσεως Βλάχων (=λατινοφώνων) ελληνικής καταγωγής, χρεωστούμε καί στον πρώτο Νεοέλληνα ιστορικό Κωνσταντίνο Κούμα (1777-1836)88, διδάκτορα δύο γερμανικών πανεπιστημίων και αντεπιστέλλον μέλος των Ακαδημιών Μονάχου και Βερολίνου89. Την δ’ εγκυρότητα της απόψεως Κούμα ασπάζονται σύγχρονοι μας ομόλογοι του, οι ομότιμοι καθηγητές τού Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος90 και Κωνσταντίνος Βαβούσκος91, η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Μαρία Νυσταζοπούλου- Πελεκίδου92 κ.ά
• Γνωρίσματα γλωσσικής παρακαταθήκης : Ιά:στι, έ:στου = Εστί- κλιτικό Αρχαίας Ελληνικής του ρήματος ειμί , άκου=βελόνα από το ελληνικό ακή και το λατιν.αcus.
• Αε ντε = Έλα, λοιπόν. Ομηρική λέξη «άγε δη». Οδύσσεια δ, 776
• Άθλο = άθλος, κατόρθωμα. (ομηρικό «άεθλος»)
• Άϊ ή άε (αρχαία ελληνική «άγε»)= πήγαινε, άντε
• Αϊστο = άγνωστος.Η λέξη αυτή χρησιμοποιείται όταν εμφανίζεται κάποιος άγνωστος και ακολουθεί η φράση «κάϊ ιάστι αϊστου = ποιός είναι αυτός (ο άγνωστος). Η λέξη απαντάται στην Οδύσσεια (α, 242) και παράγεται από το στερητικό α + ιδείν: «ώχετο άϊστος, άπυστος» = απήλθε αφανής). Αρχική λέξη «αFίστος».
• Ακίδα= άκρο βελόνας (βλέπε «άκο»)
• Ακήρα = βελονοθήκη (από τη λέξη «άκου» = «ακή» = βελόνα)
• Ακικισέσκω ή ακακισέσκου = καταλαβαίνω (από την αρχαιοελληνική λέξη «απεικάζω»)
• Άκο=βελόνα. Από την αρχαιοελληνική λέξη «ακή». Η λέξη απαντάται σε μυκηναϊκές πινακίδες ως
«aketere!

• Αλάπτω ή αλαπτέτζω = θηλάζω, δίνω γάλα. Παράγεται από τα ρήματα «αλαπάζω» – «λαπάζω» –
«λάπτω» = εκκενώ. Από το ρήμα αυτό παράγεται και η λέξη «λάπτου» = γάλα.
• acuarius= βελονοθήκη, (Βήχας)Τούσι-tussis (λύκος)λούπου-lupus,(άνθρωπος) όμου- homo(hominis).μίντεα,μίντια=νους,από το λατινικό mens-mentem, μπρούμα=ομίχλη από το λατ.mbruma, αέρι=χθές από το λατ heri ,αούσιου =παππούς από το λατ.avus-avusius,αέστου από το λατ.ccce-iste οίκος- domus- ντόμνου ο νοικοκύρης, αφέντης dominus, ντουάμνα Δέσποινα, νοικοκυρά κάρα,κάρνα = κρέας από το λατ.carno, νάτου = νεογνό από το λατ.natus , στρίμτου = στενός από το λατ.strinctus κλπ .
• Εα – ιό ή ία – ίος = εκείνη – εκείνος, αυτός ο ίδιος ή αυτή η ίδια. Βλέπε και λέξη «ίος». Βλέπε και «οίος». Ομηρική λέξη. Η ρίζα της βρίσκεται στην αντωνυμία «ίος – ία»: ου γαρ πάντων ήεν ομός θρόος ουδ’ ία γήρυς
=γιατί δεν ήταν σε όλους το ίδιο ξεφωνητό ούτε και μια λαλιά» Ιλιάς, Δ,437 και σε πολλές άλλες ραψωδίες των δύο ομηρικών επών
• Εάω = αφήνω. Εκπληκτικό! Ομηρική λέξη. Παράγεται από το ρήμα «εάω –ώ» : «Αλλ’ η τοι τον όρκον μεν εάσομεν = Ας τον αφήσουμε όμως τώρα τον όρκο», Οδύσσεια, ξ, 171
• Είσαι= προς τα μέσα (ομηρικό «είσω» = έσω). Ιλιάδα Π 364
• Έσκω =μοιάζω. Εκπληκτικό! Ομηρική λέξη. Παράγεται από το ρήμα «είσκω»: «σε γαρ αυτήν παντί είσκεις = γιατί με το καθετί εξομοιώνεσαι ή μοιάζεις», Οδύσσεια ν, 313. Απαντάται σε φράσεις όπως αυτή:
«μίνι έστου κα τίνι = εγώ μοιάζω με σένα». Βλέπε και Ιλιάδα, Β 58 και Οδύσσεια ζ 152.
• Έτα =χρόνος, αιώνας. Εκπληκτικό! Η ομηρική λέξη είναι «έτα» και σημαίνει «χρόνος», «αιώνας»! Ιλιάς Λ, 691
• Βίνα = νεύρο (Παράγεται από την ομηρική λέξη «ις –ινός» (ρίζα =Fις). Ιλιάδα Ψ 191
• Βιτσεάλα ή βιτσέλα ή βουτσίνα = βουτσέλι, ξύλινη υδρία (παράγεται από τη λέξη «βυτίνη»)
• Βουκουλιό = βουκολιό, ακαταστασία. Ομηρική λέξη «βουκολίη» = αγέλη βοδιών.
• Βουνιάουαα= βουνιά, κοπριά. Από την ομηρική λέξη «βους» και το ρήμα «νέμω»=βοσκώ.
• Βουντάρυ = βελανιδιά (Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του καθηγητή κ. Γιώργου Μπαμπινιώτη ετυμολογείται η λέξη «δρυς» ως εξής: δρυς < dru του ινδοευρωπαϊκού drew / der-w = ξύλο. Είναι προφανές ότι το δεύτερο συνθετικό «ντάρου» της λέξης αυτής έχει τη ρίζα της στην ομηρική λέξη
«δρυς» και στη μυκηναϊκή «duru»! Από τις λέξεις αυτές παράγονται οι: δούρειος, δρυίδες, δρυμός κ.λπ)
• Βουτίνα ή βουτσίνα = μικρό αγγείο (από τη λέξη «βυτίνη») Υπάρχει και η λέξη «πυτίνη» των Ταραντίνων, κατά τον Ησύχιο
• Βρονντία ή βρουντία= βροντή (Ιλιάς Ν, 796)
• Βώλιου= σβώλος, βωλιός, κομμάτι χώματος. Ομηρικό «βώλος» (βλέπε «σβώλιου» και Οδύσσεια σ 374)
• Οου ή ώου = ωόν, αυγό. Κι άλλη παράδοξη ερμηνεία. Ο Νικολαϊδης σημειώνει ότι προέρχεται από το λατινικό ovum, ενώ η λέξη είναι καθαρά αρχαιοελληνική = όου ή ώου = ωόν!
• Ουάρα ή όρα = ‘Ωρα. Εκπληκτικό! Ο Νικολαϊδης υποστηρίζει, παραδόξως, ότι προέρχεται από το λατινικό hora, αλλά πιθανολογεί ότι προέρχεται και από το ελληνικό «ώρα»! Ακριβώς, η αρχική λέξη ήταν
«Fοσάρα» και στη συνέχεια έγινε έκθλιψη του «σ» μεταξύ δύο φωνηέντων και έγινε «Fοαρα», «οάρα», «ώρα». Η ελληνοβλαχική λέξη κρατάει τον αρχικό τύπο!
• ( από το λεξικό — Δημ. Στεργίου)

Από τα παραπάνω καθώς και πολλών αρχαίων κειμένων προκύπτει, ότι η Βλάχικη γλώσσα μας είναι Ελληνογενής Ομηρική και Λατινογενούς προελεύσεως.
Χωρίς να αποκλείουμε βέβαια και επιρροές από άλλες γλώσσες με πολύ μικρό αριθμό λέξεων,από την Αλβανική, Ρουμάνικη και Σλάβικη ,ως προς τη Ρουμάνικη η βλάχικη γλώσσα απέχει πολύ από εκείνη και δεν έχει καμία σχέση μ αυτή παρά την μεγάλη προπαγάνδα τους.
Η βλάχικη γλώσσα είναι μια ζωντανή προφορική γλώσσα που εδώ και αιώνες ακολουθεί έναν αυτόνομο δρόμο, καλλιεργείται μέσω της παράδοσης, του προφορικού λόγου και μαζικής επικοινωνίας και της καθημερινής χρήσης από τη βλάχικη αμφικτιονία . Γι’ αυτό παρουσιάζει μεγάλο αριθμό διαφορετικών ειδών λόγου, το καθένα από τα οποία έχει τα ιδιαίτερα γλωσσικά του χαρακτηριστικά.
Εδώ τα χαρακτηριστικά είναι της περιοχής Αργυροπουλίου Τυρνάβου Λαρίσης αυθεντικά όπως τα κληρονομήσαμε.
Με βάση την Ελληνική Γραμματική γίνεται και η αντίστοιχη ταυτοποίηση αφού χρησιμοποιείται η Ελληνική γραφή ως η πλέον ενδεδειγμένη Ελληνική Ομηρική γραφή Τροφός όλων των γλωσσών.
Εξ άλλου και η λατινική γραφή είναι ένας από τους τύπους της Ελληνικής γραφής, η επικρατούσα όμως σημερινή γραφή είναι η συνισταμένη, όλων των τύπων γραφής που γεννήθηκαν σε τούτον τον τόπο γι αυτό είναι και η τελειότερη και η περιέχουσα όλους τους άλλους τύπους, οι οποίοι περιθωριοποιήθηκαν .
Είναι λοιπόν εύλογο το ερώτημα: κατά ποίαν λογικήν προκειμένου να αποτυπώσουμε οποιοδήποτε γλωσσικό ιδίωμα ,θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε την εκφυλισθείσα συνιστώσα της Ελληνικής και όχι την ίδια την Ελληνική η οποία αν-ήχθη στη γλώσσα του Σύμπαντος στην πρώτη μαθηματική και εννοιολογική γλώσσα, στη μήτρα όλων των μεγάλων γλωσσών της Ιστορίας.
Η Φωνητική και η προφορά

Η Φωνητική εξετάζει τους φθόγγους που χρησιμοποιούν οι ομιλητές των διαφόρων γλωσσών. Κάθε ζωντανή γλώσσα, παραδίδεται προφορικά και έχει διαμορφώσει μια κοινά αποδεκτή προφορά, η οποία όμως δεν είναι ίδια σε όλους τους ομιλητές. Η ποικιλία μάλιστα της προφοράς είναι πολύ μεγάλη, γιατί την επηρεάζουν παράγοντες που έχουν σχέση με τα γεωγραφικά και τα κοινωνικά ιδιώματα, με τις διαλέκτους, με τις ατομικές διαφορές στην κατασκευή των φωνητικών οργάνων, με τη διάθεση του ομιλητή, με το ύφος της ομιλίας κ.ά. Τα όργανα που παράγουν την προφορά είναι οι πνεύμονες, από τους οποίους ξεκινά ο αέρας, και ο λάρυγγας, όπου βρίσκονται οι φωνητικές χορδές, που καθορίζουν με τις παλμικές κινήσεις τους ποιοι φθόγγοι θα είναι ηχηροί και ποιοι άηχοι. Ακόμη, πολλά σημεία της στοματικής κοιλότητας (υπερώα, ουρανίσκος, φατνία, δόντια, χείλη), καθώς και η ρινική κοιλότητα, συμμετέχουν μαζί με τη γλώσσα και τις κινήσεις της στην ποιότητα της προφοράς. Είναι, επομένως, η προφορά αποτέλεσμα μιας σωρείας συνδυαστικών κινήσεων των οργάνων του φωνητικού μηχανισμού του ανθρώπου. Οι γλωσσικοί ήχοι που

παράγει το σύνολο των ομιλητών μιας γλώσσας φαίνεται να είναι άπειροι σε αριθμό. Οι ήχοι αυτοί όμως στην πραγματικότητα συγκροτούν έναν πεπερασμένο αριθμό διακριτών μεταξύ τους ήχων, οι οποίοι επιτρέπουν στους ακροατές να αναγνωρίζουν τις λέξεις και τα νοήματά τους. Έτσι, όταν μιλάμε για προφορά, εννοούμε τα χαρακτηριστικά των γλωσσικών ήχων, τους οποίους αντιλαμβάνονται όλοι οι ομιλητές της βλάχικης γλώσσας ως αντιπροσωπευτικούς. Όλες οι άλλες παραλλαγές τονίζουν την ποικιλία μιας ζωντανής γλώσσας και παράλληλα δίνουν στοιχεία για τη δημιουργία υφολογικών παραλλαγών και επικοινωνιακών αποτελεσμάτων.
Οι φθόγγοι

Οι φθόγγοι είναι οι γλωσσικές μονάδες του προφορικού λόγου που χρησιμοποιούν οι ομιλητές μιας γλώσσας. Διαθέτουν αρθρωτικά χαρακτηριστικά, ανάλογα με το σημείο του φωνητικού μηχανισμού στο οποίο σχηματίζονται, και ακουστικά χαρακτηριστικά (ένταση, ύψος, διάρκεια και χροιά) .
Το εγχείρημα δύσκολο και η απόδοση της προφοράς ακόμη δυσκολότερη , με τη βοήθεια όμως μερικών συμβόλων όπως η άνω και κάτω τελεία από τα διεθνή Phonetics θα γίνει ευκολότερη και πιο αντιληπτή.
Στην περίπτωση που έχουμε προφορά μεταξύ του α και ε ,πχ στη λέξη μήλα μεά:ρι ή μιά:ριλι έχουμε επανάληψη του δευτέρου φωνήεντος με τελεία άνω και κάτω, ενώ στον ενικό το ε είναι καθαρό μέρου ή μέρλου, στη λέξη σκύλο = κ΄έ:νι γίνεται επανάληψη του ε, άρα θα τονίζουμε κανονικά τις λέξεις και όταν μπαίνει μπροστά από το φωνήεν άνω κάτω(διπλή) τελεία το φωνήεν παρατείνεται διπλασιαζόμενο. πχ μά:σκουρ’ ή μά:σκουρου (αρσενικός), επανάληψη του α, μουά:σια (γριά) παράταση του α.
Τα σύμφωνα με τον τόνο μπροστά τους προφέρονται όπως θα τα διαβάζαμε μέσα στη λέξη ή ως φθόγγους ώς κ, σ, μ, π, και τ , (ούτε τι,ούτε του,ούτε ταφ,αλλά τ , σχέ(τ)ο ) κατά τρόπο που θα προφέραμε το κ στην πρόθεση έκ ή στους φθόγγους ,μπ,γκ, κλπ .
Συμπίπτει (σ΄ιμπ΄ίπ΄τ΄ι) , Σάββατο = Σ΄έ:μπ΄τ΄ , τυλιγμένος = α΄β΄ρτίτου, κ΄έ:ντ(ου)=τραγουδώ.

Δηλαδή, δίδεται προσοχή ιδιαίτερα στα σύμφωνα να προφέρονται όπως μέσα στις λέξεις και όχι όπως στην εκφώνηση της αλφαβήτου –έστειλαν = πιτρικούρ΄ρ το ρό θα προφερθεί ρ όπως στη λέξη ροή, ή τρέχω.Το σ πριν από το β,γ,λ,μ,ν, προφέρεται ζ , σβό:μ(ου) = κάνω εμετό, σμούλγκου= ν αρμέξω, σγκρέ:μ(ου)= γρατζουνώ τρίβω ,σνέγκου= να πάω.
Ο τρόπος αυτός αξιοποιεί και διευκολύνει την εκφορά του λόγου στη σωστή φωνητική διάσταση της προφοράς και δίδει στοιχεία κλειδιά για την κατανόηση των αφηρημένων εννοιών, από τον αναγνώστη.
Πολλαπλασιαστικά Αριθμητικά

Τα πολλαπλασιαστικά αριθμητικά δηλώνουν την ποσότητα των μερών από τα οποία αποτελείται κάτι, π.χ. διπλός (δηλ. αποτελείται από δύο μέρη) εδώ έχουμε την προσθήκη της κατάληξης πλόου ή πλόλου για τα

σύνθετα δηλαδή απλόλου, διπλόου, τριπλόλου, κλπ: διατήρηση της Ελληνογενούς μορφής, ( απλά, απλός, διπλός, τριπλός, τετραπλός, πενταπλός, εξαπλός, δεκαπλός, εικοσαπλός, εκατονταπλός κτλ.ως και β) σύνθετα με το διπλός: τρίδιπλος, τετράδιπλος κτλ. Διπλόλου, τριπλόλου τετραπλόλου κλπ

Αναλογικά Αριθμητικά

Τα αναλογικά αριθμητικά δηλώνουν πόσες φορές ένα ποσό είναι μεγαλύτερο από ένα άλλο, π.χ. Κά:λια ντι Λά:ρσα του Αργυροπούλι εά:στι νταόρι διπλάσιη , ντι Τέ:ρβα Λάρσα.Ο δρόμος Λάρισα –Αργυροπούλι είναι διπλάσιος απ ότι Τύρναβος Λάρισα (δηλ. δύο φορές μεγαλύτερος) με την προσθήκη της κατάληξης άσιου,ή άσιη για τα θηλικά ουσιαστικά συμπληρώνουμε τις αντίστοιχες Ελληνίδες λέξεις. Αναλογικά αριθμητικά είναι τα διπλάσιος, τριπλάσιος, τετραπλάσιος, πενταπλάσιος, εξαπλάσιος, επτα- πλάσιος, εικοσαπλάσιος κτλ.(διπλάσιου,τριπλάσιου, τετραπλάσιου και περιφραστικά διπλάσιος =νταόρι΄ διπλάσιου (δύο φορές διπλάσιος) κλπ.
Απόλυτα αριθμητικά

Τα αριθμητικά ουσιαστικά είναι αφηρημένα περιληπτικά ουσιαστικά και φανερώνουν ή ένα σύνολο από μονάδες (περιληπτικά). Τα απόλυτα αριθμητικά από το ένα μέχρι το δέκα προφέρονται με μία λέξη, ενώ από το δέκα και πάνω, εξαιρείται μόνο το είκοσι(μονολεκτικό), με ξεχωριστές λέξεις οι μονάδες, οι δεκάδες, οι εκατοντάδες κτλ., π.χ ούνσπ΄ρ΄τζάτσι, ντάου σπ΄ρ΄τζάτσι ,τρέ:ι σού:τι = ένδεκα, δώδεκα, τριακόσια, (τζάτσι
=10, ούνσπρ΄τζάτσι=11, ντάου σπρ΄τζάτσι = 12, τρέ:ι σπρ΄τζάτσι,πάτρου σπρ΄τζάτσι=14, τσισπρ΄τζάτσι=15 σασπριτζάτσι=16 κλπ
Γίνγκιτς ό:ι =20 πρόβατα, τρέ:ι ουά:μιν΄ιοι =τρεις άνθρωποι.

Βλέπουμε ότι ενώ τα βλαχικά είναι λατινογενής γλώσσα δεν ακολουθούν το αριθμητικό σύστημα των λατινικών αλλά των αρχαίων ελληνικών. Δύο επάνω στο δέκα ντάου σπ΄ρ΄τζάτσι ,2επί 10(2 επάνω στο 10). Η αρχαιοελληνική δομή « μονάδα + επί+ δέκα» , αναλύεται από τον Καθ.κ Αχ.Λαζάρου η ίδια και στα βρετόνικα, όπου την εντόπισε ο Α . Μπουσμπούκης. Η αρίθμηση αυτή στα βλάχικα φτάνει μέχρι το 29 εκτός από το 20, ενώ στις άλλες γλώσσες περιορίζεται από το 11 μέχρι το 19 . Στα βρετόνικα αρχίζει από το 21 και φτάνει μέχρι το 29
Τα απόλυτα αριθμητικά και το αόριστο άρθρο, έχουν έναν τύπο και δεν κλίνονται , είτε αναφέρονται σε αρσενικά είτε σε άλλα γένη πχ πά:τρου νιέ:λιοι=4 αρνιά- ουν΄ σούτι ντι πούλιοι= εκατό πουλιά.κλπ
(Διατηρούμε στον πληθυντικό το δίφθογγο- οι- όπως το άρθρο οι ή στη λέξη Σύριοι στην Ελληνική, για την ακριβέστερη προφορά και την έννοια του πληθυντικού δηλαδή του πλήθους των Ανθρώπων,ζώων, ή πραγμάτων).

Ούν –ούνα- ούν = ένας-μία ένα

Ούν μπ’ρμπάτ’(ου),ένας άνδρας- ούν΄(α) μουλιάρι,μία γυναίκα –ούν τσιλιμάν’(ου), ένα παιδί. Τακτικά αριθμητικά
Εδώ χρησιμοποιούμε τις Ελληνίδες λέξεις με τη βλάχικη κατάληξη (ου). Πρώτος=πρώτου.δεύτερος
=δεύτερου κλπ., το ίδιο και στα Πολλαπλασιαστικά Αριθμητικά Διπλός=διπλόλου, τριπλόλου κλπ.
Αριθμητικά ουσιαστικά

Παραμένουν ίδια με τα απόλυτα αριθμητικά. Σημεία στίξης
Αυτά και ο τονισμός παραμένουν ίδια όπως στην ελληνική,. ΆΡΘΡΟ
Ορισμός

Το άρθρο είναι ένα μέρος του λόγου που βρίσκεται πριν από ουσιαστικό και του προσδίδει τη σημασία του οριστικού ή του μη οριστικού, δηλαδή του συγκεκριμένου ή του μη συγκεκριμένου, π.χ. Κάλιλιοι ντι μ΄πόλι ( μ’πωά:λι ) ανουά:σ΄τ΄ή ανουάστρ΄ = Οι δρόμοι της πόλης μας. ούν΄ λιβάδι απρουά:πια ντι ρ΄έου = Ένα λιβάδι κοντά στο ποτάμι. Μερικές φορές βρίσκεται και πριν από άλλα μέρη του λόγου, τα οποία όμως λειτουργούν ως ουσιαστικά, π.χ. άβ΄τζ΄ ίδιοιλι σ΄ίδιοιλι = Ακούει τα ίδια και τα ίδια. Διαθέτει δύο άρθρα, ένα οριστικό και ένα αόριστο. Οριστικό άρθρο υπάρχει μόνο στην αιτιατική π.χ. του μού:ρ΄ =στον τοίχο . Με το αόριστο άρθρο γίνεται λόγος για κάτι (πρόσωπο, ζώο, πράγμα, έννοια) που δεν είναι γνωστό ή αναγνωρίσιμο από τα άτομα που συμμετέχουν στην επικοινωνία, π.χ. αουά:λταρ΄ανταμουσέϊ κου ούν σώ:τσου βέκλιου ν΄τιαμέλου = Προχθές συνάντησα έναν παλιό μου φίλο. Η απουσία επίσης του οριστικού άρθρου στον πληθυντικό αριθμό προσδίδει έναν παρόμοιο αοριστολογικό χαρακτήρα στο ουσιαστικό, π.χ. βίνιρ΄ ουάσπιλιοι λα μβιάστα ανουάστ΄ = Ήρθαν οι επισκέπτες στην νύφη μας.

Εκτός από το οριστικό (του) υπάρχει και το λά π.χ. μπ΄γκέ: λάπτιλι του γκ΄λιάτα=έβαλε το γάλα στο καρδάρι, βίνι λα τέτα =ήρθε στη θεία, νιά:σι ( ντούσι) λα αμά:ρη =πήγε στη θάλασσα.
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ

Το ουσιαστικό είναι ένα μέρος του λόγου που αναφέρεται κατά κανόνα σε πρόσωπα, ζώα, πράγματα, τόπους και σε έννοιες που δηλώνουν ιδιότητα, ενέργεια και κατάσταση, π.χ. όμου = ο άνθρωπος, βούλπια = η αλεπού, μπουνάτσα = η καλοσύνη. Αποτελεί τον πυρήνα μιας ονοματικής φράσης, ενώ η θέση του μέσα σε

αυτήν ή και μέσα στην πρόταση εξαρτάται τόσο από τη συντακτική λειτουργία που επιτελεί όσο και από το ύφος που χρησιμοποιεί ο ομιλητής.
Το ουσιαστικό συμπληρώνει κατά κάποιον τρόπο σε μια πρόταση το ρήμα είτε ως υποκείμενο ή ως αντικείμενο είτε γενικότερα ως προσδιορισμός. Τα ουσιαστικά ανάλογα με το τι δηλώνουν διακρίνονται:
α) Σε κύρια: όσα δηλώνουν ορισμένο πρόσωπο ή ζώο.

Ως κύρια χρησιμοποιούνται και τα ονόματα των ημερών της εβδομάδας, των μηνών, των εορτών, των πλοίων, των λογοτε χνικών έργων, των έργων τέχνης π.χ. Λούνι=Δευτέρα ,Μάρτσς=Τρίτη, Νιέ:ρκουρι= Τετάρτη ,τζιόϊ=Πέμπτη , Βίνιρι=Παρασκευή, Σ΄έ:μπ΄τ΄=Σάββατο ,Ντουμέ:νικ΄=Κυριακή , Γενάρου=Ιανουάριος,Σκούρτου=Φεβρουάριος,, Μάρτσς=Μάρτιος,Απρίλιου=Απρίλιος,Μάϊου=Μάϊος. Τζιούν΄= Ιούνιος ,Αλουνάρου= Ιούλιος, Αύγουστ΄=Αύγουστος ,Γισμ΄τσιούν=Σεπτέμβριος, Σαμαντριάνου , Ουκτόβριου,ή Άγιου Δημήτρη=Οκτώβριος, Μπρουμάρ(ου)΄= Νοέμβριος, Αντρέου ή Δεκέμβριου=Δεκέμβριος΄.
Πριμβιά:ρα=Άνοιξη,Βιάρα=Καλοκαίρι, Τουάμνα ή Σουμέντρου =Φθινόπωρο, Ιάρα=Χειμώνας.

β) Σε κοινά: όσα δηλώνουν όλα τα πρόσωπα, ζώα ή πράγματα που ανήκουν στο ίδιο είδος ή που δηλώνουν κάποια κατάσταση ή ιδιότητα, π.χ. κάλι:α = δρόμος. όμου ή όμλου =άνθρωπος , μά:τσα= γάτα, μπά:να = ζωή. γ) Σε περιληπτικά: όσα δηλώνουν σύνολα προσώπων ή ζώων ή πραγμάτων, π.χ. ντουνιά:ουα = κόσμος, κουπί:ι = κοπάδι. δ) Σε συγκεκριμένα: όσα κοινά ονόματα δηλώνουν πρόσωπα, ζώα ή πράγματα που είναι αντιληπτά από τις αισθήσεις, π.χ. ουάρ΄μπιρι = το δέντρο, βιβλίου= το βιβλίο. ε) Σε αφηρημένα: όσα κοινά ονόματα δηλώνουν ενέργεια, ιδιότητα ή κατάσταση και γενικά αναφέρονται σε όντα που τα αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος μόνο με τη σκέψη του, π.χ. ησυχί:η = ησυχία, χαρά:ουα = η χαρά.

Γένος των ουσιαστικών

Κάθε ουσιαστικό ανήκει σε ένα γένος. Τα γένη στα οποία μπορούν να ανήκουν τα ουσιαστικά είναι τρία: το αρσενικό, το θηλυκό και το ουδέτερο. Τα γένη των ουσιαστικών δε συνδέονται απαραίτητα με το φυσικό γένος ούτε και με άλλα σημασιολογικά χαρακτηριστικά. Υφίστανται όμως ορισμένες τάσεις που συσχετίζουν το γένος με ορισμένα σημασιολογικά χαρακτηριστικά.
Οι κυριότερες από αυτές τις τάσεις είναι οι εξής: α) Τα ουσιαστικά που δηλώνουν ανθρώπινα όντα συνήθως ανήκουν στο φύλο του προσώπου στο οποίο αναφέρονται, π.χ. μπ΄ρμπάτου= άντρας αρσενικό, μουλιά:ρη = γυναίκα θηλυκό , αλλά φιτσιό:ρου =αγόρι-φιά:τα = κορίτσι. Ουάρ΄μπιρι= ΄δένδρο ουδέτερο.
Αρσενικό-θηλυκό-ουδέτερο = μάσκουρου,θιάμινα, ουδέτιρου.

Τάτι = πατέρας ,ντάντα = μητέρα, ουάρμπιρι ή ουάρ΄μπιρι = δένδρο.

Πολλά ουσιαστικά όπως και στα Ελληνικά έχουν έναν τύπο μόνο, υπάρχουν και πολλά που έχουν δύο τύπους π.χ ούρσα=αρκούδα,αλεπού=Βούλπια, , κέ:νι = σκύλος ,γκ΄λίϊνα(γκ΄λί:να = κότα, μά:τσα = γάτα. Κάλου= άλογο, και εννοούμε και τα δύο γένη.
Ενώ όταν αναφερόμαστε σε ένα συγκεκριμένο ζώο εκεί διακρίνεται το γένος: Ιάπα = φοράδα, τσάπου =
τράγος, κάπρα = γίδα, μπιρμπέκου = κριάρι , ουά:ια = προβατίνα, κ΄τσά:ου = σκύλα,. Λάλι = θείος , τέτα = θεία, κόκουρου = κόκορας ,
Κληση ουσιαστικων

Τα ουσιαστικά όλα έχουν ενικό και πληθυντικό πολλά απαντώνται μόνο στην ονομαστική τους πτώση και είναι άκλητα. Πολλά άλλα ουσιαστικά έχουν ονομαστική,γενική δοτική αιτιατική και κλιτική,ρός,ρόσιου,ρος,συνήθως τα αρσενικά στη γενική παίρνουν την κατάληξη λου ή ρλου νικουκύρου- νικουκύρλου= νοικοκύρης,νικουκίρλιοι = νοικοκυραίοι.
Υπενθυμίζουμε ότι διατηρούμε το δίφθογγο (οι) όπως και στην Ελληνική.

Όμ –όμιν΄λιοι,άνθρωπος ,άνθρωποι, μέσου =μήνας,μέσοι = μήνες, άνου= χρόνος , άνιοι χρόνια, στ΄μέ:ν΄= εβδομάδα , τζούα= ημέρα – όυάρα = ώρα ,λιπτόλου = λεπτό, μινούτου = δευτερόλεπτο.
Υπάρχουν δύο τύποι κλίσεων ουσιαστικών, η έναρθρη κλίση και η άναρθρη χωρίς πολλές φορές να γίνεται και τόσο αντιληπτή πχ.στην έναρθρη κλίση ουσιαστικών :
Ενικός αριθμός :

Ονομαστική ούνου μπ΄ρπάτου,ούν΄ μουλιάρια, ούνου ουάρ΄μπιρου Γενική : Ντι ούνου μπ΄ρμπάτου, ντι ούνα φιάτα, ντι ούνου ουάρμπιρου Δοτική: Λα ούν΄ φιτσιόρου, λα ούνα φιάτα,λα ούν΄ουάρ΄μπιρου Αιτιατική: Ούνου μπ΄ρμπάτου, ούνα μάτσα ,ούνου μπιρμπέκου

Πληθυντικός Αριθμός

Ον/κή : ν΄σκέ:ντς φιτσόρι, νίστι φιάτι, νίστι τρούπουρι
Γενική: προσθήκη του Ντί και ως έχουν ανωτέρω( ντι νίστι φιάτι κλπ) Δοτική: προσθήκη του τι και ως ανωτέρω(τι νίστι φιτσιόρι κλπ)

Αιτ/κή: νίστι φιτσιόρι,νίστι φιάτι,νίστι τρούπουρι Άναρθρη κλίση των ουσιαστικών
Ενικός Αριθμός

Ον: ούνου φιτσιόρου, ούνιϊ φιάτ΄, ούνου όμου

Γεν: α ουνλούϊ φιτσιόρου, α ουνλίϊ φιάτ΄, α ουνλούϊ όμου Δοτική: όπως και στη Γενική
Αιτ: Ούνου φιτσιόρου, ούνιϊ Φιάτ΄, ούνου όμου Πληθυντικός Αριθμός
Ον: Νίστι φιτσιόρι, νίστι φιάτι, νίστι ουάμινιοι(διατηρούμε το (οι ) με προφορά όπως στην Ελληνική) Γεν:Ντι νίστι φιτστιόρι, ντι νίστι φιάτι, ντι νίστι ουάμινιοι
Δοτ:Τι ν΄σκέ:ντς φιτσιόρι, τι ν΄σκέ:τι φιάτι, τι ν΄σκέ;ντς ουάμινιοι Αιτ: Νίστι φιτσιόρι, Φιάτι, τρούπουροι
Έναρθρη κλίση των αρσενικών και θηλυκών Ενικός Αριθμός
Ον: Λούπουλου, Γεν: α λούπουλουϊ, Δοτ: α λούπουλουϊ,Αιτ: λούπουλου,αλλά και :Ον: Πρέφτουλου,Γεν: Αλ πρέφτουλου, Δοτ: αλ πρέφτουλου,Αιτ: πρέφτουλου, Κλ: Πρέφτου
Πληθυντικός Αριθμός

Ον: λούκιλιοι, Γεν: α λούκιλουρ΄, Δοτ: α λούκιλουρ΄, Αιτ: λούκιλιοι

Ον: Πρέφτσιλιοι, Γεν: Ντι λα πρέφτσιλιοι, Δοτ: Τι πρέφτσιλιοι, Αιτ: Πρέφτσιλιοι, Κλ: Πρέφτσιοι Θηλυκά Ενικός Αριθμός
Ον: Ιάπα, Γεν: α ιάπιλη, Δοτ: α ιάπλη, Αιτ:α ιάπα, Κλιτική : ιάπα Πληθυντικός Αριθμός
Ον: Ιάπιλιοι, Γεν: α ιάπιλορου,Δοτ: α ιάπιλορου, Αιτ: ιάπιλιοι,Κλιτ; Ιάπι

Ουδέτερα ουσιαστικά έναρθρη κλίση

Ενικός Αριθμός,

Ον: Τρούπουλου, Γεν: α τρούπουλούϊ, Δοτ: α τρούπουλουϊ, Ατ: τρούπουλου,Κλ: τρούπου Πληθυντικός Αριθμός
Ον: Τρούπουριλιοι, Γεν: α τρούπουριλόρου(εγκλιτική λέξη όταν η προηγούμενη λέξη είναι προπαροξύτονη), Δοτ: α τρούπουριλόρου (εγκλιτική λέξη),, Αιτ:Τρούπουρίλιοι (εγκλιτική λέξη), Κλ: Τρούπουρι

Θηλυκά Ουσιαστικά (έναρθρη κλίση)

Ον: Κάρτεα, Γεν; αλι κάρτι, Δοτ: αλι κάρτι, Αιτ:κάρτεα,Κλ: κάρτεα Πληθυντικός Αριθμός
Ον: Κάρτσιλιοι, Γεν: κάρτσιλι,Δοτ: κάρτσιλι, Αιτ:κάρτσιλ΄ι, Κλ: Κάρτσιοι. Ουδέτερα στην έναρθρη κλίση
Ενικός Αριθμός

Ον: Σέμνου,Γεν: Ντι λα σέμνου, Δοτ: Τι σέμνου, Αιτ: σέμνουλου, Κλ: σέμνου Πληθυντικός Αριθμός
Ον: Σιάμνιϊλοι, Γεν: Ντι λα σιάμνιϊλοι, Δοτ: Τι σιάμνιϊλοι, Αιτ: Σιάμνιϊλοι, Κλ: Σιάμνοι ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Ορισμός – Λειτουργία – Χρήση – Είδη

Οι σύνδεσμοι είναι άκλιτα μέρη του λόγου απλοί και σύνθετοι , οι απλοί έχουν ένα στοιχείο, οι σύνθετοι περισσότερα από ένα, δεν στερούνται λεξιολογικής σημασίας είναι όμως πιο αδύνατες από εκείνες των επιρρημάτων. Αντιθέτως από τις προθέσεις μπορούν να συνδέουν δύο ή περισσότερες προτάσειςδιά των κατηγορημάτων τους.Δεν χρειάζεται η αιτιατική ή η γενική πτώση στο υποκείμενο, μπορούν να συντάσσονται ανεξάρτητα με συγκεκριμένη έγκλιση του ρήματος χωρίς καμμιά άλλη.πχ ο σύνδεσμος σι(σ΄) συντάσσεται πάντα με υποτακτική.
Έχουμε δύο κατηγορίες τους παρατακτικούς και τους υποτακτικούς Παρατακτικοί = σ΄, μήτε =μίτι, ούτε=ούτι

Σ΄ ή σι : «Ντισκλίσιου Ράδιου σ΄άβντου Βέμπο» άνοιξα το ραδιόφωνο ν ακούσω Βέμπο. Νε =ούτε : Νε μίνι νε τίνι(ούτε εγώ ούτε εσύ)
Διαζευτικοί ή Διαχωριστικοί: Ι = ή (Ι νόϊ ί έλιοι=ή εμείς ή αυτοί) . ή, είτε : Ι τίνι Ι μίνι ή εσύ ή εγώ,Ι τίνε Ι ιό= ή εσύ ή εγώ, ή ί:α ή έου= ή αυτή ή εγώ( το εγώ στις μορφές μίνι,ιό, έου) ίκα ία ίκα έλου= ή αυτή ή αυτός.
Αντιθετικοί: αλλά επειδή ,αλλά αφού,όπερ = αλλά μα, άμα, μάκα (Ντάντα νου ου βρεά μβεάστα, αλά ου λώ, νου ου βρεά κατσέ ιάστι μούλτου νηίκ΄=η μάνα δεν τη θέλει τη νύφη, αλλά την πήρε, δεν τη θέλει γιατί είναι πολλή μικρή) μα βας ακρεάστ΄=αλλά θα μεγαλώσει.
Υποτακτικοί τσι= τι (ποιητικό), κ΄ ή κι = ότι ,πως (Νου τσ΄ντάου κάπρα κ΄ ου αστέπτου σ΄φιάτ΄=Δεν σου δίνω την γίδα γιατί την περιμένω να γεννήσει) (Νιϊ τζέσι κ΄βας νιάγκ΄= μου είπε πως θα πάει)
Αιτιολογικοί: κ , κατσέ, ντέκα = διότι,επειδή,γιατί ( Νού αούρ΄τι Νάσιου κ΄βίνι = μη φωνάζεις για τον Νάσο γιατί ήρθε) (αντούν΄ κου πίϊα κ΄βας ντά πλουάϊ = μ άζεψε το κοπάδι γιατί θα βρέξει) Κατσέ =επειδή,γιατί( Νού βας λιάη ντουλτσίμι κατσέ νου χίϊ μπούν όμ.
Υποθετικοί: κάρα,άμα=εφόσον,αν ( Νού πουτιάμου σ τρέκου ρέου άμα σ νου αβεάμ βάρκα)

Μάσι τι τάλιϊ βας σκουάτ΄σέντζι=αν κοπείς θα βγάλει αίμα)

Χρονικοί : Γιάτουρου αδιξιάστη κάθε Λούνι σ Νιέρκουρι = Ο γιατρός δέχεται τη Δευτέρα και την Τετάρτη. καρα=όταν,σαν (κάρα Φουτζίρ΄ουάσπιτλιοι μπ΄γκέ:μ μισάλια= σαν έφυγαν οι επισκέπτες βάλαμε τραπέζι) ( κέ:ντου βας φούτζ γκρεά νιϊ σ ΄λιάου φούνεα= όταν θα φύγεις φώναξέ με να πάρω το σχοινί) όταν= κέ:ντ, ενώ, καθώς = ασιέ κουμ, αφού, αφότου, πριν (πριν να), μόλις=αμό, προτού, ώσπου=π΄ν΄, κ.ά.
Τελικοί: Τας,σι,σ΄=να ,για να,( τας νέτζ΄του αμάρι πρίντι στί μπάνιϊ= Για να πας στη θάλασσα πρέπει να ξέρεις κολύμπι,σα, γίν(ου) σα βα βέντου ή γίνου σ΄β΄βέντου=έρχομαι να σας δω. Τας ακάτς΄ νιέλου πρίντι σ΄άϊ κ΄ρίγκου=για να πιάσεις το αρνί πρέπει να έχεις γκλίτσα.
Ειδικοί πως, που, ότι =κούμ,ιού,ίτσι( κούμ τρέτς του ξεάνη=πώς περνάς στα ξένα;) Ιού ιεαράη ασιάρανουάπτεα= πού ήσουν χθες βράδυ; ( ίτσι μβεάστ΄σν αντούκ΄νόϊ βας σου διξουσίμ΄κου χαράου.=όποια νύφη μας φέρει θα τη δεχθούμε με χαρά.)
Διστακτικοί : Νάκα= μήπως (Νάκα βας βέτζ΄Τόλιου τώρα σιάρα; Μήπως θα δείς τον Τόλη απόψε;)

Παραχωρητικοί: κού τούτ τσι= παρόλο που,όσο και,(κου τουτ τσι λου ακλιμάϊ νου βίνι = παρόλο που τον κάλεσα δεν ήρθε)
Οι σύνδεσμοι απαντώνται και ζεύγη : κουμ….ασιέ = όπως…..έτσι ( κουμ βρέϊ τίνι ασιέ σ΄νιτζέμου) Νού μόνγκι τίνι αλλά σ΄ία βας τριάκ΄πούντεα= όχι μόνο εσύ αλλά κι αυτή θα περάσει τη γέφυρα)

Κ΄τ΄ αγκουντεάμ κάλου κου βίτσα αχέντ αλ΄γκά = όσο χτυπούσα το άλογο με τη βίτσα τόσο κι έτρεχε. Κου τούτ΄τσι ιεαρά αχέ΄:ντ΄γκρέου ,ου σκουλάη =Αν και (παρόλο)που ήταν τόσο βαριά τη σήκωσα.
Ι βαλ΄ γκρέλιοι,ί βας ν.έγκου μίνι κου φορτουτίρεα = ή θα τους φωνάξεις ή θα πάω με τη μαγκούρα.

Νε κου κέ:ντου νε κου τζιόκου πότς σλου λιάη του νούμτη( ούτε με το τραγούδι μήτε με τον χορό μπορείς να τον πάρεις στο γάμο.

ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ

Προσωπικές,Δεικτικές, Αναφορικές,Ερωτηματικές, Κτητικές, Οριστικές και Αόριστες

Οι αντωνυμίες χρησιμοποιούνται σε αντικατάσταση ενός ουσιαστικού ή ονομαστικής φράσης ή και επιθέτου ακόμη.
Οι προσωπικές αντωνυμίες το λέει και η λέξη αντικαθιστούν πρόσωπα. Ονομαστική Γενική
Εγώ μίνι ή (ιό) Ανίϊ

Εσύ τίνι Ατσέ:ια

Αυτός έλου Αλούϊ

Αυτή Ία Αλιέ:ϊ

Αυτό ατσέλου Αλούϊ

Εμείς νόϊ Ανόϊ Εσείς βόϊ Αβόϊ
Αυτές ιάλοι Αλόουρ΄

Αυτοί έλιοι Αλόουρ΄ Κτητικές
Είναι οι αντωνυμίες που δηλώνουν σε ποιόν ανήκει κάτι. Για έναν κτήτορα

Αμιέ:λ(ου)=δικός μου , αμεάλι=δικές μου, ατ΄έ:λου= δικό σου,αλούι =δικό του,αμιέ:λιοι =δικοί μου,ατιέ:λιοι δικοί σου,αλό:ρ= δικά τους
Αμιάου = δική μου, ατά:ου= δική σου ,για πολλούς κτήτορες, ανόυό:στς΄ = δικοί μας ,ανουάστι = δικές μας΄,αλόρ΄= δικά τους. Για έναν κτήτορα, Αλούι=δικότου, αλιέ:η=δικό της, αλούι = δικό του.
Κέ:νντ μι τουράμ ντι λα μπισιάρικα ανταμουσίϊ ντάντα αλ Τόλιου,σιου τριμπάϊ ιού ιάστι χίλιουλι; Όταν γύριζα από την εκκλησία συνάντησα την μητέρα του Τόλη και την ρώτησα πού είναι ο γιός της.
Για πολλούς κτήτορες

Αν΄νουάστι(ανουάστρι)= δικά μας , αβάστρι= δικά σας, αβριέ:λιοι= δικά τους Αυτοπαθείς
Ιαφτόλου αμιέ:λου = ο εαυτός μου.

Με το ιαφτόλου μπροστά από κάθε κτητική αντωνυμία γίνονται και όλα τα κτητικά αυτοπαθή, ιαφτόλου ατέ:λου=ο εαυτός σου, ιαφτόλου αλούι κλπ.
Οριστικές

Ίδιος,α,ο=ίδιου-ίδια ή ίδγη,ίδιου

Σίνγκουρ΄=μόνος ,σίνγκουρα= μόνη,σίνγκουρ΄=μόνο Δεικτικές
Για να δείξουμε κάτι.

Ατσέ:λ = εκείνος, ή ατσέλου, ατσά= εκείνη,ατσέλ=εκείνο,ατσέλιοι=εκείνοι, ατσιάλοι=εκείνες, εκείνοι=ατσέλιοι
Αίστου=αυτός ,αϊστα=αυτή,αϊστου=αυτό, αίστς=αυτοί,αϊστοι=αυτές,αίστς=αυτά. Αχτάρι-αχτάρια-αχτάρι,τέτοιος,τέτοια,τέτοιο
Αχ΄έ:ντ,(Αχ΄έ:ντ ου)=τόσος, αχ΄ έ:ντα= τόση- αχ΄έ:ντ (ου)=τόσο Αναφορικές
Τσι,ή ιού=που,κά:ι = ποιος, ποια , ποιο .(κέ:νιλι κάρα αλάτρ΄ νού μούσκ΄= το σκυλί που γαυγίζει δεν δαγκώνει)

Χουάρα ιου μπ΄νάϊ= το χωριό που έζησα) (Ντισούπρ΄ντι χουάρ΄ιάστι ούν΄κ΄ράρι τσι τι σκουάτ΄νκάλι= Πάνω από το χωριό υπάρχει ένα μονοπάτι που σε βγάζει στον δρόμο)
Ερωτηματικές

Τσί= τι , ακούι = ποιανού,ής,ού κά:ι=ποιος, κ΄ντ΄= πόσος, πόση ,πόσο Αόριστες
Ούν΄= ένας, ούνα = μία , ούν = ένα

Β΄έ:ρ΄ = κανείς, β΄έ:ρα = καμία, β΄έ:ρου = κανένα Τσιβά = τίποτε
Άλτου – άλτα-άλτου, άλλος ,άλλη ,άλλο

Ν΄σκέ:ντ = μερικός, ν΄σκέ:ντα = μερική, ν΄σκέ:ντου = μερικό,Ν΄σκ΄έ:ντς = μερικοί, ν΄σκ΄έ:ντι = μερικές, ν΄σκ΄έ:ντς = μερικά.
Νίστι = κάτι

Οι αντωνυμίες χρησιμοποιούνται στον λόγο για να αντικαταστήσουν κάποιες λέξεις. Παρατηρήστε τα δύο παρακάτω κείμενα. Στο πρώτο υπάρχουν όλες οι λέξεις αυτούσιες, ενώ στο δεύτερο ορισμένες λέξεις αντικαθίστανται από αντωνυμίες. α) Τούτς κουσουρίν΄λιοι, ντούσιρ΄ λα Γκόγκου τσι ιαρά λα ούσι μπρόστου=όλοι οι συγγενείς πήγαν στον Γιώργο ο οποίος στέκονταν στην πόρτα όρθιος . έ:λ(ου) λιά αστιπ΄τά κου αρ΄έ:σου σκου χαράου=Αυτός τους περίμενε με χαμόγελο και χαρά. Παρατηρούμε πως στο δεύτερο κείμενο αποφεύγονται οι επαναλήψεις. τα πρόσωπα που αναφέρονται στο πρώτο κείμενο (ο Γιώργος) αντικαθίσταται στο δεύτερο κείμενο με προσωπική αντωνυμία (έ:λου) και με δεικτικές αντωνυμίες (έ:λιοι). Έτσι, το κείμενο γίνεται πιο οικονομικό εκφραστικά και η επικοινωνία πιο αποτελεσματική. 2. Να παρατηρήσετε τα παρακάτω ζευγάρια φράσεων. α. Π΄ράτζιλιοι (σούντ) σ΄έ:ντ ατσι:λιέ:ι μουλιάρι=Τα λεφτά είναι αυτής της γυναίκας ή αυτηνής .
γ. Νάρια ατσουλούι ιάστι λούγκ΄. Η μύτη αυτινού είναι μακριά . δ.Ουρέκλιλιοι αλό:ρ΄ σ΄έ:ντ νι:τς, τα αυτιά αυτωνών είναι μικρά . Η χρήση τους όμως πρέπει να προσδιορίζεται από το ύφος του λόγου μέσα στο οποίο εντάσσονται. Παρατηρήστε τις παρακάτω φράσεις. α1. Αίστς τσιλιμάν΄ιοι βας γίν΄ του μούντι. Αυτά τα παιδιά θα έρθουν στο βουνό α2. Ατσέ:λιοι τσιβας γίν΄ν του μούντι σούντ ή (σέντου )τσιλιμάν΄λιοι . Εκείνοι που θα έρθουν στο βουνό είναι τα παιδιά,

β2 Ατσιάλι τσι φιάτσις αλ Μήτσιου ατέ:λ, σ΄νού ματαφάτς. Αυτά τα οποία έκανες στον Μήτσο σου να μην τα ξανακάνεις . Στις παραπάνω φράσεις φαίνεται πως αλλού ταιριάζει περισσότερο η χρήση της αντωνυμίας ο οποίος, η οποία, το οποίο (φράση α1), ενώ σε άλλες το που .
Παρατηρήστε τα παρακάτω ζευγάρια ερωτήσεων. α1. Ακούι ιάστι τ΄πουάρα; Ποινού είναι το τσεκούρι; Από τα παραπάνω παραδείγματα φαίνεται πως η χρήση αυτού τουʹ τύπου της ερωτηματικής αντωνυμίας ποιος, ποια, ποιο δεν παρουσιάζει καμμιά σημασιολογική διαφορά .
ΕΠΙΘΕΤΑ

Το επίθετο είναι ένα μέρος του λόγου που κατά κανόνα δίνει ένα χαρακτηριστικό, μια ιδιότητα ή μια ποιότητα στο ουσιαστικό που προσδιορίζει, π.χ. ούσια ντι λέμου ή λέμλου,η ξύλινη πόρτα. Τσάντα ντι κιά:λι, η δερμάτινη τσάντα. Το επίθετο συμφωνεί με το ουσιαστικό που προσδιορίζει ως προς το γένος, τον αριθμό και την πτώση .
Τα επίθετα στον θετικό βαθμό μπούν-μπούνα,μπούν,καλός,καλή ,καλό- μπούνιοι-μπούνι(λι)-μπούνιοι,καλοί
,καλές,καλά.

Ο συγκριτικός βαθμός των επιθέτων εκφράζεται με το μα,κάμα ή νίγκα δηλαδή λέμε Γκόγκου ιάστι κάμα ή (μα) ή (νίγκα) μπούν ντι Μήτσιου, ο Γιώργος είναι καλλίτερος από τον Μήτσο χωρίς περαιτέρω κλήση.
Στον υπερθετικό βαθμό, λέμε περιφραστικά « (νίγκα) ή μα μούλτ μπούν ντι τούτς» πολύ περισσότερο καλός απ’όλους.
Ενικός επιθέτων και Πληθυντικός
Α΄β΄ρτίτου-α΄β΄ρτίτα-α΄β΄ρτίτου= τυλιγμένος,η,ο – α΄β΄ρτίτσιλιοι-α΄β΄ρτίτιλι-α΄β΄ρτίτσιλιοι. Αρουκουτίτου-αρουκοτίτα-αρουκουτίτου= κυλιόμενος,η,ο -αρουκουτίτσιλιοι-αρουκουτίτιλι-
αρουκουτίτσιλιοι.(οι,ες,α).

Ασπουμάτου-ασπουμάτα-ασπουμάτου=λαχανιασμένος ασπουμάτσιλιοι-ασπουμάτσιλι-ασπουμάτσιλιοι. Άρσου-άρσα-άρσου = καμένος, η,ο άρσιλ΄-άρσιλι-άρσιλ΄= καμένοι,ες,α.

Β΄τ΄μάτου- β΄τ΄μάτα- β΄τ΄μάτου= σκοτωμένος,η,ο- β΄τ΄μάτς ή β΄τ΄μάτσιλ΄-β΄τ΄μάτιλι-β΄τ΄μάτσιλ΄ Γκλάρου-γκλάρα-γκλάρου=χαζός,η,ο γκλάρλιοι-γκλάριλι-γκλάρλιοι,χαζοί,ες,α.
Ρώσιου-ρώσια-ρώσιου =κόκκινος ,η,ο ρώσιλιοι-ρώσιλι-ρώσιλιοι = κόκκινοι,νες,να

Ρούσου-ρούσα-ρούσου=ρούσος,α,ο ρούσιλιοι-ρούσιλι-ρούσιλιοι=ρούσοι,ες,α

Στρέ:μπου=στραβός,στρέ:μπα=στρσβή,στρέ:μπου=στραβό

Κουρμάτου ή ασκουρμάτου –ασκουρμάτα-ασκουρμάτου= κουρασμένος,η,ο, στον πληθυντικό αποδίδεται με το κουρματς-κουρμάτιλι-κουρμάτς καλλίτερα χωρίς να αποκλείουμε και το ασκουρμάτς-ασκουρμάτιλι- ασκουρμάτς.
Λά:ϊου-λά:ϊα-λά:ϊου=μαύρος,η,ο λά:ϊλιοι-λά:ϊλιλι-λά:ϊλιοι=μαύροι,ες,α

Μιντουίτου-μιντουίτα-μιντουίτου= μυαλωμένος,η,ο μιντουίτς-μιντουίτιλι-μιντουίτς.Αλλά και μιντιμένου- μιντιμένα-μιντιμένου, μυαλωμένος, λογικός και σκεπτικός.
Μ΄ράτου-μ΄ράτα-μ΄ράτου= καημένος,η,ο- μ΄ράτσιλ΄ -μ΄ράτσιλ΄-μ΄ράτσιλι-μ΄ράτσιλ΄,οι,ες,α Νιήκ΄(ου) –νιήκα-νιήκ= μικρός,η,ο νιήτσιλιοι-νιήτσιλι-νιήτσιλιοι.
Ν΄σκ΄έ:ντ-ν΄σκέ:ντα-ν΄σκέ:ντου=μερικός ,η,ο ν΄σκέ:ντς-ν΄σκέ:ντι-ν΄σκέ:ντι =μερικοί,ες,α Μουσιά:τ(ου)-μουσιά:τα-μουσιά:του=όμορφος,η,ο μουσιά:τς-μουσιά:τιλι ή μουσιέ:τς=όμορφοι,ες,α Μπιτάτ(ου)-μπιτάτα΄-μπιτάτου =μεθυσμένος,η,ο-μπιτάτσιλιοι-μπιτάτσιλι-μπιτάτς ή μπιτάτσιλιοι .
Π΄στρίτου-π΄στρίτα-π΄στρίτου=καθαρός,η,ο, π΄στρίτσιλιοι-π΄στρίτιλι-π΄στρίτσιλ΄

Εδώ στον πληθυντικό θηλυκού βλέπουμε το θέμα να αλλάζει από π΄στρίτσι σε π΄στρίτι.

Σλά:μπ΄ου-σλά:μπ΄α –σλά:μπου= ισχνός,άρρωστος, σλά:γκιοι-σλά:μπιλιοι-σλά:μπι= άρρωστοι,ες,α Τιβικέλου –τιβικέλα-τιβικέλ(ου) =χαζός, τρελός,τιβικέλιοι-τιβικέλιλι-τιβικέλιοι=χαζοί,χαζές,χαζά.
Πρέφτου ,πρεφτεά:σα = Παππάς, ιέρεια

Φούρου-φούρα-φούρου=κλέφτης,τρα,τρόνι. Φούριλ΄-φούριλι-φούριλ΄.κλέφτες,τρες,κλεφτρόνια .

Φρέ:μτου-φρέ:μτα-φρέ:μτου=σπασμένος,η,ο Φρέ:μτσιλ-φρέ:μτσιλι-φρέ:μτσιλ= σπασμένοι,ες,α

Από πολλές λέξεις με την προσθήκη μιας καταλήξεως προκύπτει μια άλλη η οποία λέγεται παράγωγη διότι βγαίνει από την άλλη.πχ αν στη λέξη(παιδί) φιτσιόρ προστεθεί η κατάληξη ικο(υ) τότε η παράγωγη λέξη γίνεται φιτσιορίκο(υ) ή φιτσιορίκλου,(Δάκτυλο)τζιάντζιουτ’-τζιαντζιουτίκου, στη λέξη (κορίτσι) φιάτα αν προστεθεί η κατάληξη ούσια τότε έχουμε το παράγωγο φιτούσια , στη λέξη νύφη, μβεάστα προστεθεί η κατάληξη ούλα, μβεαστούλα ή το ίκα , μβεστίκα ή μβεστίτσια .
Και στα αντιθετικά αρνητικά ρήματα ( ξι ή ξε ξεφλουδισέσκου,ξιχ΄σέσκου(ξι-αγκρισέσκου)κλπ

ΡΗΜΑΤΑ

Ορισμός – Λειτουργία – Χρήση

Το ρήμα είναι ένα μέρος του λόγου που δείχνει ότι ένα πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ενεργεί ή παθαίνει κάτι ή απλώς βρίσκεται σε μια δεδομένη κατάσταση. Το πρόσωπο, το ζώο, το πράγμα ή η έννοια ονομάζεται υποκείμενο και μαζί με το ρήμα δημιουργούν λεκτικές ενότητες που έχουν ένα πλήρες νόημα και ονομάζονται προτάσεις. Το υποκείμενο (ή τα υποκείμενα) μπορεί να είναι παρόν στον λόγο, π.χ. Ο Δημήτρης πάει στα πρόβατα= Μήτσου νιά:τζι λα ό:ι, μπορεί όμως και να απουσιάζει, όταν εννοείται από τα συμφραζόμενα, π.χ. κάθισε στη σκιάτου δένδρου= σιτζού του αούμπρ΄ ντι ουάρ΄μπιρι . Είναι ευνόητο ότι το ρήμα είναι πολύ συχνό στον λόγο, αφού αποτελεί απαραίτητο συστατικό της πρότασης, γύρω από το οποίο οργανώνεται το μήνυμα που μεταδίδεται στην επικοινωνία.
Φωνές

Στη βλάχικη γλώσσα οι φωνές ναι μεν έχουν την έννοια της ενεργητικής ή της παθητικής όμως προσδιορίζονται περιφραστικά πχ.λάϊου στράνιϊλι = πλένω τα ρούχα στην ενεργητική αλλά μη λάϊου = πλένομαι, άρα με το μή σχηματίζουμε την παθητική φωνή ή και με ρήματα αμυγώς παθητικά όπως.
Ντόρμου=κοιμάμαι , Ντουάρμι ή ζντουάρμι =κοιμάται κλπ.

Χρόνοι

Χρόνοι ονομάζονται οι μορφολογικοί τύποι του ρήματος με τους οποίους δηλώνεται πότε γίνεται αυτό που σημαίνει το ρήμα. Οι χρόνοι είναι τριών ειδών: α) οι παροντικοί, που δηλώνουν ότι κάτι γίνεται στο παρόν (ενεστώτας, παρακείμενος), β) οι παρελθοντικοί, που δηλώνουν ότι κάτι έγινε στο παρελθόν (παρατατικός, αόριστος, υπερσυντέλικος) και γ) οι μελλοντικοί, που δηλώνουν ότι κάτι θα γίνει στο μέλλον (συνοπτικός μέλλοντας, εξακολουθητικός μέλλοντας, συντελεσμένος μέλλοντας). Πρέπει να επισημανθεί ότι τη χρονική αυτή διάσταση την εκφράζουν κυρίως οι τύποι της οριστικής έγκλισης.
Και εδώ έχουμε δύο Αριθμούς τον ενικό και τον πληθυντικό, καθώς και τα πρόσωπα ,πρώτο δεύτερο και τρίτο ενικού ή πληθυντικού.πχ.
Πρώτο πρόσωπο .Εγώ μπαίνω στο μαντρί= Μινι ήντρου του στάνι. Τίνι ήντρ΄τς του στάνι .έλου ήντρι του στάνι ,Νόοι ηντρέ:μ του στάνι, βόι ηντρέτς του στάνι έλιοι ήντρ΄ του στάνι.
Δεύτερο πρόσωπο. Εσύ δουλεύεις πολύ= Τίνι λουκρέ:τζ μούλτ(ου). Βόοι λουκρέ:τζ μούλτ.

Τρίτο πρόσωπο.Αυτός μαζεύει τα άλογα = ατσέλ αντούν΄ κάλιοι.Έλιοι αντούν΄ κάλιοι, ατσά λουκρεάτζ΄μούλτ΄= αυτή δουλεύει πολύ.
Θέμα,Κατάληξη, Χαρακτήρας

Θέμα ονομάζεται το πρώτο μέρος του ρηματικού τύπου, το οποίο κατά την κλίση του ρήματος μένει αμετάβλητο, π.χ. κέρ-ου=χάνω στους τύπους ,βας κέρ,κερ-ούι ή κιρ-ούι,βας άμ κιρ-ούτ΄ κλπ. Κατάληξη είναι το τελευταίο μέρος του ρηματικού τύπου, το οποίο κατά την κλίση του ρήματος αλλάζει, π.χ. το -ου, – στο κέ-ρου-, κέ-ρ, κε-άρι ,κιρούι ,κιρούσς΄ ,κιρούτ, άβ΄ρτέστου= τυλίγω κλπ.

Το βοηθητικό ρήμα είμαι: έστου

Το βοηθητικό ρήμα έστου Μονολεκτικοί χρόνοι ,

ε ν ε σ τ ώ τ α ς Οριστική
Έστου,χιού= είμαι έστι,χι= είσαι ιάστι= είναι Χίμ,ιστίμ= είμαστε
Χίτς, ιστίτς= είσαστε έστ΄=είναι
Αόριστος

Ιαράμ ή εαράμ = ήμουν Ιαράη= ήσουν
Ιαρά= ήταν Πληθυντικός Ιαράμ΄ Ιαράτς Ιαράρ΄

Το ρήμα έχω Ενεστώτας

Ενικός Αμ=έχω Άη= έχεις Άρη=έχει
Πληθυντικός Αβέμ =έχουμε Αβέτς= έχετε Άρ΄(ου) =έχουν Αόριστος Αβιάου = είχα Αβιάη = είχες Αβιά΄ = είχε Αβιάμ,= είχαμε
αβιάτς,= είχατε

αβιάρ΄= είχαν

Το ρήμα λύνω Ενεστώτας

Ντισλέγκου ,ντισλέτς,ντισλιάγκ΄ Ντισλιγκέ:μ, ντισλιγκάτς,ντισλιάγκ΄ Μέλλον
Βας ντισλέγκου,βας ντισλέτς, βας ντισλιάγκ΄,

Βας ντισλιγκ΄έ:μ, βας ντισλιγκάτς, βας ντισλιάγκ΄

Αόριστος

Ντισλιγκάη, ντισλιγκάσς.ντισλιγκ΄έ:

Ντισλιγκέ:μ, ντισλιγκάτς,ντισλιγκάρ΄

Παρακείμενος

Βας άμ(ου) ντισλιγκάτ΄, βας άη ντισλιγκάτ΄, βας άρη ντισλιγκάτ΄ Βας αβέμ ντισλιγκάτ΄, βας αβέτς ντισλιγκάτ΄, βας άρ(ου) ντισλιγκάτ΄ Υπερσυντέλικος
Αβιάμ(ου) ντισλιγκάτ΄, αβιάη ντισλιγκάτ΄, αβιά ντισλιγκάτ΄ Αβιάμ ντισλιγκάτ΄, αβιάτς ντισλιγκάτ΄, αβιάρ΄ντισλιγκάτ΄. Προστακτική: ντισλιάγκ΄,
Επιρρήματα

Ορισμός – Λειτουργία – Χρήση – Είδη.

Τα επιρρήματα είναι άκλιτες λέξεις που προσδιορίζουν κυρίως ρήματα, αλλά και άλλα μέρη του λόγου (επίθετα, ουσιαστικά, αριθμητικά, άλλα επιρρήματα και ολόκληρες φράσεις) και δηλώνουν διάφορες σχέσεις, όπως χρόνο, τόπο, τρόπο κ.ά., π.χ.Ντούσι μούλτ ντιπάρτι= Πήγε πολύ μακριά. Βινι μούλτου αγόνια
= Ήρθε αρκετά νωρίς (το ντιπάρτι προσδιορίζει το ρήμα Ντούσι, ενώ το μούλτου προσδιορίζει το αγόνια). Σε ορισμένες περιπτώσεις τα επιρρήματα λειτουργούν ως κειμενικοί δείκτες (ή προτασιακά επιρρήματα), ως λέξεις δηλαδή που συνδέονται νοηματικά με το σύνολο της πρότασης όπου ανήκουν, π.χ.Αλήθια, μη ατζουτέ μούλτου σμπόρου α λι Μέρη = Αλήθεια, με βοήθησε πολύ ο λόγος της Μαίρης. Ανάλογα με τη σημασία που έχουν διακρίνονται σε πέντε κατηγορίες:
α) Τα τοπικά επιρρήματα δηλώνουν τόπο=λόκου ή λόκλου. Απαντούν στην ερώτηση ιού=πού; ιού εάστι Καρατζόλι=που είναι το Καρατζόλι; Ντούτι ντιγκιώσου = πήγαινε κάτω.Ντούτε ακό ή ακλό= πήγαινε εκεί. Βας γίν΄νταλιούρια=θάρθει από αλλού .
Τοπικά επιρρήματα είναι τα: αλιούρια=αλλού, ατσουλούι =αυτού, απρόπια=κοντά, ανάπαρτι =απέναντι ντιπάρτι = μακριά ,δίπλα,αουά= εδώ,ακό ή ακλό= εκεί, ντινίντι = εμπρός, ναούντρου ή νούντου= μέσα, ανάμεσα =νάμισα ,ανάπαρτι = μακριά, ναφουά:ρ΄= έξω,μπάντε ή πάντι =κάτω, ανάλτου=πάνω,ασούπρα ή ντισούπρα =επάνω ντινουπόι =πίσω ιουβά = πουθενά,κάπου,ιουτσιντό= οπουδήποτε κ.ά. ντι λόκλου ή λόκου=τοπικά, μουλιάρια ντούσι αουά ,απρουάπια λα στάνι= η γυναίκα πήγε εδώ κοντά στη στάνη. Νεάσι κα κυράου=πήγε σαν κυρά.
β) Τα χρονικά επιρρήματα δηλώνουν χρόνο. Απαντούν στην ερώτηση κ΄έ:ντ΄ = πότε; Χρονικά επιρρήματα είναι τα: μέ:νι = αύριο, αγόνια = γρήγορα, νταπόϊα ή απόϊα = έπειτα, βρουάρ΄ = ποτέ, ά:ζζ΄ =σήμερα, ασεάρ΄(α),αέρι = χθες, έστανου = φέτος ,άϊστατζούα την σήμερον, αστάρε= την εσπέρα,αντσέρτσου=πέρυσι

, αμό = τώρα, αλτ΄α ουάρ΄α = άλλη φορά, άλτι όρι άλλες ώρες, αμ΄νάτου= καθυστερημένος ,πρίνντου = παραμονή εορτής κ.ά.
Τα τροπικά επιρρήματα δηλώνουν τρόπο. Απαντούν στην ερώτηση κούμ = πώς;. Τα βεβαιωτικά, διστακτικά και αρνητικά επιρρήματα δηλώνουν αντίστοιχα επιβεβαίωση, δισταγμό και άρνηση. ντι άνου= χρονικά: Βίνι ασιάρ΄ σ΄ν΄ βεάντι=ήρθε χθές να μας δει.
γ) Τροπικά επιρρήματα είναι τα: άλτ΄α = άλλο είδος,άλτ΄α όυάρ΄α=άλλη ώρα, αλλιώς, ασιέ = έτσι, ίσια = ευθέως, γκίνι = καλά , νταντούνου = μαζί, παγάλια ή ανάργα = σιγά , κου κάϊ τρόπ΄= με ποιον τρόπο;κούμ΄=πώς, Κούμ βίνι ντι λα στάνι=πώς ήρθε από τη στάνη, αλιούμτρεα =αλλιώς,άλτ΄σόϊ = άλλο είδος
,αλλιώς κ.ά.

δ) Τα ποσοτικά επιρρήματα απαντούν στην ερώτηση κ΄τι = πόση ,Ανκ΄έ:του ή αχέ:ντου = πόσο ; ποσοτικά είναι τα: – χιάμ΄ = λίγο , μούλτου = πολύ, αχέ:ντου = τόσο
ποσοτικά: Εάστι νιθεάμ΄ μα γκίνι=είναι λίγο καλλίτερα, χ΄ρ΄σέστου μούλτου=χαίρω πολύ. Βας νέτζ λα όϊ τρέι ώρι=θα πας στα πρόβατα τρεις φορές.
Μπ΄γκάσς μούλτ ουντουλέμ= έβαλες πολύ λάδι.

ε) Τα βεβαιωτικά ναι, αλίθια=αλήθεια,βέβαια, μάλιστα, τα διστακτικά πουάτι=ίσως, πιθανόν, άραγε και τα αρνητικά δε(ν), μη(ν), όχι.: Νού = μη , όχι,δεν .αρνισέστσιλι= αρνητικά: Γκόγκου εάστι φράτιλ΄ αλ Μήτσου αλίθια = ο Γιώργος είναι αδελφός του Μήτσου αλήθεια.
Άμα σ γίν΄Μήτσιου βας σβέτζ τσι βας πάτσς= αν έρθει ο Μήτσος θα δεις τι θα πάθεις.

Επιφωνήματα

Α, Άχ , ε, μπομπό ,λέλε,ω, αλοίμουνου,αμάν Παράγωγα Επίθετα
Τα παράγωγα επίθετα σχηματίζονται α)από ρήματα, ονόματα ή επιρήματα, πολλάκις περιφραστικά. θαμασέστου=θαυμάζω,θαμασίτου= θαυμαστός,θαμασίτα=θαυμαστή
β)από ονόματα ουσιαστικά: ουώμου =άνθρωπος-ουμνέσκου=ανθρωπινός, κά:ρα ή κάρνι=κρέας, καρνισίτου= κρεατωμένος,
γ) από επιρήματα

αντωνυμίες κάθε ή καν ή πάσα =έκαστος, κ΄του= πόσο

ΠΡΟΘΕΣΕΙΣ

Οι προθέσεις είναι τα μέρη του λόγου που συνδέουν το ουσια,στικό με άλλα μέρη της πρότασης, είναι αφηρημένες μονάδες της γλώσσας και δεν εκφράζουν κάποιο νόημα , οι προθέσεις και οι σύνδεσμοι εξασφαλίζουν την ανάπτυξη των συντακτικών σχέσεων βασικός όρος της δομικής ενότητας του συντακτικού εκφωνήματος : Διακρίνονται σε απλές και σύνθετες.

Α=στο: νεάσι α κάσα=πήγε στο σπίτι.

Έστου α κάσα=είμαι στο σπίτι( στάση σε τόπο)

Α =σε (ντούσιρ΄ α κάσ΄=πήγαν σπίτι)(κίνηση σε τόπο)

( μι τόρου α κάσα= επιστρέφω στο σπίτι) Μι τουράϊ α κάσ΄( γύρισα σπίτι)
Ντι=από (Κώτσιου ιάστι ντι Καρατζόλι=ο Κώστας είναι από το Καρατζόλι (Αργυροπούλι)

Μπούν ντι ίνιμι(καλόκαρδος) Χιμ΄νίκου ντι ναφουάρ΄ίαστι βέρτζου σ ντι νούντου(ναούντρου) ρώσιου= Το καρπούζι απ έξω είναι πράσινο και μέσα κόκκινο
Άρι σούφλιτου ντι μπούν ό:μ= έχει ψυχή καλού ανθρώπου Κουρί πέ:ρλιοι ντι νγκάπου= κούρεψε τα μαλλιά της κεφαλής
Φιάτα αβεά βεάρντι πεάνιλι ντι όκλιοι=Το κορίτσι είχε πράσινα βλέφαρα ματιών.

Εκφράσεις με χρονική κυρίως αξία που υποδηλώνουν τη δυνατότητα του( ΝΤΙ) να εκφράζει και την αξία της γενικής σημειώνονται σε όλα τα βλάχικα ιδιώματα.
Α τρέϊλι ντι μέσου ντι μπρουμάρου=στις τρεις του μηνός Νοεμβρίου. Ντουμέ:νικα ντι Στ΄μ΄ρίϊ=Κυριακή της Παναγιάς.
Στ΄μέ:να ντί Πάστι=Εβδομάδα του Πάσχα.

Φιτσιόρου ντι όπτου άνιοι= το παιδί των 8 ετών.όταν έχουμε συγκεκριμένη έννοια γενικής,τότε λέμε κουάντα αλ τάρου=η ουρά του γαϊδάρου ,όταν όμως είναι αόριστη τότε χρησιμοποιούμε το ντι, κάπου ντι γουμάρου(τάρου)= κεφάλι γαϊδάρου. Στην Καλομοίρα Καλαμπάκας , παρατηρήθηκε η δομή ,που προβλέπει την πρόθεση ντι μαζι με την a για την έκφραση της γενικής κτητικής, στην ίδια σύνταξη : Πέρλου ντι α μβεάστιλοι: « το πέπλο των νυμφών »
Κάπου ντι κιάτρ΄=ξεροκέφαλος

Άζ΄ ιάστι μα κάλντ΄ντι αέρι= σήμερα είναι πιο ζεστή από χθες. Τι βρεά μα μούλτου ντι ίϊα= σ αγαπάει πιο πολύ από αυτήν Μίσουρου ιάστι ντι ντόϊ κιλάτζ=το καλαμπόκι είναι δύο κιλών Κάσα ντι κεάτρι,(σκέ:μπι)=σπιτι από πέτρα
Σ΄χάτια ντι ασίμι=ρολόϊ από ασήμι Γινεά ντι βερλίγκα=ερχόταν γύρω γύρω.
Λεάγκ΄νιϊ πουάλα ντι μέσι=δέσε μου την ποδιά στη μάση.

Ατσέλου όμου ιάστι σλάμπου ντι γκούρ΄=αυτός ο άνθρωπος είναι άσχημος στο λέγειν(στόμα) Φτώχου ντι π΄ράτζ= φτωχός από λεφτά.
Ντί φουάμι αντινισίμ μα νου πουτέμ φ΄ρ΄άπα= από πείνα αντέχουμε αλλά δεν μπορούμε χωρίς νερό.

Η πρόθεση ντι μπαίνει ανάμεσα από δύο ρήματα (ία νεάση σλιϊ ντεάντι κλιμάρεα = αυτή πήγε και έδωσε πρόσκληση. Βίνη ντι μι τούμση= ήρθε και με κούρεψε
Μι αντουπουράϊ ντι φούρκα= στηρίχτηκα στο δύκρανο(φούρκα) Αυτουκίνιτου ντεάντι ντι μούρ΄=το αυτοκίνητο ακούμπισε τον τοίχο. Ανκουπουράϊ ντί τούτι λουγρίϊλι=αγόρασα από όλα τα εργαλεία.
Διανομή (άγκουρου λου μπ΄ρτσίϊ κ΄τ΄γίνγκιτς στρέματι ντι νιπότου=το χωράφι το μοίρασα ανά 20 στρέματα κατά εγγονό.
Ποιητικό αίτιο(λούκουρου σ΄φεάτσι ντι Νάσιου=η δουλειά έγινε από τον Νάσο. Αναγκαστικό αίτιο(μόρου ντι φουάμι=πεθαίνω από πείνα.
Κρέπου ντι σεάτι=σκάω από δίψα.

Σκοπό(Ντέ:νιϊ ουν πουτίρου ντι γί:νου=δώσε μου ένα ποτήρι για κρασι.(ντι άπα=για νερό) Ντέ:νιϊ ουν άκου ντι πουλτεάρι=δώσε μου μια βελόνα για πλέξιμο.
Κάϊ ντι βόϊ βρεά σ΄νεάγκ΄λα όϊ; =ποιος από εσάς θέλει να πάει στα πρόβατα;. Βέρου ντι νόϊ = κανείς από εμάς.

Τουάρ΄τι αντριάπτα= γύρνα προς τα δεξιά ,(τουάρ΄ντι ν΄αστέγκα= γύρνα προς τα αριστερά) Ισιέ ντι νκάσα= βγήκε από το σπίτι. (βίνι ντι Σαλουνίκι=ήρθε από τη Θεσαλονίκη)
Κίνηση μέσα από τόπο(τρικού ντι αουά=πέρασε από εδώ)

Νόρμεα ιάστι ντι σόϊ αλ Νίτσικα= η νύφη μου είναι από το σόϊ του Νίτσικα. Χρόνος(Ντι κέ:ντ μπ΄νέτζ του Καρατζόλι=από πότε ζεις στο Καρατζόλι;) Αβδέλα ιάστι γκόλ΄ντι ντουνιάου=Η Αβδέλα είναι άδεια από κόσμο.
Ατσά τινίϊ ου άμ βιτζούτ΄ντι τρέι πάτρου όρι=αυτή την ταινία την έχω δει τρεις τέσσερες φορές. Νιϊ κ΄ρκάρ΄ζνίϊ ντι ουν εκατουμίριου ιβρώ= μου φορτώσαν ζημιά ενός εκατομμυρίου ευρώ.
Απομάκρυνση( τσένιτι νάπαρτι ντι νόϊ= κρατήσου μακριά από εμάς. Ν΄ντισπ΄ρτσέμ τούτς φράτσιλιοι ντι έλιοι=χωρίσαμε όλα τα αδέρφια από αυτούς. Σ΄τράπσιρ΄ντι σόϊ α λό:ρ=αποτραβήχτηκαν από το σόϊ τους.
Έκταση( ούν άγκουρ΄ντι πατρουτζέτς στρέματι=ένα χωράφι 40 στρεμάτων. Ηλικία(ουν΄μουλιάρι ντι πατρουτζέτς ντι άνιοι=μια γυναίκα 40 ετών.
Απο τις είκοσι χιλιάδες και πάνω, το (ντι) μπαίνει πριν τον πληθυντικό « χιλιάδες» : Πατρουσούτι ντι νίϊλιοι =τετρακόσες χιλιάδες.
( αντούκ΄ντ αμίντια=θυμούμαι)

Κου=με,μαζί (ιμνάρ΄νταντούν΄κου μβιάστα=περπάτησαν μαζί με τη νύφη)

Συντροφιά(ιμνάμ κου Μήτσιου ντι Καρατζόλι=περπατούσα με τον Μήτσο από το Αργυροπούλι) Συνοδεία(βίνιϊρ΄λα νόϊ κου μούλτι πάϊ = ήρθαν σε εμάς με πολλή προίκα).
Μέσο ( Νγκ΄ρκάϊ τάρου κου ούν΄νίϊκ΄ φούνι= φόρτωσα το γαϊδούρι με ένα μικρό σχοινί). Τρόπος ( ιντράϊ νκάσα κου φρίκ΄=μπήκα στο σπίτι με φόβο).
Χρόνος ( νιέλου ακρεάστι τζούα κου τζούα= το αρνί μεγαλώνει μέρα με τη μέρα) Σχέση ( Νου ιάστι όμου στι λέτζ κου έλου=δεν είναι άνθρωπος να δεθείς μαζί του)

Ποιότητα ( μπ΄ρμπάτου κου μπάρμπα άλμπ΄ ιάστι Τάτουνιου=ο άνδρας με την άσπρη γενειάδα είναι πατέρας μου)
Περιεχόμενο ( αντούκου κ΄λντάρια κου λάπτι=φέρνουν το καρδάρι με το γάλα)

Αντίθεση( κου τούτ΄φτώχια λιοι μπάνα ου τράτζι γκίνι=παρόλη τη φτώχια του, περνάει καλά) Αλλαγή (αλ΄ξίϊ μπόου κου κάλου= άλλαξα το βόϊδι με το άλογο)
Αντίθετο( Σ΄ακ΄τσέ: κου μουλιάρια =μάλωσε με την γυναίκα)

Σύγκριση ( μπάτζ φεάτα αμεάου κου ατάου;(=βάζεις το κορίτσι μου με το δικό σου;) Τσί βα φάκ΄κου ατσέλου δικαστίριου=τι θα κάνει μ εκείνο το δικαστήριο)
Αιτία(κου τούσια τσι άμου νου πότου σ κέ:ντου=με τον βήχα που έχω δεν μπορώ να τραγουδήσω) Βιβλίου λιου ντέντου αλιέϊ= Το βιβλίο το έδωσα σ αυτήν( έμμεσο αντικείμενο)
Αρουκέ: α κέ:νιϊλοι πλ΄βούκου ντι πιάτουρι = έριξε στα σκυλιά καρβελάκι από πύτουρα

Κ΄τρ΄,Κατά ή κ΄τ΄=προς,κατά,ενάντια ( ούρσα αρουκ΄έ: σκέ:μπα κ΄τ΄μίνι=η αρκούδα έριξε πέτρα προς εμένα)
(κ΄τρ΄ιού λουάρ΄όϊλι;=προς τα πού πήραν τα πρόβατα(κίνηση σε τόπο)

Νόϊ βας λώμ κάλια τρί Καρατζόλι=Εμείς θα πάρουμε το δρόμο για το Καρατζόλι(κατεύθυνση) (Λούπου τράπσι κ΄τα΄ κουπίϊ=ο λύκος τράβηξε κατα το κοπάδι(εναντίον)
(βας ιαρά κ΄τρ΄του τιπρέντζου= θάταν κατά το μεσημέρι(χρόνος κατά προσέγγυση)

Λα= προς ,σε ( Γκόγκου νεάσι λα όϊ =ο Γιώργος πήγε στα πρόβατα)δείχνει την κατεύθυνση προς κάποιο σημείο.
Ντέ: λα τάρου όρτζου= δώσε στο γαϊδούρι κριθάρι

Λουκρέτζου λα σιόπουτου =δουλεύω στη βρύση(στάση σε τόπο),

Μι ακ΄τσάϊ γραμματικόλ΄λα σιμβουλιουγράφου =πιάστηκα γραμματέας σε συμβολαιογράφο(εγγύτητα) ( βίνι ουσπιτου λα βόϊ=ήρθε επισκέπτης σε εσάς(κίνηση σε τόπο)
( κάϊ τρικού πι λα μπισιάρικ΄=ποιος πέρασε από την εκκλησία;(κίνηση μέσα από τόπο) ( Σ΄τι τό:ρι ντι λα Κατίνα=να γυρίσεις από την Κατίνα(κίνηση από τόπο)

( Σν΄αφλέ:μ λα Στ΄μ΄ρίϊ = Να βρεθούμε της Παναγιάς(χρόνος)

( Ντι λα μούντι πιν΄ λα αμάρι νού πουτιάϊ σ΄βέτζ ντι μούλτι νέγκουρι= Από το βουνό μέχρι τη θάλασσα δεν μπορούσες να δεις από την πολλή ομίχλη(αιτία)
( ου αντουκίϊ ντι λα μπουάτσι=Την κατάλαβα από τη φωνή(προέλευση) ( ου αντούσιου λα βόϊ=Την έφερα σε εσάς(έμμεσο αντικείμενο)
(ιάστι μπούν λα ίνιμ΄=είναι καλός στην καρδιά(αναφορά)

(Αρουκέ: σκ΄μπα γίνκιτς μέτρι=΄΄εριξε την πέτρα 20 μέτρα(απόσταση) Λουάρ΄κάλια τι λα μάϊα( πήραν τον δρόμο για τη γιαγιά)
Νούντου ,ίντου= μέσα( αρούκ΄μα μούλτ΄ ουντουλέμ΄=ρίξε περισσότερο λάδι)

Νίνγκα=κοντά ,παρά (Κ΄έ:νιλι βίνι νίγκα μίνι= ο σκύλος ήρθε κοντά μου)

Ντινίντι= μπροστά( φούτζ ντι ντινίντι= φύγε από μπροστά)

Π ΄ν΄= μέχρι(βίνι π΄ν΄λα μάσου= ήρθε μέχρι το μαντρί) Νού βας λιάου π΄ν΄σι σκάπ΄=δεν θα πάρω μέχρι να τελειώσει.
Πι΄,πρι,πρέ,= επί,επάνω( μπάγκ΄λίνγκουρι πι σουφρέ: = βάλε τα κουτάλια στο τραπέζι(κίνηση σε τόπο)(τριάτσιλι ντάουλι γκ΄λιάτιλι πι κ΄ρλίγκου=πέρασε και τα δύο καρδάρια στην γκλίτσα(κίνηση ανάμεσα από τόπο)(Νάσιου κ΄τζού ντι πι τσιτίϊ=οΝάσος έπεσε από την σκεπή(κίνηση από τόπο)(Γκόγκου σιντιά πι μούρ΄= οΓιώργος κάθονταν εάνω στον τοίχο(στάση σε τόπο)(Λιοί αφλάϊ πι μισάλι=τους βρήκα σε ώρα φαγητού(χρόνος)(μβιάστα σ΄αφλά τούτου πι κριπάρι=η νύφη βρισκόταν συνέχεια σε στεναχώρια(τρόπο) μι σπρίνγκουρ΄πι Ντουμιτζέ=ορκίζομαι στο Θεό(όρκος)(Σ΄βιάντι κ΄νού πουάτι ντι πι ιμνάρι= φαίνεται πως δεν μπορεί από το περπάτημα(προέλευση)(ιαράμ πικουράρ΄σ΄μι τουράϊ πι άγκουρι=ήμουν βοσκός και γύρισα στα χωράφια(μεταβολή)( ντάου πι ούσι=χτυπώ στην πόρτα(έμμεσο αντικείμενο)(λιά πρι ούνου σ΄ντά πρί αλάντου=Πάρε τον έναν χτύπα τον άλλο(άμεσο αντικείμενο)
Πι΄σούπρ΄ =επάνω (σπίντζουρ΄τράστου πι΄σούπρ΄ντι γκ΄λιάτα= κρέμασε τον τρουβά πάνω από το καρδάρι)

Πι΄σούμ,σούμ,σου =υπό, κάτω από (κ΄στούρα ιάστι πισούμ βιλέντζα (το μαχαίρι είναι κάτω από τη βελέντζα)(μι τέσιου του αούμπρ΄σούμ ουάρμπιρου=ξάπλωσα στη σκιά κάτω από το δένδρο(στάση σε τόπο)(λου αφλάϊ σούμ φιάρικα=τον βρήκα κάτω από τη φτέρη(κίνηση σε τόπο)
Τι,τρί,τα =για,προς (αϊστ΄λιλίτσι ιάστι τι γιτρίϊ ( αυτό το λουλούδι είναι για γιατριά)( σ΄αρουκάρ΄τι μουά:ρτι
=πέσανε να πεθάνουν(σκοπός)(Ν΄κισί τι λα βόϊ= κίνησε για εσάς(κίνηση σε τοπο)(Τι νιχιάμ΄ουάρ΄ισιέ

σουάριλι=για λίγη ώρα βγήκε ο Ήλιος(χρόνος) (λου άρι τι μπούν φιτσιόρου=τον έχει για καλό παιδί(κατηγορούμενο)(μπ΄ρμπάτου σ΄τουκιά τι ούν΄φιάτ΄=ο άνδρας έλιωνε για ένα κορίτσι(αιτία)
Μι τριμπέ; Τι σ΄ν΄τάτι=με ρώτησε για την υγεία.

Ντιπάρτι= μακριά (λου κουνουσκούη ντι ντιπάρτι=τον γνώρισα από μακριά)

Νσούς =επάνω (φουτζί νσούς΄= έφυγε προς τα πάνω)

Λου βιτζούη νσούς του ουάρμπιρι =τον είδα επάνω στο δένδρο)

Ντζιάν΄πι =επάνω (φιτσιόρου ιάστι ντζιάν΄πι μούρ΄(το παιδί είναι πάνω στον τοίχο.

Απού=από, φιτσιόρλιοι μι απουφάκου =τα παιδιά με αποκάμνουν. Κατά=μετά , καθένας =κάθε ούν, σύμφωνα,.
Κατά τινι πρίντι σ νέτς =κατ εσέ πρέπει να πας. Βόϊ σ φούγκου =θέλω να φύγω ή βα σ φούγκου ή βα φούγκου
= θα φύγω

κατά ντόι ιντράτσς του γραμίη =ανά δύο μπείτε στη γραμμή.

Μάτα=ξανά. Άμα ματα σ βέτζ λάπτι σ μη σπύντζουρ΄ντι κουπάτσου =άμα ξανα δεις γάλα να με κρεμάσεις στη βελανιδιά.
(παρά=πάρα πολύ): Γκόγκου παραλουκριάτζ΄= ο Γιώργος παραδουλεύει( πολύ).

Νταπόι=κατόπιν, βινι λα ρέ:ου σ νταπόϊα ντούσι λα γίνιϊ = ήρθε στο ποτάμι και κατόπιν πήγε στο αμπέλι. Φ΄ρ΄=χωρίς (φ΄ρ΄λάπτι νου πότου σ μέ:κου=χωρίς γάλα δε μπορώ να φάω)

Επιρρήματα

Αγάλια ,ανάργα ή

παγάλια,αγνάγκια,αγώνια,αλήθχια,άμα,ανάμεσα,ανάπουδα , τάχα, άνντα=όταν, αραιά=σπανίως, ξαφνικά ή αιφνιδίως,αίφνης, ιά= (εδώ ιά-ιά)=ιδού ,να, ίσια ,κάθεουάρ΄=πάντοτε, μάλιστα, μάνι-μάνι,μπάντι=κάτω,

κέν΄τ΄= μόλις,μιζίε=μόλις,μπάντι ή μπάντε= χάμω, κατά γής, νιχιάμ΄ ή νιθιάμα=λίγο,ντάϊμα=πάντοτε,ντιπ΄=καθόλου,τίποτα,νου βας χιμπ΄τσιβά=δεν θάναι τίποτε,
πάλε ήπάλι=αμέσως,πάλι,πουτέ=ποτέ,ουδέποτε,τάχα=ίσως,τάχα,ταχυνά ή ταχνά=πρωί, του-ουάρα=στην ώρα,αμέσως.τώρα=τώρα.χόργια ή αχόργια ,φ΄ρ΄= χωριστά,χώρια,χωρίς

Ρήματα αλφαβητικά

Παραθέτω ενδεικτικά παρακάτω αλφαβητικά ρήματα και ουσιαστικά με τα νοηματά τους στην βλάχικη, για διευκόλυνση στην ανεύρεση των αγνώστων λέξεων από τους αναγνώστες.
από=απού, απουμπεάου = αποπίνω,απουντόρμου=αποκοιμάμαι,απουφάκου= απογίνομαι,αποκάμνω,κάτα=κατά(κάτα ούν ,κάτα ντόι), μάτα=μετά ,πάλι(ματαβίνη), πάρα
=παρά(παραέστου κρεπάτα)

Α =επιφώνημα και πρόθεμα =α κάσα= στο σπίτι

Άβ΄ντου=ακούω (άβ΄ντου βίμτου τσι τράτζι ντι λα μάρε=ακούω τον αέρα που τραβάει από τη θάλασσα) Αβδέλα = βδέλα
Αβίνου = κυνηγώ ,διώκω (αβινάτου= διωγμένος ,αβινάτικου= κυνήγι ,αβινιτόρου= κυνηγός )

Αβούτ΄= πλούσιος (κάη ντζέσι κ΄νου ιάστι αβούτ=ποιος είπε πως δεν είναι πλούσιος Αβρίγκ΄ρα= γύρω – γύρω,(τας γίνι ντι αβρίγκ΄ρα νίστι βρεά=για να έρχεται γύρω-γύρω κάτι θέλει) αβρουγκουέστ΄ = οργώνω
Αγ΄λισέσκου = λιποθυμώ

Αγ΄λισύρε ή λισινάρι = λιποθυμώ από κλάμα,(μη λισιουρέτζου ντι πλέντζου) Αγ΄νόσου = σιχαίνομαι (ν΄εάστι αγ΄νόσου=συχαίνομαι)
Αγαπησέσκου =αγαπώ Αγγάργιψέστου =αγγαρεύω Αγιλιτσέσκου =γυαλίζω
Αγιλιτσιόσου = γυαλιστερός,λαμπρός, επιθ. Αγιλιτσίτου= γυαλισμένος ,παθ.μετ.
Άγιου =άγιος

Αγιουσέσκου = αγιάζω, βιάζομαι(μη αγιουσέσκου = βιάζομαι=φάκ΄αγόνια) κλπ.

Διευκρινίζεται ότι δια της προσθήκης της καταλήξεως (ου,σέστου,σέσκου,ξέστου) σε πάμπολα Ελληνικά ρήματα σχηματίζουμε αντίστοιχα βλάχικα πχ σπουδάζω = σπουδιξέσκου,ανταμουσέστου, ή ανταμουσέσκου,κλπ Υπενθυμίζεται και πάλι ότι τα Φωνητικά σύμβολα πρέπει να τύχουν ιδιαίτερης προσοχής ήτοι στην περίπτωση που έχουμε προφορά μεταξύ του α και ε ,πχ στη λέξη μήλα μεά:ριλη ή μιά:ριλι έχουμε επανάληψη του δευτέρου φωνήεντος με τελεία άνω και κάτω, ενώ στον ενικό το ε είναι καθαρό μέρου ή μέρλου, στη λέξη σκύλο = κ΄έ:νι γίνεται επανάληψη του ε, άρα θα τονίζουμε κανονικά τις λέξεις και όταν μπαίνει μπροστά από το φωνήεν άνω κάτω(διπλή) τελεία το φωνήεν παρατείνεται διπλασιαζόμενο. πχ μά:σκουρ΄ ή μά:σκουρου (αρσενικός), επανάληψη του α, μουά:σια (γριά) παράταση του α. Επίσης παρατηρούμε ότι τα σύμφωνα με τον τόνο μπροστά τους προφέρονται όπως θα τα διαβάζαμε μέσα στη λέξη ώς κ,στην πρόθεση έκ, σ, μ, π, και τ , (ούτε τι,ούτε του,ούτε ταφ,αλλά τ , σχέ(τ)ο ) κατά τρόπο που θα προφέραμε τα ίδια σύμφωνα στη λέξη συμπίπτει ΄(σ΄υμπ΄ίπ΄τ΄ει) , αμπώς, στη λέξη τυλιγμένος = α΄β΄ρτίτου. (όπως λέμε αβγό). «Μ΄πάτι= χάμω και κτυπάει ,ν΄ βάλε= στην πλύση, ν΄κάπου=επί κεφαλής» «Και η κατάρα» « τι κάπου αλούϊ στι τζούα αλούϊ» Πανάθεμά τον.

Β Λ Α Χ Ο Ε Λ Λ Η Ν Ι Κ Ο   Λ Ε Ξ Ι Κ Ο

Α =επιφώνημα και πρόθεμα για την έκφραση θαυμασμού, λύπης, έκπληξης κλπ. Πρόκειται για το αρχαίο ελληνικό α (με ψιλή και περισπωμένη) και α (με ψιλή και οξεία αλλά και επιτακτικό στην αρχή της λέξεως μια συχνή η χρήση του , όπως και στα ομηρικά έπη =α κάσα= στο σπίτι.
Αβανιά: = αβανιά (από το α- βάνης). Ζημιά, ρετσινιά, συκοφαντία

Άβ΄ντου=ακούω (άβ΄ντου βίμτου τσι τράτζι ντι λα μάρε=ακούω τον αέρα που τραβάει από τη θάλασσα)
Αβδέλα = βδέλα

Αβίνου = κυνηγώ ,διώκω (αβινάτου= διωγμένος ,αβινάτικου= κυνήγι ,αβινιτόρου= κυνηγός )
Αβ΄ντάγκου = αυξάνω,εμβολιάζω Άβ΄ντου = ακούω
Αβούτ΄= πλούσιος (κάη ντζέσι κ΄νου ιάστι αβούτ=ποιος είπε πως δεν είναι πλούσιος

Αβρίγκ΄ρα= γύρω – γύρω,(τας γίνι ντι αβρίγκ΄ρα νίστι βρεά=για να έρχεται γύρω-γύρω κάτι θέλει)
αβρουγκουέστ΄ = οργώνω Αγ΄λισέσκου = λιποθυμώ
Αγ΄λισύρε ή λισινάρι = λιποθυμώ από κλάμα,(μη λισιουρέτζου ντι πλέντζου)
Αγ΄νόσου = σιχαίνομαι (ν΄εάστι αγ΄νόσου=συχαίνομαι)

Αγάλια = σιγά (επίρρημα). Κατά τον Κοραή, η λέξη αυτή παράγεται από το «αγανός» = ήμερος, μαλακός, πράος
Άγανου = ακίδα λεπτή χόρτου ή σιταριού(ΙλιάδαΒ,180)

Αγάπια = αγάπη . Ομηρική λέξη «αγάπια». Οδύσσεια 17 και ψ, 224 Αγαπησέσκου =αγαπώ
Αγγάργιψέστου =αγγαρεύω

Αγγειά = οικοσκευή ,πράγματα Ομηρική λέξη «άγγος». Ιλιάς Β, 471 και Ουδύσσεια β, 286

Αγιλιτσέσκου =γυαλίζω

Αγιλιτσιόσου = γυαλιστερός,λαμπρός, επιθ. Αγιλιτσίτου= γυαλισμένος ,παθ.μετ.
Άγιου =άγιος

Αγιουσέσκου = αγιάζω, βιάζομαι(μη αγιουσέσκου = βιάζομαι=φάκ΄αγόνια)
Αγιουσέτζου = βιάζω, βιάζομαι

Αγκαζέ = αλαμπρατσέ, αγκαλιά Ομηρική λέξη «αγκάζομαι»= σηκώνω
στην αγκαλιά μου. Ιλιάς Ρ, 722

Αγκαλίτσα =αγκαλιά. Ομηρική λέξη «αγκαλιά». Ιλιάς Χ,
503 και Σ, 555
Αγκίδα ή αγκίθα= μυτερή σχίζα ξύλου. Από το «ακίς –
ίδος»

Αγκουντέστου = κτυπώ ,ραβδίζω

Άγκουρου ή άγκρου = αγρός χωράφι. Η λέξη απαντάται σε μυκηναϊκές πινακίδες ως «akoro»
Αγκρέστου =καλώ, φωνάζω, άγκρι =χωράφια Αγκρισέστου =ξεχνώ
Αγνάγκια = απέναντι,αγνάντια από το ομηρικό «εναντίος –α-ον» (Ζ, 247, Ι, 190, ζ, 320, η, 89)
Αγναγκιψέστου = αγναντεύω Αγνάντια = απέναντι
Αγόνια = γρήγορα Αγουγιάτου = αγωγιάτης
Αγουνέστου = εκδιώκω καταδιώκω, διώχνω (από το ουσιαστικό
«αγών»)

Αγουνίρι = εκδίωξη

Αγουνόσου = συχαμένος ,βρώμικος Άγουρου = άγουρο,
Αγράτσαλα = αγριοστάφυλο Αγρατσαλιεάου = αγριόκλημα
Αγριάδα ή αγρωστιάα= αγριάδα (ομηρικό «άγρωστις), Οδύσσεια, ζ 90
αγριϊψέστου =Αγριεύω

Άγριου = άγριος Οδύσσεια ι, 119 και Ιλιάς Ζ, 97 Αγριουγκόρτσου = Αγριαπιδιά
Αγριομπίμπα = αγριόπαπια Αγριουμουτρέσκου=αγριοκοιτάζω Αγροιξέσκου= αγροικώ ,εννοώ Αγρόμπαλου = αγριόμηλο Αγρουγκόρτσου = αγριόγκορτσο
Αγρότου = αγρότης, Ομηρική λέξη «αγροιώτης». Οδύσσεια φ, 85 και π, 218
Αγώνα , αγούνε ή αγόνεα= αγώνας Ιλιάς Ψ, 617 Αδίε,Αδίη = αηδία(ομηρικό «άδος»). Ιλιάς, Λ 88 Αδικησέστου=αδικώ
Α ε = έλα Ομηρική λέξη «άγε». Ιλιάς Β, 331 Αε ντε = έλα λοιπόν, κάνε γρήγορα
Αέρι ή ασιάρ΄=χθές΄ Άζ΄ ή άζα = σήμερα
Αζάπι,αζάπε = περιορισμός(νου λ φάκου αζάπε=δεν μπορώ νατον κουμαντάρω
Άη = άντε έλα, πήγαινε Αηδιαστικός = αγ΄νόσου
Άθλου = κατόρθωμα, άθλος . (ομηρικό «άεθλος

Αίστου ή αέστου αυτός= αυτός, άγνωστος(=ποιος είναι αυτός ο άγνωστος) Η λέξη αυτή χρησιμοποιείται όταν εμφανίζεται κάποιος άγνωστος και ακολουθεί η φράση «κάϊ ιάστι αίστου = ποιός είναι αυτός (ο άγνωστος). Η λέξη απαντάται στην Οδύσσεια (α, 242) και παράγεται από το στερητικό α + ιδείν: «ώχετο άϊστος, άπυστος» = απήλθε αφανής). Αρχική λέξη «αFίστος

Αίστ΄=αυτή

Ακά σ΄= στο σπίτι ( ντούτι ακά σ΄ =πήγαινε σπίτι) Ακάτσου = πιάνω
Ακίδα = άκρο βελόνας(άκου)

Ακήρα = βελονοθήκη (από τη λέξη «άκου» = «ακή» = βελόνα) Ακικασέσκου = μαντεύω, εννοώ,απεικάζω
Ακό ή ακλό =εκεί

Άκου =βελόνα Από την αρχαιοελληνική λέξη «ακή». Η λέξη απαντάται σε μυκηναϊκές πινακίδες ως «aketere!
Ακουάπιρου ή ασκούπιρου= σκεπάζω,καλύπτω,αστράφτω Ακούμπουρ΄= αγοράζω
Ακούμτινου , απρόκιου = πλησιάζω

Ακουπιρίτ’ ου = στεγάζω ,καλύπτω στεγασμένος ,καλυμένος Ακρέστου = μεγαλώνω
Ακρέτζου = πικρίζω Ακρίτ΄ου =ξινισμένος Ακριτούρα = πικράδα Άκρου,α =πικρός,η,ξινός,η Αλ΄αξίτου = αλλαγμένος
Αλ΄βντάρι =έπαινος,αλάβντου=επαινώ

Αλ΄πτέτζου = τρεφόμενος με μητρικό γάλα=θηλάζω Αλ΄σάρε = άφεση, εγκατάληψη
Αλ΄σάτου,α,ου = αφημένος, αφημένη,ο

Αλ΄τσέσκου = λερώνω, ρυπαίνω Αλάβντου = επαινώ
Αλάγκου = τρέχω

Αλαθιψέστου =λανθάνω,σφάλλω Αλάθου = λάθος
Αλάι ΄=ε, ω! επιφώνημα αλάι φράτε και αλεά σώρα = έ αδερφή Αλάντ΄=άλλη,αλληνής
Αλάντου =άλλος ,ο, αλλουνού, Αλάντς =άλλοι, αλλουνών,
Αλαπτέτζου,Αλάπτω = θηλάζω, δίνω γάλα Παράγεται από τα ρήματα «αλαπάζω» – «λαπάζω» – «λάπτω» = εκκενώ. Από το ρήμα αυτό παράγεται και η λέξη «λάπτου» = γάλα. Βλέπε πιο κάτω και λέξεις «αλαπάρε» = βύζαμα, «αλαπτάτου» = τρεφόμενος από γάλα.
Αλάργα = μακριά ,αλάργα Αλάσου =αφήνω,άστο,άφησε,άσε Αλάτουρεα = εγγύς ,κοντά Αλάτρ΄ου = γαυγίζω,γαύγισμα Αλγκέσκου = λευκαίνω
Άλε, λέλε, αλάι =επιφώνημα,οχ ,α,ω!

Αλέγκου = διαλέγω, εκλέγω.Παράγεται από το ομηρικό ρήμα
«αλλέγω»: «κλαίοντες δ΄ετάροιο ενηεός όστεα λευκά άλλεγον ες χρυσέην φιάλην και δίπλακα δημόν» (Ιλιάς Ψ, 252)
Αλέπτου =διαλεχτός.λεπτός εκλεκτός (από το ομηρικό «αλλέγω», βλέπε πιο πάνω σχόλιο
Αλέτρια = αλέτρι(ομηρικό «άροτρον»). Ιλιάδα Ν 703

Αλιάπιτι = τράβα,πετάξου,άλιάπιτι π΄ν΄του μπισιάρικ΄=πετάξου μέχρι την εκκλησία
Αλιγκάτουρου = ταξιδιώτης Αλικέστου =κολλώ
Αλικίτ΄ου,α, ου = κολλημένη και επί κατάρας Αλινάτ΄ου = ανεβασμένος
Αλίνου ή αλίντου = ανεβαίνω,υψώνω Αλίντζιου = γλύφω
Άλιου -= σκόρδο

Αλισβερίσε = αλισβερίσι εμπορικό Αλισίβα = στάχτη
Άλκα ,κουλιάστρα = πηχτό γάλα Αλλιούρεα =αλλού,αλλαχού Αλμπάνου = πεταλωτής Αλμπεάτσα = λευκότης
Άλμπου =λευκός Αλόνε = αλώνι
Αλόρ΄=προσ.αντων=κάσα αλόρ΄=οικία των

Αλουάτου = ζήμη ,προζύμι. Η λέξη παράγεται από το ομηρικό
«άωρτο» (υπερσυντέλικος του ομηρικού ρήματος «αείρω» =
«αίρω» (ασfερjω) = υψώνω, φουσκώνω Όπως είναι γνωστό, το προζύμι υψώνεται = φουσκώνει! Βλέπε Οδύσσεια α, 141, β, 425, γ, 312 κ.λπ. ή Ιλιάς Ζ, 293, Τ, 380, Ω, 583 κ.λπ. Υπάρχει και άλλη ερμηνεία. Η ομηρική λέξη «άωτος» σημαίνει το σκεπασμένο με φλόκους (φλοκάτη). Το ίδιο έκαναν και οι Ελληνόβλαχοι.
Πάντοτε το προζύμι το σκέπαζαν με φλοκάτη για να ζεσταθεί και να φουσκώσει! Βλέπε και λέξη

Αλουμά =αστράγαλος ,αλουμάτζ=αστράγαλοι Αλουμάκιε = κλωνάρι
Αλούμπ΄τα=μάχη αγώνας Αλουμτάτ΄ου = αγωνιστής Αλουνάρου = Ιούλιος Αλούνι,Λούνιε =Φουντουκιά

Αλουτζίτ΄= μαλακός

Άλτ΄α = άλλη, άλτου = άλλος Άλτ΄όυάρ΄=άλλη ώρα, χρ.επιρ Άλτου ,α,ου = άλλος ,η,ο
Αλχείνα = εξάνθημα ψώρας(από το αρχ. ελλ. Λειχήν) Άμ = μήπως
Αμ΄βέσκου ,νβέσκου,μβέσκου =ντύνω Αμ΄βέτσου = μαθαίνω,συνηθίζω Αμβετσάρι = μάθηση
Αμ΄βιλέσκου = καλύπτω, αμβιλίτου ,α =σκεπασμένος,η Αμ΄βιρλίγκα =τριγύρω
Αμ΄βιρλιγκάτου,α = τυλιγμένος ,η Αμ΄βιρλιγκέστου,αμ΄βιρλιγκέτζου = περιτυλίγω, πολιορκώ. Αμ΄νάρε = καθυστέρηση
Αμ΄νάτ΄ου =καθυστερημένος
Αμ΄πιτάτ΄ου, α,ου =μεθυσμένος,η,ο (παθ.μετοχή) Αμ΄πιτάτουρου,α = μέθυσος, μέθη

Αμ΄πόδγιου =εμπόδιο Αμ΄πόλιου = μπόλι,μόσχος Αμ΄πουκάρε = καταβροχθίζω Αμ΄πουλισίτου = λιθοβολημένος Αμ΄πουνάρε = συμφιλίωση Αμ΄πουτσιάρια,ε = βρώμα Αμ΄πρ΄τσάρε =εναγκαλισμός
Αμ΄πρ΄τσάτου,α = ενηγκαλισμένος,η Αμ΄ρίτου = πικραμένος
Άμα = ευθύς ως, άμα , χρον.μόριο Αμανέτου = ενέχυρο
Αμάρε =Θάλασσα Αμαριάσκου = πικραίνω Αμαρίτου = πικραμένος
Αμάρου =πικρός,αμάρ΄=πίκρα(ομηρικό «άμαρη», «άμαρης», που κυριολεκτούν σε «βρώμικο νερό»). Ιλιάδα Φ 259.
Αμβ΄ρτέστου =τυλίγω Αμβ΄ρτίτ(ου),α, ου =τυλιγμένος,η,ο Αμβ΄ρτίτ΄ου = περιτυλιγμένος
Αμβέστ΄ου, μβέστ΄ου, νβέστ΄ου = ντύνω (εξ ου και βεστιάριο) Αμβέτσου = μαθαίνω, συνηθίζω
Αμβιλίτ΄ου =σκεπασμένος Αμβιρλίγκα = πέριξ
Αμβιρλιγκάτ΄ου = περιτριγυρισμένος

Αμβιρλιγκέτζ΄ου = πολιορκώ,περικυκλώνω Αμβισκούτ΄ου =ντυμένος
Αμβιτσάρι = μάθηση

Αμ΄έ:νου = καθυστερώ, βραδύνω,αμ΄νάι= καθυστέρησα, Αμ΄νάρε = καθυστέρηση
Αμέλγκου = αρμέγω ,Από το ρήμα «αμέλγω

Αμέλου ,αμεά, αμέλιοι, αμεάλε =δικό μου,΄δική μου,δικοί μου, δικές μου
Αμιντόιλοι, σαμισντόιλοι= αμφότεροι Αμινάτου,α = διωγμένος ,η»και πυροβολημένος Αμίνου = κινώ,διώκω,πυροβολώ
Αμινσουσίτα, κουμνάτα = κουνιάδα Αμίντ΄ου = αυξάνω, γεννώ, αποκτώ,κερδίζω Αμιντάτου = κερδισμένος, γεννημένος
Αμίντε = θυμούμαι ,αντούκ΄ντιαμίντι= φέρνω στη μνήμη

Αμίντια = μνήμη, ανάμνηση,μυαλό, Η λέξη έχει ομηρική ρίζα. Παράγεται από το ρήμα «μέδομαι» = σκέπτομαι: «ευ δε τις αρματος αμφίς ιδών πολέμοιο μεδέσθω» =τα αμάξια να θεωρήσετε με τούτο στο μυαλό σας» (Ιλιάς, Β, 384). Βλέπε ακόμη Ιλιάς Δ, 418 και Φ, 19
Αμιντόϊλι =αμφότεροι ,και οι δυο Αμιντρέιλοι = και οι τρείς Αμιράτζ =αυτοκράτωρας
Αμιρίτζ΄ου = σταλιάζω υπό σκιάν(αμεριτζάϊ, αμεριτζάτα)

Αμμπάϊρου = περνώ στην κλωστή ,(αμμπάϊρου ντουά:νι= περνώ σε σπάγκο φύλλα καπνού)

Αμμπάρε = αίσιο,(κάλια αμπάρε= καλό δρόμο) + Αμμπαρεάτσα = ευτυχία
Αμμπέτου = μεθώ κάποιον (αμμπιτάϊ, αμμπιτάτα) Αμμπιτάρε = μέθη
Αμμπούκου =καταβροχθίζω Αμμπουλιϊσίτου =εμβολιασμένος Αμμπουλισέσκου = λιθοβολώ,εμβολιάζω Αμμπουλισίρε = μπόλιασμα
Αμμπουνάρε = συμφιλίωση Αμμπράτσου = αγκαλιάζω
Αμό ή αμού =τώρα για τους Ασπροποταμίτες ,οι άλλοι βλάχοι το
«τώρα»

Αμόνια = αμόνι,άκμων(από το ομηρικό «άκμων»)

Αμούργκου = σκοτάδι,σκοτεινά.Η λέξη προέρχεται από την ομηρική «αμολγός ή «αμόργη»: «ως οι εναργές όνειρον επέσσυτο νυκτός αμολγώ = γιατί τής ήρθε όνειρο φανερό στης νύχτας το σκοτάδι» (Οδύσσεια δ, 841)
Αμουρτζεάσκου,αμορτζίϊ = μουδιάζω,ναρκούμαι Αμουρτζίρε = μυρουδιά
Αμουρτσίτ΄ου =μουδιασμένος ,παθ. μετ Αμπά: =αμπάς ύφασμα
αμπαϊρουσίτα =υφάντρα Αμπάρ΄ου = αίσιος,επιδέξιος
Αμπαρουσίτου = αποθηκευμένος, κλειδωμένος

Αμπήδηξε = αμπήδησε(ομηρικό «αμπήδησε», από το ρήμα (δωρικός τύπος) «αναπηδάω»). Ιλιάδα Λ. 379)

Αμπουρόσου = ατμώδης Άμπουρου = ατμός Αμπουσιλάρε = μπουσούλισμα Αμπούτου = βρωμάω Αμπουτσιάρε = δυσωδία,βρωμιά Αμπουτσίτ΄ου,α =βρώμικος,η
Αμπουτσόσου, αμπουτσάσα = βρωμερός ,η Αμπράσκου =αναιδής
Αμφού:σιου= φασκιώνω

Αν,ιν,ν= πρόθεση στάσεως και κίνησης μετατρεπόμενο σε «μ» Αν΄ου= έτος
Αν΄τσέρτσ΄ου =πέρυσι

Ανάθιμα =ανάθεμα κατάρα (αρχαιοελληνική= ανάθημα) Ανάκρια ,ανιάκρι = τόλμη ,δυνάμεις
Ανακρίτσιου = πικρός, ξινίλα Ανάλτου,α, ου =ψηλά,ός ,η,ο
Ανάλτσ΄ου =ανεβάζω,σηκώνω,καβαλικεύω(ντούσι ανάλτου πι κάλιου=πήγε καβάλα στο άλογο)
Αναλτσάρε = ανύψωση

Ανάμερα = ανάμερα ,σε κάποιο μέρος Από την πρόθεση «ανά» και την ομηρική λέξη «μέρος»=μέρος, τμήμα
Ανάμισα = ανάμεσα

Αναμισγέσκου = ανακατεύω, αναμιγνύω (ομηρικό «αναμίσγω»). Οδύσσεια κ 235 και δ 41)
Ανάνγκια = ανάγκη

Αναπαντέσκου = συναντώ,απαντώ Ανάπαρτι = μακρυά
Ανάργα = σιγά

Αναστεναχέσκου = βγάζω στεναγμό,αναστενάζω(ομηρικό
«αναστεναχίζω»). Ιλιάς Σ, 315.

Αναστραφάω= αναστρέφω, στρέφω συχνά (ομηρικό
«αναστροφάω). Οδύσσεια Ανατολίε =Ανατολή Ανάφουρα = αντίδωρο
Ανβιλέσκ΄ου = σκεπάζω,καλύπτω Ανγιέτζου = αναβιώνω, γιατρεύομαι Ανγιλιτσίτου =γυαλιστερός
Ανγισιέτζου = ονειρεύομαι (μι νγισέτζου) Ανγκ΄νάρε = πρόσκληση , μαύλισμα ζώου Ανγκ΄νάτου α,= προσκεκλημένος,η Ανγκ΄ρσέστου = ξεχνώ
Ανγκαλισίτου = αγκαλιασμένος Ανγκάνου,ανκ΄άνου = μαυλώ ζώο,προσκαλώ Ανγκαρισέσκου = γκαρίζω
Ανκέ:νου = μαυλώ,καλώ προς εμέ Ανγκίδα = ακίς,δος
Ανγκινάρα =ανγκινάρα Ανγκίστρου = άγκιστρο,ανγκίστρι

Ανγκλιτάρε =κατάποση Ανγκλιτάτου = καταπιωμένος Ανγκλίτου = καταπίνω Ανγκλίτου = καταπίνω Ανγκουνιάρε = κάπνισμα
Ανγκουνιάτου =καπνισμένος,καπνιστός,παθ.μετ Ανγκουνιάτου =καπνιστός
Ανγκούνιου = καπνίζω(καίω άνευ φλόγας ) Ανγκουστάρε = στένωση
Ανγκουστάτου = στενωμένος

Ανγκουστεάτσα = στενότητα, πορθμός, ισθμός Ανγκουστέτζου = στενεύω
Ανγκουτσέσκ΄ου =μαντεύω Ανγκουτσίρε = μαντεία Ανγκουτσιτιάρε = αίνιγμα
Ανγκρέκ΄ου =βαραίνω,ενοχλώ,επιβαρύνω Ανγκρικάρε = επιβάρυνση
Ανγκρικάτα = έγκυος, Ανγκρόπ΄ου,νγκρόπ΄ = θάβω Ανγκρουπάρε = ταφή Ανγκρουπάτ΄ου = θαμμένος Ανγκώλιου = αδειάζω Ανηφουρέτζ΄ου = ανηφορίζω
Ανήφουρου = ανήφορος

Άνιοι =χρόνια

Ανιουρτζέσκου,ανιουρτζέστ΄ου = μυρίζω(ανιούρζου =προστακτική
,μύρισέ το) Ανιουρτζέστ΄ου = μυρίζω Ανιουρτζιάρι =μυρωδιά Ανιουρτζίτου =μυρισμένος Ανκ΄έ:του = πόσο
Ανκ΄ένου = μαυλώ (Φωνάζω,προτρέπω ζώο προς εμέ) Ανκ΄τσάρε = φιλονεικώ ,καυγαδίζω(ναγκ΄τσέμ=φιλονεικούμε) Ανκάτσου = μαλώνω, ερίζω
Ανκλιάμου = προσκαλώ Ανκόπιρου= παλουκώνω Ανκούπουρ(ου) = αγοράζω Ανκουπουράρεα = ψώνισμα Αννσάρου = πηδώ,
Άνντα ,νντά = ότε,όταν

Ανντάπουρ΄ου =ακουμπώ,προστατεύω,στηρίζω Ανντάρα = ομίχλη
Αννταρσίε = ανταρσία, επανάσταση Ανντάρτου = επαναστάτης
Ανντέσου= χώνω, πηγνύω,μπήχνω(,επί κατάρας , σνού τι ανντέσι=πανάθεμά σε)
Ανντιπουράρε = υποστήριξη, προστασία

Ανντιρσέστ΄ου = στενοχωρούμαι από σεβασμό,συνεσταλμό

Ανντιρσίτ΄ου =συνεσταλμένος Ανντισάρ΄ου =υπερπηδώ Ανντισάρι = μπήξιμο,χώσιμο Ανντισάρου = υπερπηδώ Ανντισάτ΄ου = χωμένος
Ανντισέστ΄ου = μπλέκω,συναντώ(αντισίϊ κου αίστ΄όμ=έμπλεξα μ αυτόν τον άνθρωπο) (από το ρήμα «αντάω –ώ»)
Ανντόρνικ΄ου, σίνγκουρ΄ = μονήρης , μόνος Άντου = φέρε
Ανντουάπουρου = ακουμπώ,προστατεύω,στηρίζω Ανντουκιλιέστ΄ου = κυλιέμαι
Αντούκου = φέρνω,ομοιάζω ( τι αντούκου κα Κόλια= σε (φέρνω)σαν τον Νικόλα δηλαδή μου μοιάζεις σαν τον Νικόλα.
Ανντούνου = συλλέγω, μαζεύω Ανντουνάρια = συλλογή, μάζεμα Ανντουνάτου = μαζεμένος Ανντούπλικ΄ου = διπλώνω Ανντουπλικάτ΄ου =διπλωμένος
Ανντούπλικου = διπλώνω,πτύσσω (μεταφορικά πείθω ή μεταπείθω) Ανντουπουράρι = υποστήριξη ,στήριξη
Ανντάπουρου = ακουμπώ,υποστηρίζω(από τη λέξη «πάρος – πάλος
– παλούκι») ανντρ΄λισέσκου = ζαλίζομαι Ανντράλα = ζάλη
Ανντρέγκου = διορθώνω,βελτιώνω,διευθετώ.

Ανντρέου=Δεκέμβριος(άγνωστο γιατί ενώ ο Αγ. Ανδρέας γιορτάζεται 30 Νοεμβρίου) λέγεται ότι τη νύχτα του Αγίου Ανδρέου κάποτε στο τραπέζι ο φιλοξενούμενος, από ντροπή δεν έφαγε πολύ και τη νύχτα βγήκε έξω στο χιόνι και έτρωγε από τον τουρβά του, το όνομά του ήταν Ανντρέου, μετά από λίγο βγαίνει και ο οικοδεσπότης έξω και υψώνοντας το βλέμμα στον ουρανό είδε πως χιόνιζε και είπε: Αρούκ΄αρούκ΄Αντρέα =ρίξε ρίξε Ανδρέά και εννοούσε τον Άγιο,ενώ η ώρα είχε προχωρήσει από τα μεσάνυχτα μπαίνοντας στον Δεκέμβριο.
Τον άκουσε ο Ανδρέας και απαντάει «ρίχνω από το δικό μου ψωμί για να χορτάσω » (τι αρουσινέστ΄, αντρισέστ΄, αντρισέστ΄ σ μέ:τς ναφουάρ΄;) δηλαδή συνεσταλμένα ντράπηκες και τρως έξω; και από το έναρθρο Αντρέϊλου, αντρισέστ΄ έκτοτε έμεινε ο Δεκέμβριος ως Ανντρέου) (Εξιστόρηση Αθαν.Βόγγολης 84 Αργυροπούλι).
Ανντρέπτου = διευθετημένος,δεξιός Άνου =χρόνος
Ανουσέστου = ανοστεύω Άνουστου = άνοστο
Ανσ΄ράτου = αλατισμένος , πηδιγμένος

Ανσάρου = αλατίζω, πηδώ, ανσ΄ράϊ = αλάτισα, πήδηξα

Ανταμουσέστου = ανταμώνω. Από το ρήμα «αντάω» = πηγαίνω για απάντηση. Από το ρήμα αυτό προέρχεται και ο αόριστος «ήντησα»:
«ήντησ’ ουδέ ίδον =ουτε τον συνάντησα, ούτε τον είδα» (Ιλιάς Δ,375)
Αντάμουσι = αντάμωση

Αντάου = ήντησα. Ομηρικός αόριστος «ήντησα». Ιλιάς Ζ, 399 Αντάπ΄ου =ποτίζω
Αντάπτου = συμπληρώνω,αυξάνω (αντάψου στη Βέρροια)

Αντάρ΄ου =κάνω, κατασκευάζω,παρασκευάζω(τσεαντάρ΄=τι κάνεις;)

Ανταύγκου ,αντάψου ,(αυγ΄τσέσκ΄ )= συμπληρώνω,αυξάνω Αντέσ΄ου = αντέχω ,κρατώ,χώνω,
αντζιούγκ΄ου = φθάνω,πλησιάζω αντζιουντζιάρι= άφιξη Αντζιούρ΄ου = υβρίζω Αντζιουράρι = βρισιά Αντιβιλέστου = ξεσκεπάζω
Αντιλιάουα,αντιλιάρε = αναπνοή,άσθμα. Αντίλιου = ασθμαίνω
Αντισάρ΄ου = ανντράλα = ζάλη,υπερπηδώ

Αντισέστ΄,ντισέστου = μλέκω (μη αντισϊ: κου αϊστου ώμ(ώμου)=έμπλεξα με αυτόν τον άνθρωπο)
Αντιτίσκου = αντιτίθεμαι, εκδικώ (ομηρικό «άντιτα»). Οδύσσεια ρ
51)

Αντουάπουρ΄ου = ακουμπώ, υποστηρίζω( αντάπουρι πι μίνι= στηρίξου επάνω μου)
Αντουκέστου =καταλαβαίνω,εννοώ. Αντουκιάρε = αντίληψη
Αντουκίϊ =κατάλαβα Αντουκίτου = νοήμων
Αντούκου ,ντούκου=φέρνω,πηγαίνω Αντουνάρε = άθροιση, μάζεμα, συνάθροιση Αντουνάτ΄ου =μαζεμένος
Αντούνου=μαζεύω ,ανταμώνω, συναντώ .Η ρίζα είναι μυκηναϊκή! Στις πινακίδες υπάρχει η λέξη «meriduma» = συλλέκτης μελιού»! Βλέπε και λέξη «νιάρι» =μέλι

Αντουπάτ΄= ποτισμένος Αντραλασέσκ΄ου =ζαλίζω,αντραλίζω Αντραλασίτ΄ου =ζαλισμένος Αντράρι = κατασκευή
Αντράτου = φτιαγμένος

Αντρέγκ΄ου = ξεπερνώ, νικώ,υπερτερώ. Αντρέμπ΄ου, ν τρέμπ΄ου = ερωτώ Αντριάουα =σακκοράφα
Αντριμπάρι =ερώτηση

Αντσ΄πάρι = τσίμπημα ,σούβλισμα Αντσ΄πάτου = τσιμπημένος Αντσάπ΄ου,τσάπ΄ου =κεντώ,τσιμπώ,σουβλίζω Αξί ,αξίτσε, ασιέ = έτσι
Αξινιτόρ΄= οδοιπόρος, ξενιτεμένος Αουά ,αουάτσε = εδώ
Αούμπλου = γεμίζω Αούμπρα =σκιά Αουμπράρι = επισκίαση
Αουμπράτου = μαγευμένος ,πατημένος από τον ίσκιο Αούμτου = βούτυρο, αλείφω
Αούντζιου = αλείφω Αούου =σταφύλι Αουράρι = κραυγή , φωνή
Αουσιέστου = γηράσκω

Αούσιου = παππούς Αουσκάτου = στεγνός Αούσκου = στεγνώνω Άπα = νερό
Απάνγκιου = καταφύγιο . Από την πρόθεση «από» και την ομηρική λέξη «άγκος»= κοίλωμα, καμπή.
Απαντιξέστου = απαντώ,ελπίζω,προσδοκώ Απαρνησέστου = απαρνούμαι
Απαρνϊίτου , αχουρχίτου = αρχισμένος

Άπαρου , νντάπουρου = προστατεύω,προφυλάσσω,στηρίζω Απατιόνου = απατεών
Απατόσου = νερουλός Απερίτα = χαραυγή
Απίκο ή «μπικ» = μέτωπο με μέτωπο (προμετωπίδα). Η λέξη απαντάται σε μυκηναϊκές πινακίδες ως «apuke»!
Απιρί = ξημέρωσε Απιτρουσέστου = πετροβολώ Απιτρουσίτου = πλακωμένος
Απλέκ΄(ου) = χαμηλώνω ,σκύβω ,γέρνω Απλικάτου =σκυμμένος Απλουκουσέσκου = πλακώνω Απλουκουσίτου = πλακωμένος
Αποθυμιάου = αποθυμιά (ομηρικό «αποθύμια»). Οδύσσεια Ξ 261. Αποκούρμου=αποκόπτω

Αποκουψέσκου = απογαλακτίζω, αποκόβω

Απουβίνντου = ξεπουλώ ,επιτυγχάνω,προκόβω, και κατάρα(σ΄νου απούτς=να μην προκόψεις….)
Απούκ(ου) =προ φθάνω ,επιτυγχάνω , προλαμβάνω
Απουμπιάου = αποπίνω όλο το κρασί ή το νερό Απουλιάνου = χτυπώ( εξ ού και πουλιάνου η γκλίτσα από το
Ομηρ.ελλ. απαλοιάω χτυπώ) «και οστέα λάας αναιδής άχρις απηλοίησε = και τα κόκκαλα τα κατατσάκισε» Ιλιάς Δ, 522
Απουμουνουσέστου = απομονώνω, σκάζω,κλείνω το στόμα(Από την πρόθεση «από» και το ομηρικό ρήμα «μονόω»= μένω μόνος, αποτραβιέμαι από τη ζωή).
Απουφούγκου = αποφεύγω (από το από + φεύγω ή από το ομηρικό
«φυγή» = φυγjα»)
Απούν(ου) = κατεβάζω,χαμηλώνω, Απουντόρμ΄(ου) =αποκοιμάμαι Απούσιου =χαμηλώνω (απλέκου) Απούσου =χαμηλώνω
Απουφάκου = αποκάμνω,εξαντλούμαι, Απουφούγκ(ου) =αποφεύγω Απρεαντούν΄= περισυμαζεύω
Απρέσου = αναμμένος του ρ.απρίνντ΄ου Απρίλιου = Απρίλιος
Απρίντου = ανάβω Απροάπια= κοντά Απρόκιου = πλησιάζω
Απύρουτου = απύρωτο,απύρετος

Αρασέστου = αρέσκω. Ομηρικό ρήμα «αρέσκω» ή «αρέσσω». Ιλιάς Τ, 183

Αράφτου = ράφτης (μυκηναϊκή λέξη «rapitirya» = ράφτης!)

Αραχνιά = αραχνιά (ομηρικό «αράχνιον», «αράχνια»). Οδύσσεια 288 και π 35.
Αραχνισέστου =αραχνιάζω Αραχνισίτου =αραχνιασμένος Αρ΄γκ΄έστου= ρεύομαι
Αρ΄έντζ΄ή ρέντζ΄= στομάχι μικρού κατσικιού ή αρνιού γάλακυος χρησιμοποιείται για να πιτιάζουμε το γάλα = γλιάγκου = πιτιάζω
Αρ΄μ΄νεάρι = παραμονή,διαμονή Αρ΄μ΄νέστι= βλαχιστί Αρ΄μ΄νέστου= μένω,κατοικώ
Αρ΄μάσου = κουρασμένος, έμεινε πίσω Αρ΄μάτου = σκαλισμένος, σκαμμένος Αρ΄μένου =μένω πίσω,κουρασμένος Αρ΄νιόσου = ψωριάρης
Αρ΄π΄ντίνα = κατωφέρεια, κατήφορος, πλαγιά (βλέπε πιο πάνω σχόλιο για το «αρέπιτου» ή «ρέπιτου» ή «ρίπα»)

Αρ΄σέσκου ή αρισέσκου= αρέσω, ευχαριστώ κάποιο (ομηρικό
«αρέσκω»). Οδύσσεια θ, 396 και θ 402 Αρ΄σπ΄νντέσκου = σκορπίζω Αρ΄σπ΄νντίτου = διασκορπισμένος Αρ΄τζίμου = πρόποδες
Αρ΄τσίμι = ψύχρα Αρ΄τσίρε = ψύχρανση

Αράνα – τραύμα Αράντου = ξύνω Αράπου =Αιθίοψ Αράπουνου =τσαμπί Αράσου = ξινισμένος Αράτσι = κρύο
Αράτσι =κρύο (άπ αράτσι=κρύο νερό) Αραύντου = υπομένω,αντέχω Αράφτου = ράφτης
Αρεάτε μπιρμπέκου = επιβήτωρ κριάρι Αρεάτζ = υπήκοος , ραγιάς Αρένντουρα ή λιένντουρα = Χελιδόνι Αρέου = δύστροπος, Βαριά άρρωστος Αρεσέσκου = αρέσω
Αρέσκου ή αρνέσκου ή αρίντου = σκουπίζω Αριάνε , ρ΄έ:νια, ριάνε = Ψώρα
Αριέ:ντου ή αρέ:ντου =γελώ, ξεγελώ,κοροϊδεύω Αριέ:ου =ποτάμι
Αρίζου = ρύζι Αρικέσκου = αρπάζω
Αρίκιου ή αρίκλιου = νεφρός Αρικιούσιου = γλιστρώ Αρικιούσιουρ΄= γλίστρα
Αρικίρι = αρπαγή

Αρίνα = άμμος Αρίντου = σκουπίζω
Αρίπα = κλίση, κατωφέρεια.Η λέξη έχει ομηρική ρίζα και παράγεται από το ρήμα «ρέπω» κλίνω. Απο την ίδια λέξη παράγεται και η
«ρίπα» = πέτρα ή λόφος με κλίση. «ρέπε δ’ αίσιμον ήμαρ Αχαιών = έγειρε ή έκλινε δε η μοιραία ημέρα των Αχαιών» (Ιλιάς Θ, 72)

Αριπιντίνα = κατωφέρεια Αριπιντινέτζου =κατηφορίζω Αρίπιτου ή αρίπ΄= κατωφέρεια ,κλιτίς Αρέστου = σκουπίζω έναν χώρο Αρίτου = σκουπισμένος χώρος Αρίτσιου =αχινός,σκαντζόχοιρος Αρκάρε,αρουκάρι = αποβολή
Άρκου = τόξο

Αρμάνου = βλάχος της Πίνδου, Ελληνόβλαχοι,από το ρωμιός

Αρμαθιάουα = αρμαθιά. Ομηρική λέξη «αρθμός». Ιλιάς 524

Αρμακέου = αρμακάς, σωρός από πέτρες. Από τη λέξη «έρμαξ – κος»
Αρμάτα =φορεσιά Αρματουσέσκου = εξοπλίζω Αρματουσίτου = εξωπλισμένος Άρμια = όπλο ,άρμα
Άρμπουρι ή ουάρ΄μπιρι = δένδρο
Αρμύρα ή αλμύρα= αρμύρα (ομηρικό «άλμη», «άλμυρον»)

Αρναπόκια =αρναπόκι, μαλλί αρνού. Παράγεται από τις λέξεις αρνί = πόκος =κουρεμένο και ακατέργαστο προβατίσιο μαλλί.
Αρνέτζου = ξεχειμαδιάζω, Αρντεάρε = καύση
Άρντου= καίω Αρόβου =πιζέλι
Αρόζου = ρ όζος δένδρου Αρόϊδα = ρόδι
Αρομινγκάρι = αναμάσσηση Αρόπουτου = ποδόκροτος Αρόσιου ή ρόσιου = κόκκινος Αρουάμιγκου = αναμασώ Αρουβινέτζου = καταβρέχω Αρουζουσίτου = ριζωμένος Αρουκάτου,α,ου =ριγμένος,η,ο
Αρουκιέστ΄ ή αρουκιέσκου =αρπάζω

Αρούκου ή αρίκου = ρίχνω«απήραξεν δε χαμάζε αυτή συν πήληκι κάρη = και ρίχνοντας την χάμω με αυτό το κράνος της», Ιλιάς Ξ,

  1. Βλέπε και Ιλιάς Π, 116 Αρουκουάρι =κρυάδα,κρύο Αρουκουράρι = κρυολόγημα Αρουκουράτου =κρυολογημένος
    Αρουκουρέστου = κρυολογώ, αρρωσταίνω Αρουκουρέτζου = κρυολογώ, αρρωσταίνω Αρουκουρέτζου = κρυώνω
    Αρουκουρίτου,α, ου =κρυωμένος,η,ο

Αρουκουρόσιου = κρυολιάρης

Αρουκουτέστου = κουτρουβαλώ,γέρνω για ύπνο Αρουνγκέτζου = μισθώνω (μι αρουγκάϊ πικουράρου) Άρούνικ΄ου ,αρούντικου =γλιστρώ ,ολισθαίνω Αρούντικάρε =γλίστρημα
Αρούπ΄(ου) = τρυπώ,σχίζω

Αρουπουνάτου = κατεβασμένος, με εξανθήματα στο πρόσωπο Αρούπτου = τρύπιος
Αρουσίνε = ντροπή, Αρουσιουνάτου = ντροπιασμένος Αρουσιουνέτζου = ντροπιάζω Αρουσιουνόσου = ντροπαλός Αρουσμπόϊου = Αργαλειός Αρουφέκου = ράβω Αρουφικάτου = ραμμένος Αρρ΄έμου = σκάβω,σκαλίζω
Αρρουμαθεάουα = αρμαθιά και αμπάϊρου = αραμαθιάζω. Άρσι =έκαψε
Άρσιου=έκαψα Αρτιρσέσκου = πλειοδοτώ Αρτισέσκου = αρταίνομαι
Άρτου= άγιος άρτος. Ομηρική λέξη «άρτος» (Οδύσσεια ρ, 343), η οποία καθιερώθηκε στα ελληνοβλαχικά να σημαίνει μόνο τον ευλογούμενο στην εκκλησία άρτο

Αρχινσέσκου ή αχουρχέστου = αρχίζω Αρώσιου,α,ου =κόκκινος,η,ο Ασβίμτου = νικημένος
Ασβίνγκου = νικώ

Ασγκέρου = τσιρίζω, βελάζω,κραυγάζω Ασγκούρου = βελάζω, φωνάζω Ασγκρούμ(ου) = στραγγαλίζω
Ασεάρα = χθές Ασίτου = ώριμος
Ασκ΄πάτου = τελειωμένος Ασκάλνου = κρεμώ, αναρτώ Ασκάπιτου = καταπίνω Ασκάπου = τελειώνω Ασκάπυρου = αστράπτω Ασκέρε = ασκέρι, στρατός Ασκλιάτου = ανύμπορος Ασκούκιου = φτύνω Ασκούλτου = ακούω, ακροώμαι Ασκούντου = κρύβω
Ασκουράτου, στικουράτου = στραγγιχτός Ασκουρέτζου = αποσκληρύνω Ασκουρτάρε= κόντεμα
Ασκουρτέτζου =κονταίνω

Ασκούρτου,α = κοντός,ή

Ασλάνου = παλληκάρι,γεναίος Ασμπουάϊρου = πετώ,ίπταμαι Ασούν΄ =κουδουνίζω,τινάζω
Ασούν΄(ου) = κωδωνίζω,σημαίνω, ηχώ Ασουνάρε = κουδούνισμα.
Ασούντ΄(ου) = ιδρώνω Ασουντάτου = ιδρωμένος
Ασούπρα ,ντισούπρα πισούπρ΄= επάνω Ασουρουπάτ΄(ου),α,τ΄ = γκρεμισμένος,η,ο Ασουρσέσκου = ξυρίζομαι Ασουσέσκου=αρραβωνιάζω
Ασουσέστου = τελειωμένος, αρραβωνιάσμένος Ασπ΄ρίτου = φοβισμένος
Ασπ΄ρτέτζου = σκορπώ,χαλώ

Ασπάργκου = χαλώ,καταστρέφω,ανταλλάσσω χρήμα Ασπαρεάρε = εκφοβισμός Ασπάρια = φόβος
Ασπάρου = φοβίζω από το ρήμα «ασπαίρω» Ασπάρου = τρομάζω
Ασπάρτου = χαλασμένος

Ασπλιέγκου = κλαυθμός μετά δακρύων Ασπούμου = αφρίζω
Αστα ή αϊστου΄= αυτός ,η,ο( αϊστ΄ τουάμνα= αυτό το Φθινόπωρο)

Αστάλιου = κόπτω τον δρόμο,(λάπτιλι σ΄αστιλιέ = το γάλα κόπηκε,χάλασε)

Αστέπτ΄ου = περιμένω Αστέργκου = σφουγγίζω Αστέρνου ,αστέρ΄ου = στρώνω
Αστέσου = σβησμένος (επί ειρωνίας : ιού νιάτζι αστέσου = πού πάει ο άμοιρος)
Αστίνγκου = σβήνω

Αστιπτέστου , αστιπτάτου = αναμενόμενος Αστιπτάρε = αναμονή
Αστούμτσινα = τότε

Αστούπ΄(ου) = βουλώνω ,βούλωστο Αστρέγκου = υπερέχω,περνώ,αντέχω
Αστριάχα = η σκεπή καλύβας από την ομηρική λέξη «όστρακον» = καβούκι χελώνας, όστρακο, κεραμίδι
Αστρίμτου = στενεύω, στενός

Ασχαλάου= αγανακτώ (ομηρικό «ασχαλάω»). Οδύσσεια Β 297

Ατα, άντα = θεία μεγάλη και τέτα = θεία,θείτσα (η ομηρική λέξη είναι, επίσης , «άττα» και σημαίνει προσφώνηση νεότερου προς μεγαλύτερο ή τροφέα). Ιλιάδα Ι 607, Π 561 και Οδύσσεια π 31.
Ατάουα =δικιά σου Ατζιόκου = παίζω,παιχνίδι
Ατζιουκάμ΄ =παίζαμε ,(ν ατζουκάμ΄= παίζαμε) Ατζιούμτου = ώριμος
Ατζιούν΄= νηστικός Ατζιούνγκου = φθάνω, ωριμάζω Ατζιουνέτζου = πεινώ

Ατζιούτ΄(ου) = βοηθώ Ατζιουτάρε = βοήθεια
Ατου = επιβίτωρ ίππος από το Ελλ.άτι Ατούμτσεα,αστούμτσινα = τότε Ατσέλου = αυτός
Ατσέλου,ά ,ου=αυτός,ή,ο

Ατσα ,τσιουάρα= νήμα,κλωστή Ατσία = Αυτού
Αύντου,άβδου = ακούω, παράγεται από την ομηρική λέξη «αυδή» = φωνή ανθρώπου: «Της εν μεν νόος εστί μετά φρεσίν, εν δε και αυδή και σθένος = μέσα του υπάρχει λογικό, υπάρχει και φωνή και δύναμη», Ιλιάς Σ, 419, και το ρήμα «αύδω» = ακούω, Ιλιάδα Ζ 54 και Οδύσσεθα ν 199
Αυράγκου= μέρος που καλλιεργείται (από τη λέξη «αύλαξ – κος») Αύρια = άυρα, (Ομηρ.αύρη) Ιλιάδα Ε 499.
Αυρουγκουίτου = καλλειεργιμένο χωράφι Άφαντου =άφανδος Ομηρικό. Ιλιάς Υ, 303
Αφένντου = αφέντης (προσωνυμία πεθερού από τη νύφη) (αρχαιοελληνική «αφθέντης»- «αυτός έντης»=φθάνω στο τέλος)
Αφερίτου = προφυλαγμένος Αφιτάρι = γέννηση , τοκετός Αφιτάτου = γεννημένος Αφλάρε = εύρεση
Αφλάτου = ευρετής,ευρεθής Αφλου = βρίσκω
Αφουάρα, ναφουάρ΄= έξω

Αφουμάτου = καπνισμένος Αφούμου = καπνίζω Αφουράρε = κλοπή Αφουράτου = κλεμένος
Αφούρου ,φούρου = κλέπτω,κλέπτης(από το φωρ = ός, εξού και το εφωράθη)
Άφρα= (αρχαιοελληνική «άφρη»= παράγω αφρό Αχ΄έντου , αχ΄έτου= τόσο
Αχ΄νντά =βαθειά

Αχ΄τάρε = τοιούτος ,τέτοιος

Άχινα = λεπτό άχυρο (Ομηρ.λέξη «ως δ’ άνεμοσ άχνας φορέει ιεράς κατ’ αλωάς = κι όπως ο άερας παίρνει τα άχυρα, όταν λικνίζουν οι χωρικοί στα ιερά αλώνια», Ιλιάς Ε, 499
Αχουλέσκου = φυσώ να ζεστάνω τα χέρια Αχουνντουσέσκου = καταχωνιάζω Αχουνντουσίτου = βυθισμένος Αχουντόσου =βαθύς
Αχτάρε = τοιούτος,η Άχτι = εκδίκηση , πάθος
Αψύς = αψύς (από τις ομηρικές λέξεις «αψά», «αίψα», «αίψ», «αιπύς»=
ταχύς, οξύς
Αώτο= προζύμι.Η αρχαιοελληνική λέξη είναι «άωτον»= το αποκορύφωμα, το ύψωμα. Με το προζύμι «φουσκώνει» το ψωμί! Άλλωστε, ο άρτος που κόβεται για το αντίδωρο λέγεται και «ύψωμα»)!
Β

Β΄κάρου = αγελαδάρης Β΄λτούρου =αετός

β΄ργιέρι= μάλωμα ,ξεφωνίζω κάποιον, β΄ργιέστου= επιπλήττω
β΄ρτόσου =δυνατός(αγκουντέστ΄β΄ρτόσου= κτυπώ δυνατά) Β΄τ΄μάρε = φόνο
Β΄τ΄μάτου = σκοτωμένος Βα,ή βας = θα
Βάϊα ή βάγια= Κυριακή των Βαίων. Από την αρχαιοελληνική λέξη
«βάϊς» = κλαδιά δάφνης
Βάκα = γελάδα(Ο Νικολαϊδης υποστηρίζει ότι προέρχεται από το λατινικό «vacca», αλλά φαίνεται ότι η ρίζα της μπορεί να αναζητηθεί στη μυκηναϊκή γλώσσα. Πράγματι, στις πινακίδες υπάρχει για την αγελάδα η λέξη «wekata»).
Βάλιε,λια = κοιλάδα βαρκό = έλος
Βασιλιέ = αστράγαλος ,κότσι Βάτουμ΄(ου) = σκοτώνω Βάτρα = γωνιά, εστία φωτιάς Βατσίνα = εμβόλιο Βατσινιψέσκου = εμβολιάζω Βέ(ν)τουα=χήρα
Βεάρα= Καλοκαίρι Βεάρντε = πράσινο Βεάρτζ΄ = λάχανα
Βέγκλιου,αβέγκλιου = φυλάω Βέκλιου = αρχαίος, παλιός βενγκ΄νέσκου =σφαδάζω από πόνο

βέντου,(βέντς,βιάντι,βιντέμ,βιντέτς, βέντου=βλέπω,εις,ει,ουμε,ετε,ουν)
βέντουου= χήρος

βερλίγκα ή ντιβερλίγκα= γύρο( ντιβερλίγκα ντι λα πούτσου= γύρο από το πηγάδι)
Βέρτζου = πρασινίζω ,Λάχανο βέρσου = χύνω
Βιάρα =σκουλαρίκι Βιάριλοι = σκουλαρίκια Βιάργα= βέργα
Βιάρντι =πράσινο( Αρχαϊκό Βλάχικης προέλευσης αποτελεί η πόλη Βερδικούσια = βιάρντιγκούσια= περιδέριο λαιμού ή πράσινος λαιμός, βλ.Αχιλλέας Λαζάρου)
Βιγκλιάρε = φρούρηση Βίε = ρυάκιο, κανάλι Βίζιτα = επίσκεψη Βικλιέσκου = παλαιώνω
Βιλέντζα = κλινοσκέπασμα βίμτου=αέρας
βίνα =φλέβα,αρτηρία(Στο Λεξικό του Νικολαϊδη σημειώνεται οτι η λέξη παράγεται από το λατινικό «vena». Φρονούμε όμως ότι η λέξη είναι ομηρική. Παράγεται από τη λέξη «ις» = (Fις) = ίνα, νεύρο, δύναμη: «ου γαρ έτσι σάρκας τε και οστέα ίνες έχουσιν
=γιατί (όταν πεθάνουν οι άνθρωποι) τα νεύρα δεν συγκρατούν πια τις σάρκες και τα κόκκαλα», Οδύσσεια λ, 219, λέξη «ις –ινός» (ρίζα
=Fις). Ιλιάδα Ψ 191) Βίνερι = Παρασκευή

Βινίρε = ερχομός ομηρική βίνιτου= γαλάζιος Βινντεάρε =πώληση Βίνντικου = θεραπεύω Βίνντου = πωλώ Βινντούτ΄= πουλημένος Βιντικάρε =θεραπεία Βιντουέσκου = χοιρεύω
Βιντουρέτζου = αερίζω,στεγνώνω Βιρβιρίτσα = σκίουρος
Βιργίρα = παρθένος Βιρίνου = λύπη Βιρίου = βοράς
Βιρντεάτσα = πρασινάδα Βιτούλιου = ερίφιο
Βιτσέλα = υδρία ξύλινη(παράγεται από τη λέξη «βυτίνη») Βιτσίνου, α =γείτων,σα
Βοάμιτα = εμετός βόϊ,βόϊου= θέλω βόι=εσείς,
Βουκουλιό = βουκολιό, ακαταστασία. Ομηρική λέξη «βουκολίη» = αγέλη βοδιών.
βούλπια= αλεπού βουλτούρ ου = αετός

Βουνιάα= βουνιά, κοπριά. Από την ομηρική λέξη «βους» και το ρήμα
«νέμω»=βοσκώ.
Βουντάρου = βελανιδιά (Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του καθηγητή κ. Γιώργου Μπαμπινιώτη ετυμολογείται η λέξη «δρυς» ως εξής: δρυς < dru του ινδοευρωπαϊκού drew / der-w = ξύλο. Είναι προφανές ότι το δεύτερο συνθετικό «ντάρου» της λέξης αυτής έχει τη ρίζα της στην ομηρική λέξη «δρυς» και στη μυκηναϊκή «duru»! Από τις λέξεις αυτές παράγονται οι: δούρειος, δρυίδες, δρυμός κ.λπ)Στο Αργυροπούλι δρυς = κουπάτσιου.
Βουάμεα = εμετός
Βουμεάρια = ακατάσχετος εμετός Βουόμου = κάνω εμετό ,ξερνώ
Βουτίνα ή βουτσίνα = μικρό αγγείο (από τη λέξη «βυτίνη») Υπάρχει και η λέξη «πυτίνη» των Ταραντίνων, κατά τον Ησύχιο.
βρεάζα = κόρφος βρεάρε = θέληση βρέλιοι=αυτούς
Βρονντία ή βρουντία= βροντή (Ιλιάς Ν, 796 βρούτα = αγαπητή
βρούτου = αγαπητός

Βώλιου = σβώλος, βωλιός, κομμάτι χώματος. Ομηρικό «βώλος» (βλέπε
«σβώλιου» και Οδύσσεια σ 374)
Γ

Γάστρα = μετάλλινος κινητός καμπύλος φούρνος. Παράγεται από την ομηρική λέξη «γάστρη» =το κοίλον του αγγείου). Οδύσσεια θ 437
γάρου = σαλαμούρα

γελιόου=γελιός (ομηρικό «γύαλος»). Ιλιάς Ε, 507 Γενάρου = Ιανουάριος
Γενεάϊου ή γενιάουα = γενεά ή γενιά (ομηρικό «γενεή»). Ιλιάδα Φ
157

γέρμου = σκουλίκι

Γία = βία, σπουδή (από την ελληνική λέξη «βία» με τη μετατροπή, ως
συνήθως, του «β» σε «γ»)

γί:νου = κρασί παράγεται από την ομηρική λέξη «οίνος» (Fοινος):
«επί δ’ αίθοπα οινον λείβε =έχυνε πάνω άλικο κρασί», Ιλιάς Α, 462 και, φυσικά σε πάμπολλα άλλα σημεία της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Ο Νικολαϊδης επιμένει ότι παράγεται από το λατινικό
«vinum»

γιάμπουλα = βελέντζα γιάσπε = σφήξ
γιάσπι =σφήκα γιάτουρου = γιατρός γίνγκιτς = είκοσι
γίνγκλα = ζώνη κοιλίας ζώου γίνια =αμπέλι
γίνου= έρχομαι

γίου = ζωντανός(από το ρήμα «βιόω – ώ» με τη, συνήθη, μετατροπή του β σε γ).
γίπτου,γκ΄έρου = σίτος Γισμ΄τσούνου = Σεπτέμβριος Γίσμου =τρυγώ
γίσου ,νγίσου = όνειρο γίσου ή νγίσου = όνειρο Γίτα = άγριο κλήμα Γιτσέλου = μόσχος γκ΄έρου = σίτος

γκ΄λί:να = κότα

Γκ΄λιάτα = ξύλινο αγγείο γάλακτος γκ΄λιϊνάτου = κουτσουλιά Γκ΄λίτου = αίθριος
Γκ΄ντ΄λίκου= γαργαλίζω γκ΄ργκ΄λάνου = λάρυγγας Γκ΄ρντίνα = κήπος γκ΄ρόσου =παχύς γκ΄ρούνιου = πιγούνι
γκ΄ρούτσου ,γκ΄ρίτσιου = κόκκος σίτου σπυρί και σπυρί δέρματος.
Γκάβου = τυφλός

Γκάγκανου= ξερά ξύλα( Η λέξη είναι ομηρική : «υπό δε ξύλα κάγκανα κείται = ενώ ξερά καινε από κάτω ξύλα», Ιλιάς Φ, 364)
Γκάϊα = καλιακούδα Γκάλμπινου = κίτρινο
Γκαργκαλάνου = λάρυγγας (από την ελληνική λέξη«γαργαρεών») Γκάσκα = χήνα
Γκέλα = φαγητό Γκέμε = γκέμι
Γκέσου = κοκκινούτσικος Γκίζα = τυρί από τυρόγαλο Γκίμτα ,λούμια = λαός γκίνι = καλά

γκιντέρε = συμφορά, δυστυχία γκιούμου =χάλκινο αγγείο γκλ΄β΄νίϊ=καταπακτή γκλάρου = μουρλός
γκλί:ντια= βελανίδι γκλιέμου =κουβάρι γκλιέτσου = παγώνω γκλιέτσου =κρυώνω γκλιτσάρε = πάγωμα
γκλιτσάτου,α,ου = κρυωμένος ,η,ο γκόλιου = γυμνός
γκόρτσου = αγριαπιδιά γκούβα =τρύπα γκουγκουλιάνα = μανιτάρι
γκουλέσκου = γυμνώνω, αδειάζω γκούρα =στόμα
γκουρλέσκου = γρυλίζω γκουρλίτσα = λόξυγκας γκούσια = λαιμός γκούστου = γεύση
γκούστουρου ,γκουστερίτσα = σαύρα γκόφου = ισχύον
γκρένντα = δοκός

γκρένντινα = χαλάζι

γκρέου = βαρύς γκρέουα =βαριά ,έγκυος γκρέσκου = ομιλώ,λέγω
γκρόσου = χονδρός , παχύς γκρουάπα = λάκος ,τάφος γκρουπουάρου = νεκροθάφτης γκουρμάτζου = λάρυγγας
Γονίή = γονή, γόνος (Η λέξη είναι ομηρική: «παίδων εν μεγάροισι γονή γένετο κρειόντων =παιδιά μέσα στο ανάκτορο δεν τον αξίωσαν (οι θεοί) να γεννήσει (να κάνει)», Ιλιάς Ω, 539 καθώς και σε πολλούς στίχους της Οδύσσειας
γουμάρου = γάϊδαρος(από την ελληνικη λέξη «γόμος» = φορτίο)

Γούπατου= γούπατο. Από τις ομηρικές λέξεις «γη» και «πάτος» (Ζ, 202, Ι, 1190)
Γρασίδια= γρασίδι. Από την αρχαία ελληνική λέξη«γράστις –εως». Δ
Δάλα = ξυνόγαλο (Από τη λέξη «τζέ:ρου», η οποία προέρχεται από το ρήμα «διαρρέω» και τις λέξεις «διαρροή», «διάρροια». Βλέπε λέξη «τζέ:ρου»)
Δάφνια ή δαφίνα ή νταφίνα = δάφνη. Η ρίζα της λέξης αναζητείται στα ομηρικά έπη και στην ετυμολογία της. Η ομηρική λέξη είναι «δανά ξύλα (δαFνος, δαFιω) = ευκολόκαυστος. Δηλαδή «δαδί» Λέγεται επίσης και «δαυχμός». «Αι δ΄ίσαν εκ μεγάροιο δάος μετά χερσίν έχουσαι = Και εκείνες βγήκαν από το ανάκτορο κρατώντας στα χέρια δαδιά αναμμένα», Ιλιάς Ω, 648 ή «πυρ τ’ ευ νηήσαι δια τε ξύλα δανά κεάσαι =και να σιάζω καλά τη φωτιά και να κόβω ξύλα για κάψιμο», Οδύσσεια ο, 322. Επίσης, υπάρχει και η ομηρική λέξη «δαφοινός» = κόκκινος (από τη φωτιά). Οδύσσεια ι 183.

Διακουνιάρου =επαίτης

Δικέλλα = Αυτό που σκαλίζει, δηλαδή η τσάπα, δύο φορές. Στην ομηρική γλώσσα υπάρχει η λέξη «μακέλλα», δηλαδή αυτό, η

τσάπα, που σκαλίζει από μια φορά! «Μόνοθεν κέλλουσα». Ιλιάς Φ,
259.

Δικέμβριου (σπανίως), Αντρέου = Δεκέμβριος Δίκρανο = φούρκα
Διμάτια =δεμάτι καλαμιάς σταριού ή ξύλων. Από το ομηρικό ρήμα
«δέμω» =κτίζω

διφτέρι(α)= δεφτέρι, μπλοκάκι Ε
Εα – έο ή ία – ίος = εκείνη – εκείνος, αυτός ο ίδιος ή αυτή η ίδια. Βλέπε και λέξη «ίος». Βλέπε και «οίος». Ομηρική λέξη. Η ρίζα της βρίσκεται στην αντωνυμία «ίος – ία»: ου γαρ πάντων ήεν ομός θρόος ουδ’ ία γήρυς =γιατί δεν ήταν σε όλους το ίδιο ξεφωνητό ούτε και μια λαλιά» Ιλιάς, Δ,437 και σε πολλές άλλες ραψωδίες των δύο ομηρικών επών.
Εάου = αφήνω. Εκπληκτικό! Ομηρική λέξη. Παράγεται από το ρήμα «εάω –ώ» : «Αλλ’ η τοι τον όρκον μεν εάσομεν = Ας τον αφήσουμε όμως τώρα τον όρκο», Οδύσσεια, ξ, 171

έντου = κατσίκι Είσαι= προς τα μέσα (ομηρικό «είσω» = έσω).
Ιλιάδα Π 364

έου, μίνι, ή ιό =εγώ

έσκου , χίου = είμαι, υπάρχω μοιάζω. Εκπληκτικό! Ομηρική λέξη. Παράγεται από το ρήμα «είσκω»: «σε γαρ αυτήν παντί είσκεις = γιατί με το καθετί εξομοιώνεσαι ή μοιάζεις», Οδύσσεια ν, 313.
Απαντάται σε φράσεις όπως αυτή: «μίνι έσκου κα τίνι = εγώ μοιάζω με σένα». Βλέπε και Ιλιάδα, Β 58 και Οδύσσεια ζ 152.
έσου = εξέρχομαι

έστανου =φέτος

έτα, αέτια, = χρόνος, αιών εκπληκτικό! Η ομηρική λέξη είναι «έτα» και σημαίνει «χρόνος», «αιώνας»! Ιλιάς Λ, 691
Ζ

ζ΄λέσκου = πενθώ

ζ΄μάνι= χρόνος(χρόνια και ζαμάνια) ζ΄ράρε, ζνίϊ =ζημιά,ποινή
ζ΄ρζ΄βάτι = ζαρζαβάτια,λαχανικά ζάβα =πόρπη,κόπιτσα
ζάλε,ζιάλιϊ =πένθος

ζαλίκι = φόρτωμα στην πλάτη ,από τη λέξη «ζαλιά»=φόρτωμα

ζάπε, αζάπι = υποταγή(νου πότ΄σου φάκου αζάπι)=δεν μπορώ να το κουμαντάρω )
ζγκρούμου= πνίγω με σφίξιμο λαιμού

ζήα,ζεία = ζωή Ομηρική λέξη «ζειά». Οδύσσεια δ, 41 και δ, 604. Διατηρεί την αρχαιοελληνική ρίζα «ζή-ω» ( το ζην! )

ζιέ:ρου = ανθρακίς, αναμμένο κάρβουνο ζινάτε =τέχνη
ζμιά:να =σώβρακο ζμπόρου= λόγος ζμπουράτα = μιλημένη ζνίϊ,ζνίε= ζημιά
ζόρνα ή κιάπτινι= χτένι μαλλιών ζούζουλου = ζωύφιο

ζουλάπι,ζλάπε =άγριο ζώο Ζουνγκίϊ , ζινγκίϊ = αναβολέας
Ζουρλέσκου τρελλαίνομαι (ζουρλί= τρελλάθηκα) Ζούρου,α = τρελλός,η
Ζύγα, Ζύγια =ζύγι, ζυγαριά

Ζύγιρα ή ζύγρα= θάμνος που ευδοκιμεί κοντά σε ποτάμια. Από τη λέξη «δίυγρος-α-ον»=υγρός τόπος
Ζυγισέστου =ζυγίζω Ζωίε ,μπάνα =ζωή
Ζώνια = ζώνη (ομηρική λέξη «ζώνη»). Οδύσσεια α 231 Η–Θ
Θάμ΄=θαύμα θεριστί =Ιούνιος
Θήκα= θηκάρι. Από το αρχαιοελληνικό ρήμα «τίθημι» και την αρχαιοελληνική λέξη «θήκη»
θηλιεάουα =θηλειά, από την αρχαιοελληνική λέξη «θήλεια»

θημωνιάουα = θημωνιά. Ομηρική λέξη «θημών – ωνος». Οδύσσεια ε,
368
θιάμ΄(α) =λίγο ή νιχιάμ΄ θιάμινου =θηλυκό
θράκα = θράκα. Από την ομηρική λέξη «ανθρακιή»=σωρός από κάρβουνα αναμμένα
θρύμμα ή τρίμμα= τρίμμα. Από την αρχαιοελληνική λέξη «θρύμμα» Ι.
ιά = ιδού(ιά μι =ιδού εγώ)

ιά:ντα= θηλυκό κατσικάκι(από τη γίδα «αιξ = αιγός» και η ρίζα της είναι «αιγίς» (αja)!

ιάπα=φοράδα

ιάρα, ιάρνα = χειμώνας ιαρά=ήταν,ιεαρά=ήταν

ιάρμπα = χόρτο

ιάσκα =ίσκα προσάναμμα με τσακμάκι ιάστι=είναι
Ίγλλα ή γίνγκουλα ή γίνγγλα= ζώνη με την οποία δένεται σφιχτά το σαμάρι στο σώμα του αλόγου ή του γαϊδουριού, η ζώστρα. Από την αρχαία ελληνική λέξη «γιγγλυσμός»= στρόφιγγας, δέσιμο.
ίζβουρου =πηγή, βρύση,αναύρα ιζίνε =άδεια
ιθκάτου,χικάτου = σικώτι ίκα=διαζευτικό ή( κα μίνι ίκα τίνε) ιλεάτσι =φάρμακο, γιατρικό ίμα,μούμα = γιαγιά
ιμνατούρα = περπάτημα , πορεία ίμνου =περπατώ
ίνεμα=ψυχή, ινεμόσου =εύψυχος
ιννιμουσέστου = εμψυχώνω ινντουέσκου =αμφιβάλλω,ενδοιάζω ινσιρινάτου = καθαρός,αίθριος ινσόρου, νσόρ΄= νυμφεύομαι

ιντράρε = είσοδος ίντρου = εισέρχομαι ίντσιοι= άτομα ίντσιου= άτομο ιό=εγώ
Ίος = αυτός, εκείνος. Βλέπε και «οίος». Εκπληκτικό! Η ίδια λέξη ακριβώς απαντάται στα ομηρικά έπη. Ιλιάς Ι, 319 και Δ 437.

ιού =πού;

Ιουβά = πουθενά,κάπου Ιουτσιντό = οπουδήποτε
ισουσέσκου = αρραβωνίζω, (από το ρήμα «ισόω – ώ», αόριστος ίσωσα)
ισουσίτου, σουσίτου = αρραβωνιασμένος ίτσι =ότιδήποτε
ιχτιμπάρε = υπόληψη Κ.
κ΄,κα, κατσέ = διότι(κατσέ βας σ΄γίνι γκίνι= διότι θα σούρθει καλά)
κ΄ατσέ = γιατί κ΄έ:νι = σκύλος κ΄έ:ντ΄(ου) = πότε
κ΄έ:ντικου = τραγούδι

κ΄έντου = τραγουδώ (κ΄ντάι= τραγούδησα ) κ΄ζμέτε =τύχη

κ΄κ΄ρέτζου = κόπρος αιγός (στρογγυλή) κ΄κ΄τόρου = απόπατος,λεκάνη τουαλέτα κ΄κ΄τόσου = χέστης
κ΄κάρε = χέσιμο κ΄κάτου = σκατό
κ΄κιουσέσκου = δυσαρεστούμαι κ΄λ΄μάρου =μελανοδοχείο κ΄λ΄μπ΄λίκε = αφθονία
κ΄λάθα = καλάθι κ΄λάρου = ιππεύς κ΄λέσκου = καψαλίζω κ΄λίτου = καψαλισμένος κ΄λκ΄ένιου = πτέρνα κ΄λκάτου = πατημένος κ΄λντ΄ρόσου = ζεστός
κ΄λντάρια = δοχείο αρμέγματος κ΄λντούρ΄= ζέστη

κ΄λτσιούν =κάλτσα κ΄λύβα = καλύβι κ΄μάρα =καμάρα ,θόλος κ΄μεά:σια= πουκάμισο κ΄μπάνα = καμπάνα
κ΄μπούρου = καμπούρης

κ΄μτσίκου = καμτσίκι κ΄νάτα = στάμνα,κανάτα κ΄νάτου = παραθυρόφυλλο
κ΄νίσκου = άρτος ειδικός για τον κουμπάρο με αυγά κ΄νντάρι = καντάρι ,στατήρ
κ΄νόσκου = γνωρίζω κ΄νουσκούτ΄= γνωστός κ΄νούτου = γκρίζος, ψαρής κ΄ντούρι = δάσος
κ΄πάρου = καπάρο κ΄πέστρου = καπίστρι κ΄πιτίνιου = προσκεφάλι κ΄πούλιοι = καπούλια ζώου κ΄πούσιου =τσιμπούρι κ΄πράρου = γιδοβοσκός κ΄πρίνα = γιδόμαλλο κ΄ρ΄βάνι = καραβάνι κ΄ρ΄ούλι = καραούλι ,σκοπιά
κ΄ράρια = ατραπός ,διέξοδος δρόμου κ΄ρβ΄νάρου = καρβουνιάρης κ΄ρβεάλια = καρβέλι
κ΄ρδάρε = καρδάρα

κ΄ρίγκου ή καρλίκου =γκλίτσα,

κ΄ρίντε = κυνόδοντας. πρόκειται ίσως για την πιο εντυπωσιακή αποκάλυψή μας. Είναι το «κηρύκειον» του Ερμή, δηλαδή η ράβδος του Ερμή, που είχε δύο φίδια πάνω, στην κορυφή. Υπάρχει όμως και άλλη αποκάλυψη! Η ρίζα της λέξης εντοπίζεται στη μυκηναϊκή γλώσσα: “Karuke” είναι η λέξη στις πινακίδες για τη ράβδο.
κ΄ρλεάτζι =απόκρεως νηστεία κ΄ρλίγκου, κ΄ρίγκου = γκλίτσα
κ΄ρμπάτσα = ασθένεια, μάστιγα ,χλαμπάτσα κ΄ρνάρου , χ΄σάπου = κρεοπώλης
κ΄ρούλιου = καρούλι κ΄ρούνα = στεφάνι κ΄ρούτσια = σταυρός κ΄ρπιτόρου = πινακωτή κ΄ρτέσκου = πειράζω κ΄ρτσ΄νέσκου = τρίζω κ΄σάρου = τυροκόμος κ΄στέ:νιϊ = κάστανα
κ΄στούρα = μαχαίρι πτυσσόμενο

κ΄τ’ ,κατά = κατά,προς εμένα= κ΄τα΄μίνι κ΄τζού = έπεσε
κ΄τζούι = έπεσα κ΄τζούσ΄ = έπεσες
κ΄τινάρου = κλειδαριά εξόπορτας κ΄του = πόσο
κ΄τούσα = γάτα

κ΄τούτου = μολονότι κ΄τσ΄ρόσιου = κατσαρός κ΄τσάουα = σκύλλα
κ΄τσέ:λου, κ΄τσ΄λούσιου = κουτάβι ,κουταβάκι

κ΄τσίϊ =μικρό φτυάρι τζακιού, παράγεται από την αρχαιοελληνική λέξη «κυάθιον» = ποτηράκι
κ΄τσιούλα = καπέλλο

κ΄τσιούμπα =κούτσουρο,ρίζα, από τη λέξη «κόσυμβος», κ΄τσούτου =μαχαίρι
κ΄φτάρε = έρευνα,αναζήτηση.

κα = σανΔωρική λέξη «κε» ή «κεν». Ιλιάς Λ, 187

καβάϊ =αλλοίμονο( καβάϊ ντι τίνι =αλλοίμονο σε σένα) κάβανου = κάβανος, πήλινο αγγείο (από τη λέξη «κάβος»)
κάγκανι = ξερόχορτα, ξερά λιανόκλαδα (ομηρική λέξη
«κάγκανα»). Ιλιάς Φ, 364 κάθε τζούα = κάθε μέρα κάϊ, κάρε = ποιος καϊνντισέσκου = τολμώ
κάϊρου = μαλλί για γνέσιμο,λαναρισμένο,. Παράγεται πιθανόν από την αρχαία ελληνική λέξη «καίρος», που σημαίνει «μίτος»,
«μιτάρι». Ο Ησύχιος σημειώνει «καίρον δε μίτον φασί». Τα τροχίλια του αργαλειού λέγονται «καϊρούσου», δηλαδή κοινώς
«καρούλι»

Κακαράντζα= κακαράντζα, κοπριά προβάτου και γιδιού, που έχει στρογγυλό σχήμα. Από το ρήμα «κακκάω= κάνω κακά
κάκι, κάκε = έχθρα ,κακία

κά:κου = χέζω κακούμ = ωσάν
καλαμιάου ή κιλάμεα= καλαμιά (ομηρικό «καλάμη»). Ιλιάς Τ, 222.

κάλεα =δρόμος (κ΄έλιουρι =δρόμοι) κάλεα αμμπάρε= κατευόδιο, καλό δρόμο κάλκου =πατώ(κ΄λκάι =πάτησα) κάλντ΄(ι) =ζεστό
κάλντου = ζεστός

κάλου = άλογο(από το ομηρικό «κέλης»), κάμ΄ρα = κάμαρα,δωμάτιο
κάμα= περισσότερο ( κάμα μούλτ, μα μούλτ)

κάμα = κάμα, ζέστη από ήλιο (ομηρική λέξη «καύμα»). Ιλιάς Ε, 865 καμό = καϋμός
κάν = κανείς

κάνια = κάνη όπλου

κανίστρα ή κινίστρα = κανίστρα, κοφίνι. Ομηρική λέξη («κάνεον, κανίστρα») με ρίζες στη Γραμμική Β΄ («kanijara». «σίτον δε δμωαί παρενήνεον εν κανέοισιν =το ψωμί οι δούλες κουβαλούσαν άφθονα μέσα σε κάνιστρα», Οδύσσεια α, 147
κανίσκο = κανίσκι (δώρο γαμήλιο). Παράγεται από την αρχαία ελληνική λέξη «κάνεον» = κάνιστρον , αφού τα δώρα τα έφερναν μέσα σε κάνιστρα
κάντου = πέφτω

κάντσιβά =καθόλου,τίποτα, Κάντσιβα = καθόλου, τίποτε. Από την ελληνική λέξη «καν» (κανέν) και τη βλάχικη λέξη «βόϊου» = θέλω
καπέλα = καπέλλο

κάπιτου = κουρεύω στο λαιμό τα πρόβατα κάπου = κεφάλι(κάπιτι= κεφάλια)
κάπου ή κάπλου =κεφάλι(επί κατάρας: τι κάπου αλούϊ στι τζούα αλούϊ)
κάπρα = γίδα, «αιξ = αιγός» και η ρίζα της είναι «αιγίς» (αja)! κάρα = όταν,εάν ,άμα,αφού(ντικάρα νου άϊ=αφού δεν έχεις) καρακάντζου = καλλικάντζαρος
καραμανιόλα = λαιμητόμος καραμπέου = δρυκολάπτης κάρε ουάρα= οποτανδήποτε κάρεβά = όποιοσδήποτε
καρκαλέτσιου ,λακούστα = ακρίδα, Ο Ησύχιος υποστηρίζει ότι παράγεται από το ρήμα «καρκαίρω» = τρίζω
κάρρ΄ή κάρνε = κρέας

καρσί, ντι ντίντι =απέναντι,μπρστά κάρτε =χαρτί,βιβλίο,επιστολή
καρτσιλίου = κορυφή, άκρο κεφαλής, δέντρου, βουνού. Παράγεται από το αρχαίο ελληνικό «κρας» = (κρατός = κάρα, κεφαλή. «κρατός απ’ Ολύμπου» = από την κορυφή του Ολύμπου, Ιλιάς ν, 5 ή «επί κρατός λιμένος» = στο άνω μέρος του λιμανιού,
Οδύσσεια, ι , 140

καρχάλιο = καρχαλέος, ξερός, τραχύς. Η λέξη είναι ομηρική: «δίψη καρχαλέοι, κεκονιμένοι, εκ πεδίοιοι φεύγον = από τη δίψα σκληροί έφευγαν από την πεδιάδα», Ιλιάς Φ, 541

κάσα =σπίτι κάσιου = τυρί

κατούσια =γατούλα

κάτριγκου = ιστός πλοίου. Από την ελληνική λέξη «κάτεργον»

κατσαφλάκου =κλειτορίδα κάφτου = ζητώ,μεριμνώ κέ:μπου κάμπος, πεδιάδα κεά:ρε =ανήλιο
κεάρε = ανήλιο

κείνου = εκείνος (ομηρική λέξη «κείνος», αρχαιότατος τύπος «κεινός»
(κενjός). Ιλιάς Γ 376 και Λ 160).

κέλκου =γυαλί κέπτου = στήθος
κέρου ,κέρντου =χάνω(κιρντούϊ=έχασα) κιά:λι = δέρμα
κιάντινου = νήμα μάλλινο κιάπτινι =χτένι
κιάπτινου =χτενίζω(κιπτινάϊ=Χτένισα) κιάτρα , σκιέμπ΄α = πέτρα
κιάφα =σβέρκος κίζντα = αιδίο,μουνί
κίκα = σταγώνα (επί κατάρας ,σ νού τιας κίκουτι= να μη στάξει) κίκου = στάζω

κίκουτα= σταγώνα( για αφορισμό , πι κίκουτα αλιέϊ= επί της σταγώνας της)
κιλάρου,κελάρου ,τσιλάρου = κελάρι κιλίε = κελί μοναχού κιλιπούρε,κιλιπίρου = εύρημα κιλόμιτρου = χιλιόμετρο
κιμέρι = ζώνη πορτοφόλι ( σημερινή μπανάνα ζώνη) κινντισέσκου = κεντώ
κίνου =κουκουναριά, πεύκη κιόσου = γωνία
κίπουρου = τσιμπώ,κεντώ κιπτινάρε = κτένισμα κιραμαργιό = κεραμοποιείο κιριάρι = χάσιμο κιρκινέκου,λελέκι = πελαργός
κίρκου = κύκλος. Η ρίζα αναζητείται και στη μυκηναϊκή γλώσσα. Στις πινακίδες υπάρχει η σχετική λέξη : «kikijo» για τον «κύκλο»
κιρντεάρι , κιάρντιρι = χάσιμο κιρούτ΄= χαμένος
κιρούτα = χαμένη

κίσα ή πίσασκοτάδιέρεβος ,άδης κισιάρι =κατούρημα
κισιάτ΄= κάτουρο κισιάτου = κατουρημένος

κίσιου = κατουρώ κίσκου = κεντώ,τσιμπώ
κίσντα = γυναικείο αιδείο. Παράγεται από την αρχαιοελληνική λέξη
«κοίσθος»

κλαστούρια = κλαδέματα δέντρων. Παράγεται από το ρήμα «κλά-ω»
(κλάσμα)

κλένου = κυπρίνος ψάρι κλιάγκου =πυτιά κλιάστια = τανάλια
κλιεάϊ = κλειδί, από την αρχαία ελληνική λέξη «κλαϊς» = «κλείς») κλιέγκου,νκλιέγκου = πυτιάζω γάλα
κλιέμ΄(ου) = καλώ, προσκαλώ και ακλιέμου,ακλιμάτου=προσκεκλημένος
κλίμα,κλίματι =κλήμα,κλήματα αμπέλου κλόπουτου =κουδούνι προβάτου κλουζουνέσκου , Σκό:του΄= βγάζω κλουζουνίρε = εξάρθρωση κλουκουτέστου = ανακατώνω,κουδουνίζω κλουτσουέσκου = κλωτσίζω
κοάκα = σημάδι σε αυτί προβάτου (v) ,ίδιο σημάδι σ όλο το κοπάδι

κόθουρου = στεφάνι κουδουνιού,άκρη γύρος της πίττας παράγεται από την αρχαιοελληνική λέξη «κοτύλη». Ο Απολλόδωρος αναφέρει
«παν δε το κοίλον κοτύλην εκάλουν οι παλαιοί», κόκ΄(ου) = ψήνω,μαγειρεύω
κόλινντα = κάλαντα παραμονής Χριστουγέννων

κόλιου = αρχίδι ,όρχις

κόρ΄,κόρλου =κέρας, κέρατο κόρμπου = μαύρος,ελεεινός , άθλιος
κόρου,τζό:κου = χορός, ο Νικολαϊδης αναφέρει ότι παράγεται από το λατινικό «chorus»
κορούτα = γίδα με κέρατα. Προφανώς παράγεται από την ομηρική λέξη «κόρυς – κόρυθος» = περικεφαλαία, κράνος, όπως ίσως και η λέξη «κόρνου» . Επίσης, είναι πιθανόν να παράγεται από την αρχαία ελληνική «κέρας»

κορφία= κορφή, η πέτσα του γάλατος ή τα λιπαρά του που σχηματίζονται επάνω μετά το βράσιμο. Από την ομηρική λέξη «κορυφή» = το ύψιστον, η κορυφή (Β, 456, Γ, 10, κ, 113).
κόσια = δρέπανο ,κοσιά, κλαδευτήρι. από το ρήμα «κόσσω»=κόβω κόσιου =ράβω
κότ΄,κότου = αγκών κότσου = αστράγαλος κου = μετά,με, συν κούα = κόρα ψωμιού κουάζα = φλούδα
κουάλιοι =όρχεις, αρχίδια κουάμα = χαίτη αλόγου κουάντα ή κόνντα = ουρά κουάρντα = ξίφος ,σπαθί κουάστα = πλευρό
κουβάτα = γαβάθα ξύλινη (επί απαξίωσης, μπάγκ΄λι γκουβάτα= παράτα το)
κουκό:του = κόκορας

κουκότου = κόκορας κούκου = κούκος
κουλάκ΄= κουλούρα πασχαλινή(Κουλούρα Της νύφης) κουλιάσιου = πολτός ζυμάρι
κουλιάστρα =πρωτόγαλο

κούλκου , μπάγκου = βάζω (σ κουλκάρ΄ σ ντοάρμ΄= έγυραν να κοιμηθούν)
κούμ΄= πώς

κουμιέ:νικου = μεταλαβαίνω των αχράντων μυστηρίων κουμινικάρι = μετάληψη
κουμνάτ΄= κουνιάδος κουμνάτα = κουνιάδα κουνόσκου = γνωρίζω
κούπα = κούπα, ποτήρι. Ο Νικολαϊδης αναφέρει ότι προέρχεται από το λατινικό «cupa» = σκύφος, αλλά εντοπίζεται και στη μυκηναϊκή γλώσσα: «kupera» (πινακίδες)
κουπάτσιου= Βελανιδιά

κουπίϊ = κοπάδι, από τη βυζαντινή λέξη «κοπή» = ποίμνη

κούρ΄= στάζω ,καθαρίζω (κάσα κούρ΄=στάζει το σπίτι)

κουράουα = λουρί, ζώνη,λωρίδα, λωρί. Από τη λέξη «χόριον» = βύρσα, λουρί
κουράτ΄= καθαρός κούρβα,κούρβι = πόρνη,πόρνες κουρβαρίϊ = μοιχεία

κουρίτου =κουρεμένος κουρκουμπέου = ουράνιο τόξο κουρκουμπέτα = κολοκύθα κούρμου =χωρίζω,κουράζομαι κουρμπάνι = θυσία προς τον θεό κούρου = κώλος
κούρτε ,ουμπόρ΄= αυλή κουσιάρι =ραφή κούσκουρου =συμπέθερος κούσκριλιοι =συμπεθέροι κούσκρου =συμπέθερος κουσουράφι = ξυράφι κουσουρίνου =συγγενής κουσούτου = ραμμένος
κουτάρου = κοτέτσι ή «κοιτών» (χώρος) ενσταυλισμού αρνιών και κατσικιών. Από την ελληνική λέξη «κοίτη» και ίσως από τη λέξη
«κυττάριον»=κοίλωμα

κουτέτζου =τολμώ. Από το βυζαντινό «κόττος» = παιχνίδι

κούτλα = μέδιμνος, μέτρο χωρητικότητας στερεών . Από την ελληνική
λέξη «κοτύλη».

κουτσάκι = το άκρο αυτί του σαμαριού κούφ = κωφός
κοφεάου = ξύλινο δοχείο υγρών. Από τη μεσαιωνική ελληνική λέξη
«κούφη» ή «κούφον»

κούφ΄(ου) =κωφός κουφουάρι = διάρροια
κουφουρίϊ= κόψιμο διάρροιας(στι κουφουρέστ΄ σ νου αντουκέστ΄=να χεστείς επάνω σου και να μην καταλάβεις)
κουφουρίτ΄= χεσμένος κρ΄πιτούρα =σχισμή,σκάσιμο κρ΄τσ΄νέσκου = κρατσανώ κρ΄τσιούν΄=Χριστούγεννα
κράνγκα,ντιάγκα= κλωνάρι

κρειάς = κρέας. Ομηρική λέξη « κρέας», η οποία παράγεται από τη λέξη «κρέαα», όχι με συναίρεση, αλλά με συγκοπή. Ιλιάς Λ, 551
κρέπ (ου)= σκάω

Κρέσκου ,ακρέσκου = μεγαλώνω αναπτύσσομαι Κριπάτ΄=σκασμένος
κριστίνου =Χριστιανός κρόπου,νγκρόπου = παραχώνω
κυλτεάμπουρου, τρεάμπουρου = τρέμω,τραντάζω κύπουρου =κυπρί
κυράουα = κυρία Λ.
λ΄β΄σίτου = λερωμένος λ΄βόσου = βρώμικος λ΄γ΄ρσέσκου = καθαρίζω

λ΄γάρα = καθαρός

λ΄γκίτι =λαγκίτες ,γλύκισμα για λεχώνες κυρίως.

Λ΄έ:να =μαλλί κατά τον Αδαμάντιο Κοραή, παράγεται από την ελληνική λέξη «λήνος»
Λ΄νάρου = λανάρι. Από τη λέξη «λήνος»=μαλλί Λ΄έ:ντζιτου = ασθενής Λ΄ιερτάτου=συγχωρεμένος
λ΄ιέρτου = συγχωρώ λ΄κρ΄μάρε = δάκρυσμα λ΄κρ΄μάτου = δακρυσμένος λ΄κρ΄μέτζου = δακρύζω
Λ΄νάρου = λανάρι(κιάπτινι=χτένι) Λ΄νγκουάρι = ασθένεια
Λ΄νόσου =μαλλιαρός Λ΄ντιτζέσκου = αρρωσταίνω
Λ΄πούντα, λ΄πούτζ, κ΄λτσιούνιϊ = κάλτσα,κάλτσες Λ΄τούρα = βρωμιά απόπλυσης
λ΄τούρι = βρωμιά Λ΄φ΄ζάνου = φλύαρος Λ΄χούρε = μάλλινη ζώνη λα = άρθρο , ο η, το
Λάγκιρου = κρασί. Κατά τον Ησύχιο προέρχεται από τη λέξη
«λάκυρος» = οίνος στεμφυλίας

λάϊ = καϋμένε,έπλυνα ,μαύρη λάϊου = μαύρος
λάλι = θείος, τέτα=θεία λάου = πλένω
λάπα = λαπάς, ελληνική λέξη. Είναι ομηρική! Παράγεται από τη λέξη «Λαπάρης» = κενός από κόκαλα κάτω από τα πλευρά (λαγόνι)! Ιλιάς Γ, 359
Λάπτι =γάλα(πίτα ντι λάπτι=γαλατόπιτα) Λάργκου = φαρδύς
Λάρι = πλύσιμο(λάου=πλένω) Λάτου = πλυμένος
Λάτσο = βήμα, με το πόδι. Η λέξη είναι είναι ομηρική («λαξ»): «λαξ ποδί κινήσας = σκουντώντας με το πόδι», Ιλιάς Κ, 158 και Ο, 45. Από τη λέξη αυτή παράγεται και το ρήμα «λάκισε», που νομίζουμε ότι δημοτική λέξη!
λέ:ν΄= μαλλί, κατά τον Αδαμάντιο Κοραή, παράγεται από την ελληνική
λέξη «λήνος,

Λεάνγκ΄νου = κουνώ τη σαρμανίτσα λέγκου = δένω
λέλικου = πελαργός λεμνάρου = ξυλέμπορος λέμου,λέμνου = ξύλο λέντζουρ΄= νοσώ λέντζουρου = ασθενής
λέτρα , αλέτρα = αλέτρι Από το ομηρικό ρήμα «αρόω»

ληταριά, λυτάρια = συνήθως στριμμένο σχοινί κατάλληλο για γερό δέσιμο.
λιάου = παίρνω, Από τη λέξη αυτή παράγεται και η λέξη «λεία»:
«εν προτέροισι πόδεσι κύων είχε ποικίλον ελλόν ασπαίροντα λάων
= κάποιο συκλί κρατούσε στα μπροστινά του πόδια ένα ελαφάκι».
Οδύσσεια τ, 228 λιάρου = παρδαλός λίγδα = λαρδί ,λίπος λιγκ΄νάρι = κούνημα λιγκάρε = δέσιμο λιγκάτου δεμένος λιγκέρι =πιατέλα λιέπουρου = λαγός λ΄ιέρτου = συγχωρώ
λιϊρτάτου = συγχωρεμένος λιλίτσι = λουλούδι λιλίτσια = λουλούδι
λιμέρε = φωλειά ληστών,λιμέρι λίμμπα = γλώσσα
λιμόσου = πεινασμένος, αχόρταγος. Η λέξη είναι ομηρική: «δίψα τε και λιμός = δίψα και πείνα», Ιλιάς Τ, 166)
λιμουξίτου = αχόρταγος,λιμαγμένος λίμτου,αλίμτου = γλυμένος, αλοιμένος
λίνγκα, νίνγκα =κοντά(βα στάου νίνγκ΄τίνι=θα καθίσω κοντά σου) λίνγκου =αγλείφω
λινγκουρίτσια = κουταλάκι

λίνκουρα = κουτάλι λίντε = φακή όσπριο
λιούμι ή ντουνιάουα =κόσμος

Λιούσι = λάφυρο. Η λέξη είναι ομηρική (ληίς – ίδος): «ότε κεν δατεώμεθα ληίδ’ Αχαιοί =όταν εμείς οι Αχαιοί μοιραστούμε τα λάφυρα», Ιλιάς Ι, 138
λιούφτου, αλούμτου = μάχομαι ,αγωνίζομαι

λίπα = ξίγκι. «λείπ» = αλείφω με ξίγκι. «Αυτάρ επειδή πάντα λοέσσατο και λίπ’ άλειψεν = και όταν όλα τα ξέπλυνε και αλείφτηκε με λάδι (ξίγκι)», Οδύσσεια ζ, 224
λισινέτζου =λιποθυμώ λισιόρ΄= ελαφρύς λισουρέτζου = ελαφρύνω
λιστρούφι ή νιστρούφι=φράουλες λίτσου = μιτάρι αργαλειού λιχουάνα,λιχουάνι = λεχώνα ,ες λοάρι = πάρσιμο
λοάτου = παρμένος

λόκου = τόπος,έδαφος,χώρα

λόστουρου = μοχλός κλεισίματος πόρτας λουγρία = πράγμα
λουγουρία = υπολογισμός, απότις λέξεις «λόγος» – λογάριον – λογαριάζω
λού:μτια = γάμος λουάρε =παραλαβή
λουάτου = παρμένος,τρελλός

λουγίϊ =είδος,τρόπος λουκράρε = δουλειά λουκρέτζου = δουλεύω λούκρου = έργο
λουλέου = χοάνη τσιμπουκιού λούμι,ντουνιάουα = κόσμος,άνθρωποι,λαός Λουμίνα = λάμψη
Λούνα = σελήνη λούνα =φεγγάρι
Λούνγκα, ουμφλάτου = οίδημα Λούνι = Δευτέρα
Λούνιε: και Αλούνι =Φουντουκιά

Λουντζέσκου = μεγεθύνω , μεγαλώνω,μακρύνω Λουπάτα = φκυάρι
Λούπου = λύκος Λούτ΄= πένθος
Λούτσα= λούτσα. Κατά τον Αδαμάντιο Κοραή από το ρήμα
«λουτιάω –ώ»=επιθυμώ να λουσθώ Λουτσίτου = λαμπερός
Λούφε = λουφάζω. Κι όμως, η λέξη είναι ομηρική! Παράγεται από το ρήμα «λουφάω». Οδύσσεια φ, 292
Λυκουρίτσα= πυγολαμπίδα, κωλοφωτιά. Είναι προφανές ότι το πρώτο συνθετικό της λέξη είναι ομηρικό «λύκος» = φως, ενώ το δεύτερο είναι υποκοριστικό. Μικρό φως, όπως είναι, πράγματι, η κωλοφωτιά!
Μ.

Μ = αντωνυμία προσωπική. Συγκεκομμένη αρχαία δοτική «μοι» Μ΄γιάου =Φράντζα
«μ΄αγκουντί= με χτύπησε»

Μ΄γούλα = λόφος μ΄έ:κου = τρώγω μ΄έ:να = χέρι μ΄έ:νι = αύριο μ΄έ:τα =μάνα σου
μ΄κ΄τόσου = φαγάς μ΄κάρε = φαγητό
μ΄κάρια ή μάνζα =φαγοπότι, φαγητό μ΄κάτου = φαγωμένος
μ΄λ΄φράντζα = σύφιλις

μ΄νάρου = μανάρι, Υποκοριστικό της λέξης «αμνάριον» μ΄νάτα = φούχτα
μ΄νγκιούσου,τσιρτσέλου = σκουλαρίκι μ΄νκ΄τόρου = φαγάς
μ΄ντούα = μυαλός, ψίχα μ΄ξούλε = εισόδημα
μ΄ράτου = δυστυχής ,καϋμένος , ταλαίπωρος μ΄ρίτου = παντρεμένος
μ΄ρκ΄λισίτου = μαρκαλίζω,επιβατεύω(επι προβάτων αναπαραγωγή) μ΄ρκάτου = γιαούρτι
μ΄ρτάρε = νύμφευση γυναικός

μ΄ρτάτα = νυμφευμένη

μ΄ρτζιάου ,μ΄ρτζιάλι = σκουλαρίκι ζώου

μ΄σάτε = ράβδος τροχισμού μαχαιριών κρεοπώλου,μασάτι μ΄τούρου, φάπτου = ώριμο
μ΄τσινάτου = αλεσμένος μ΄χ΄λέλου = μαχαλάς
Μα,άμα,κάμα,μάϊ = αλλά ,περισσότερο,μάλλον μα (για όρκο). Ομηρική λέξη. Ιλιάς Α, 86 και Ψ, 43,
Μάϊα = γιαγιά , μαία, γριά. Εκπληκτικό! Έτσι αποκαλούσε ο Τηλέμαχος τη γιαγιά του Ευρύκλεια: «Μαί’ άγε δη μοι έρυξον ενί μεγάροισι γυναίκας =΄Ελα, γιαγιά, κράτησε τις γυναίκες μέσα στα ανάκτορα», Οδύσσεια Τ, 16
Μαϊάου = μαγιά Μάϊου = Μάιος μάλιου = κόπανος
μαλλιότου = ελαφρά κάπα μάλλινη με μανίκια . Από τη λέξη αυτή παράγεται και η λέξη «μαλλωτός»= μαλλιαρός
μάκου = όπιο Απο την αρχαία ελληνική λέξη «μήκων» «μάκου ντι τσιμπούκου= η εξάρτηση από το κάπνισμα τσιμπουκιού»
μάμα,μούμα = μητέρα,μεγάλη μάνα(ντάντα μάρε) μαν΄πόϊ =κατόπιν ,παραπίσω
μάνα μάρι = μεγάλη μητέρα ή ντάντα μάρι μάνι μάνι = ταχέως
μανϊντε = πριν ,πρότερον μάντζα =φαγητό
μαξούς = επίτηδες

μαραντόγιου = καρδερίνα μάρι = μεγάλος
μάρι, μάρα, μάρι = μεγάλος ,η ,ο μάρσινα = νηστεία
μαρσινέτζου = νηστεύω μάρτζινα = άκρη μάρτς΄ = Τρίτη
Μάρτσου = Μάρτιος.Την πρώτη ημέρα του Μαρτίου κρεμούσαν από το λαιμό του παιδιού ή έδεναν το μεγάλο δάκτυλο του ποδιού όλοι τους με μια ασπροκόκκινη κλωστή για να προφυλάσσονται από τον ήλιο ή απο χτύπημα. Αυτό λεγόταν μάρτσου. Τότε μάλιστα έλεγαν και το σχετικό τραγούδι: «Μάρτσα – κάρτσα, τα κατσίσκια τά ‘ βγαλα και τη ρόκα έγνεσα…» Την κλωστή αυτή την πετούσαν στη συνέχεια, μόλις τελείωνε ο μήνας, σε αγριαπιδιά (αγριαγκορτσιά)
Μάτσου = έντερο, Από την ομηρική λέξη «ματτύα» = «ματτύη» = έντερο
μάσια = μασιά τζακιού μάσινα = ελιά καρπός μάσινου = ελιά δένδρο μάσκουρου = αρσενικός μάσου = στάνη μάστικου = μασσώ μάτα = πάλι
μάτσα = γάτα μάτσινου = αλέθω
ματσιούκα = ρόπαλο

μάτσου = έντερο μβεάστα = νύφη
με,μι,μέου,αμέου = αντων κτητικές μέ:νικα = μανίκι
μερίνντε = απόγευμα μέρου =μήλο,μεά:ρι,μήλα
Μεσαρκά= τα εντόσθια. Από την ομηρική λέξη «μέσος» και «σάρξ – κός»
μέσου = μήνας, Η ομηρική λέξη είναι «μεις». Ιλιάς Τα, 117 Μέστου = Κερνώ
μέτουρ΄α = σκούπα μέτσι = μολονότι
μιάστικου = σμίγω επί ζώων μιλέτι = γενιά
μιλιούνε = εκατομμύριο μίνι =εγώ
μινούτου = λεπτό μιντέσκου = ανακατώνω
μιντζανουάπτια = μεσάνυχτα μίντι = μυαλό
μίντι, μίντια = νούς

μίντια = θύμηση(αντούκου ντια μίντια= φέρω στη μνήμη) μιντιμένου = νοήμων
μιντίτου = ανακατεμένος

• Μιντούα ή μεντούα = μυαλό, νους. Ο Νικολαίδης γράφει ότι παράγεται από το λαντινικό «mens – mentem», αλλά η ρίζα και τα παράγωγά τους είναι ομηρική. Προέρχεται από το ομηρικό «μέδομαι» = σκέπτομαι. (βλέπε «μίντια» ή «μιντούα» ή «μεντούα» ή «αμίντε»)

μιντουέσκου = διαλογίζομαι μιντούλιου = εγκέφαλος,μεδούλι Μιντουόσου = μυαλωμένος, συνετός μιράδι = κληρονομιά
μιράκι = πόθος μιρίντου = γευματίζω
μισάλι = τραπέζι για φαγητό και τραπεζομάντηλο( μπάγκ΄μισάλι= βάλε τραπέζι)- σοφρά- (από τη βυζαντινή λέξη «μενσάλιον» ή
«μισάλιον» ή «μινσάλιον») μισουράτ΄= μετρημένος μίσουρου = καλαμπόκι μισούρου = μετρώ μιστικάρι = σμίξιμο μμπάϊρου = αρμαθιάζω
Μμπιντουκλιάρι = ψείργιασμα Μμπιντουκλιέτζου = ψειριάζω Μμπιντουκλιόσου =ψειριάρης Μπιρικέτι = αφθονία Μπιρμπάντου = διεφθαρμένος Μπιρμπέκου = κριάρι Μπ΄ρμπέρου = κουρέας

μοά:λιου =μαλακό μοαμπέτι = διασκέδαση μοάρα = μύλος μοάρτια = θάνατος
μόλιου = λιώνω ,υγραίνω

μόρου = πεθαίνω , . Ομηρική λέξη: «ότε μιν μόρος αινός ικάνοι = άμποτε να μπορούσα από τον απαίσιο θάνατο να τον κρατήσω μακριά», Ιλιάς, Σ, 465, Χ, 280 και Ω, 85
μόρτου = νεκρός

μόρτου = πεθαμένος, μόρτς πεθαμένοι μουά:σια = γραία
μουάρια = μύλος μούκα = μύξα,κάκαδο μουκαέτι = ενδιαφέρον
μούκλιϊ = το άνοιγμα του τσεκουριού για το στειλιάρι

μούλα = μουλάρι ( επί χαριντισμού,αλάσ΄ μούλα ακάτσ΄πούλα = άσε το μουλάρι πιάσε το πέος)
μούλγκου, σμούλγκου ,μούλτζι= αρμέγω,άρμεξε μουλιάρι = γυναίκα, μουλιέριλι =γυναίκες
μούτ= μουγκός,μουγκό μούτα= μουγκή
μούλτι ουάρι = πολλές φορές μουλτίμε, μουλτσίμε = πολύς
μούλτου =πολύ (μούλτ΄κιρό = πολύς καιρός, μούλτ΄γκίνι= πολύ καλά)

μούλτου =πολύ,ς μούμα =γιαγια
Μουνούχι= αυτός που έχει έναν όρχι. Από το ομηρικό ρήμα
«μονόω –ώ»= κάνω κάτι να είναι μόνο του και τη λέξη «’ορχις», με απόλειψη του «ρ» ή το ρήμα «έχω».

Μουντζιάρε = βούρκος, βάλτος μούντι =βουνό
μούντι,μούντσι = βουνό,βουνά (αλλάκαι δάσος μούντε) μουντόσου, α = ορεινός ,ή
μουράρου = μυλωνάς

μούργκου = μαύρος, ή αμούργκου = μούργος, σκοτεινός. Από την ομηρική λέξη «αμολγός» ή «αμόλγη» (Βλέπε «αμούργου» ή
«μούργκου»)

μουρμίνια = ημερομήνια (12 πρώτες Μέρες του Αυγούστου) Σύμφωνα με τη λαογραφία, οι βοσκοί πρόβλεπαν τον καιρό για όλο το χρόνο με βάση τη «συμπεριφορά» του καιρού ανά ημέρα έως τις 12 Αυγούστου.
μουρντάρου = ακάθαρτος μούρου = τοίχος μουρτζεάρε = άρμεγμα
μουρτζεάστι = σκοτεινιάζει, νυχτώνει μουρτζίσς = νύχτωσες
μουρτζίτ΄= σκοτάδι,νύχτωμα

μουσαφίρ΄= ξένος ,επισκέπτης,φιλοξενούμενος μουσαφίρης μουσιάτ΄,α ,του = όμορφος,η,ο

μουσιέσκου = γηράσκω για γυναίκεςαπό το μουά:σια(αουσέστου για άνδρες)
μουσιτεάτσα = ομορφιά,ωραιότητα μουσιτσέσκου = καλλοπίζω ,ομορφαίνω,στολίζω μούσκα = μύγα
μουσκάτου = δαγκωμένος Μουσκλιόσου = μυώδης
μούσκλιου , μπρ΄τσάτου= κουνούπι ,μυς,ποντίκι και χόρτο επί βόρειας πλευράς του δένδρου.
μούσκου = δαγκώνω μουσκόνιου = κουνούπι Μουστάτσα = μουστάκι Μουστιρίου = πελάτης
Μούτ΄,μούτα = μουγγός ,ή άφωνος,η( μούτου = μετακινώ ή αμούτ΄-αμουτάϊ)
Μουτάτου = κουνιμένος ,σηκωμένος Μουτζιλίτου = λερωμένος με βρώμικο νερό Μούτρα = πρόσωπο,μούρη
μουτρέσκου = παρατηρώ,βλέπω,κοιτάζω Μουτσέ:σκ΄= μένω αναυδος,άφωνος Μούτσου = μύξα
Μουφλουζέσκου =πτωχεύω,χρεωκοπώ. Μούχλιντου,μουχλιτζίτου =μουχλιασμένος Μπ΄ζ΄κόσιου = μπαζάκας
Μπ΄μπ΄λιάρου = φλύαρος

Μπ΄μπ΄λιούρου = σκιάχτρο Μπ΄μπάκου = βαμβάκι Μπ΄νέτζου = ζω

μπ΄ρμπ΄τέτζου = ανδρούμαι μπ΄ρμπάτ΄ ή μπ΄ρμπάτου = άνδρας
Μπ΄ρμπούλιου = μαύρη μανδήλα πένθους γυναικών Μπ΄ρμπούτα = κεφαλή πράσου με τα γένια Μπ΄ρσίϊ = τσίπουρα
Μπρούμα =πάχνη

Μπ΄τα΄νισέσκου = καθαρίζω τα μάλλινα στη νεροτριβή Μπ΄τάνι = ντριστέλα
Μπ΄τεάρι = κτύπημα Μπ΄τζινάκου = κουνιάδος Μπ΄τούτ΄= κτυπημένος Μπ΄χτσέ = κήπος
Μπάγκου = βάζω( μπ΄γκάϊ= έβαλα)βα μι μπάγκου = θα γύρω Μπαϊράκε = μπαϊράκι,σημαία
Μπαϊράμε = μπαϊράμι Πάσχα Τούρκων Μπαϊραχτάρου = σημαιοφόρος Μπάϊρου = αρμαθιά
Μπάλικα = κόπρος ζώων

Μπάλιου = παρδαλό άλογο, τράγος,πρόβατο κλπ που έχει χρωματιστό κεφάλι και το μέτωπό του άσπρο χρώμα.

Εκπληκτικό! Από την αρχαία ελληνική λέξη «βαλιός: «πώλοι βαλιός και τριχί βαλιοί» (Ευριπίδου, Ιφιγένεια εν Αυλίδι, 222). Έτσι λεγόταν ή ήταν και ένα από τα άλογα του Αχιλλέα, δηλαδή
«Βαλιός»! Ιλιάς Π, 149 (βαλjός)

Μπάλτσου = κεφαλόδεσμος γυναικών,ζωστήρα Μπάν΄, μπάνα = ζωή,βίος
Μπάνκα = τράπεζα Μπάνκου = πάγκος Μπανντέρα = σημαία
Μπάντα = στρατιωτική μουσική Μπάριμου = τουλάχιστον Μπαρμπ΄τεάτσα = ανδρεία Μπάρμπα = γενιάδα Μπαρμπισίτου = ξυρισμένος Μπάρτσου ,πάρτσου = χωρίζω Μπάσιου = φιλώ,ασπάζομαι Μπάστε =στοίχημα
Μπάτου = κτυπώ,βαράω Μπάτσα =μπάτσος,μπάτσα
Μπε:ρμπέ:σου (α) = μπερμπάντης Μπέσα = πίστη
Μπέσου = κλάνω Μπιάου = πίνω Μπιάρια = πόση Μπιάτικου= μπαλώνω

Μπικιάρου = άγαμος Μπικιρλίκε = αγαμία Μπικρίου = μπεκρής Μπιλέσκου = γδέρνω Μπιλιάουα =μπελάς Μπιλιάρι = γδάρσιμο Μπιλίτου = γδαρμένος
Μπινέκου = άλογο μόνο για ιππασία Μπιρικέτι = αφθονία
Μπιρμπέκου = κριάρι Μπισιάρε = κλάσιμο Μπισιάρικα = εκκλησία Μπισιένα = πορδή Μπισινόσου = κλανιάρης Μπισίτου = κλασμένος Μπιτικάρι = μπάλωμα Μπιτικάτου = μπαλωμένος Μπιτισίρε = τέλος
Μπιτισίτου = τελειωμένος

Μπλάνα = κομμάτι από οργωμένο χωράφι, Από το ρήμα
«πλάσσω» = πλάθω, δίνω σχήμα σε κάτι.

Μπλάρι= μουλάρι, ημίονος. Παράγεται από τις αρχαίες ελληνικές λέξεις «ημίονος» και «πώλος» =πουλάρι
μπλάστιμ(ου)=βλασφημώ

μπλίνου = γεμίζω

μπλίντι = γεμιστά,γέμισε προστακτική μπλίντου = πιάτο
μπλιόρα = στέρφα μέχρι 2 ετών Μπόντσα = πήλινο αγγείο
Μπόου = μόσχος, βόϊδι, Εκπληκτικό! Από το αρχαιοελληνικό ασυναίρετο ουσιαστικό «βο-ος=βους»!
Μπότσα =φιάλη Μπουάτσια = φωνή
Μπούκα = γνάθος, παρειά και στόμα

Μπούκλα = υδρία ξύλινη νερού ή κρασιού Από την ελληνική λέξη «μπούκλα», από την οποία παράγεται και το
«μπουκάλι» Μπουκουβάλα = παπάρα,
Μπουλτέστου ,μπ΄λτέστου = πλέκω Μπουμπουλίκα = σκαθάρι,έντομο Μπουμπουράκου =νεφρός Μπουμπουρέκου ή μπουρέκου = μανιτάρι Μπούν΄= καλός
μπουνέλα = πιρούνι Μπουνετιάτζα = καλοσύνη μπούνου =καλό
Μπουρανί = λάχανα με ρύζι βραστά μπουρίκου = ωμφαλός
Μπούσου = γροθιά

Μπουστάνε = μποστάνι Μπουτεάρεα, αμπουτεάρι = βρώμα μπούτζα = χείλος, όχθη ποταμού
Μπούτε ή μπούτι = μεγάλο βαρέλι κρασιού Μπούτεα = μπούτι ,μηρός
Μπούτου =δοχείο, Από την αρχαία ελληνική λέξη «βύτις» ή
«βύττις», από την οποία στη συνέχεια προήλθε το βουτσί. Συγγενείς είναι και οι λέξεις «βουτίνα» ή «βουτσίνα» ή
«μπότσα».

Μπούφου = μπούφος Μπουχάρου = καπνοδόχος Μπράτσου =βραχίων ,μπράτσο Μπράντου = ελάτη ,έλατο Μπράτς΄ = αγκαλιά
Μπρεούνα = μαζί ,συγχρόνως Μπριάνα = μπριάνα ψάρι ποταμού Μπρόστου = όρθιος
Μπρουάσκα = χελώνα Μπρούμα = πάχνη
Μπρουμάρου = Νοέμβριος και Αντρέου σπάνια από τη γιορτή του Αγίου,ενώ ο Δεκέμβριος λέγεται Αντρέου
Μπρουμουτέτζου = δανείζω

Μπρουστέτζου = σηκώνω όρθιο,σηκώνομαι Μτσίνου = λίγος και πουτσέ:νου
Μυστρία = μυστρί, Από την ελληνική λέξη «μύστρον»

Μφασάρε = σπαργάνωμα Μφάσου = φασκιώνω
Μφρικουσάτου = φρικώδης (Άδης) Ν.
Ν = εν, σε

ν΄ϊντε = προσεχές έτος,μπροστά ν΄πέρτικα = φίδι
ν΄ρ΄ίτου = ωργισμένος

ν΄σκέ:ντς = μερικοί (ν΄σκέ:ντι όρι= μερικές φορές) ν΄φ΄ν΄τέστου =χορταίνω
ν΄χεάμ΄= λίγο ή ναθεάμα, (από το λατινικό una + θέαμα= ένα + βλέμμα)
να=μία αντί ούνα (επί αφορισμού- ν΄κίκουτα αλιέϊ = μια σταγώνα επ αυτής)
νάκα = μήπως ναλμπάνου = πεταλωτής νάμι = δόξα ,φήμη
νάου = 9 εννέα ναουσπρ΄τζάτσι= 19 ναουτζάτσι = 90 ενενήντα
νάπαρτε , ντινάπαρτι = μακριά,απέναντι ναπόϊ = πίσω ,όπισθεν (ντι ν΄πόϊ= από πίσω) νά:ρι ,νάρια,νάρε =μύτη

νάτου =νεογνό βρέφος νβεάστα = νύφη και μβεάστα νβεστούλια =νυφίτσα νβέτσου = μαθαίνω
νβιρίνου = λύπη νβιρτζέσκου = πρασινίζω νβισκούτ΄= ντυμένος
νγισάρε, νγκισέτζου = ονειρεύομαι νγίσου = όνειρο
νγκ΄λμπινέστου = κιτρινίζω νγκ΄λμπινίτου = κιτρινισμένος νγκ΄νέσκου = αναστενάζω νγκ΄ρντίτου = φραγμένος νγκ΄ρτέστου = περιφράζω
νγκιόσου = κάτω νγκρουσέστου = παχαίνω νγκλιτσάρε = παγωνιά νγκλιτσάτου = παγωμένος νγκούσια = αγωνία νγκρόπου , ανγκρόπ΄= θάβω νεάου = χιόνι
νεάτα = νιάτα, . Ομηρική λέξη. «Νεάτη», «νείατος». Ιλιάς Β 289 νέγκου =πηγαίνω
νέγκουρα = ομίχλη

νεκάρι = πνιγμός

νέκου,νέκ΄= πνίγω,πνιγμός, ο Νικολαϊδης αναφέρει ότι προέρχεται από το λατινικό neco, ενώ ο Στεργίου ότι η λέξη είναι καθαρά ομηρική: «νέκυς – νέκυος = νεκρός, πεθαμένος:
«¨Εκτορος αμφί νέκυι και αχιλλήι πτολιπόρθω = για το νεκρό του Έκτορα και τον πορθητή Αχιλλέα», Ιλιάς Ω,108
νέλου = δακτυλίδι

Νέου= νέος. Ομηρική λέξη. Οδύσσεια τ, 433 και θ, 202, Ιλιάς Ι, 36

Νήλα = συμφορά, ταλαιπωρία. Από την ομηρική λέξη «νηλής –ές» (Ι, 632, Λ, 484, Π, 233) =ανηλεής, σκληρός

Νι =στερητικό ( νι φρίπτου =άψητο)

Νι = μοι (μετατροπή του μ σε ν = σε μένα, μου (προσωπική αντωνυμία, πτώση δοτική) Νιϊ τζέσι = μου είπε.
Νιαβούτ΄= φτωχός Νιαγκ΄ρσίτου = αξέχαστος Νιαλλ΄ξίτου = ανάλλαγος νιάου = αρνάρα θηλυκό αρνάκι Νιαουράτου = συννεφώδης Νιάρε= μέλι
νιέ:λ(ου) =αρνί, Ο Νικολαίδης σημειώνει ότι προέρχεται από το λατινικό agnellus, ενώ ο Στεργίου ότι η ρίζα του είναι καθαρά μυκηναϊκή! Σε πινακίδα υπάρχει για το αρνί η λέξη «newo» = νέος.
Νιέρκουρι = Τετάρτη νιήκου΄,νιήκα, νιήκου = μικρός ,η,ο
Νιϊλουέσκου = οικτείρω, συμπαθώ, λυπάμαι Νικάρι = πνίξιμο

Νικάτου = πνιγμένος νικ΄φτάτου = αζήτητος νικουμνικάτου = ακοινώνητος νικουράτου = ακάθαρτος νικουσούτ΄= άρραφτος
νικρεσκούτ΄= αμεγάλωτος,μη αναπτυγμένος νιλάτου = άπλυτος
Νιλε = χίλια νιλιερτάτου = ασυγχώρητος
Νιμ΄ρτάτα = άγαμη Νιμβιτσάτου = άπειρος ,αμαθής Νιμισουράτ΄= αμέτρητος
Νινγκα,νινκα,νίκα = ακόμα ,όχι ακόμα Νινουμιράτου =αναρίθμητος Νινσ΄ράτου = ανάλατος
Νιντρεπτάτε = αδικία

Νιού = κτητ.αντ. ντάντανιου=μητέρα μου Νιουρεάτζα = συννέφιασμα,συννεφιάζει Νιουρτζέσκου ,ανιουρτζέσκου = μοιρίζω Νιπουτεάτσα = αρρώστια ,
Νιπουτούτ = ασθενής , Νιρουσινόσου = αναιδής Νισιμινάτου = άσπαρτος
Νισούν΄= κανείς

Νισουρσίτου = αξύριστος Νίστι =μερικοί,ες,α Νιτούνσου = ακούρευτος Νίτσι = καθόλου Νιφάπτου = άγουρος Νκά:λι = στο δρόμο
νκ΄λάρου = ιππεύς (μπάγκ΄μι νκ΄λάρου=βάλε με καβάλα(στο άλογο) νκ΄λικάρι = καβαλλίκευμα
νκ΄λτζέσκου = ζεσταίνω νκ΄λτσάτου = πεταλωμένος νκ΄νέστου = στενάζω νκ΄ρκάρι = φόρτωση
νκ΄ρκάτου,α,ου =φορτωμένος,έγκυος,φορτωμένο νκαλαπίτσια = στον ώμο
Νκάλικου = καβαλλικεύω νκάλτσου = πεταλώνω,καλιγώνω
νκάπ΄= χωράω ( κάσα νου νκάπι αχέντς = το σπίτι δεν χωράει τόσους) νκάπου = στο κεφάλι(πι κάπου,του νκάπου)
νκάρκου = φορτώνω νκάφτ΄ου = γυρεύω,ζητώ,ψάχνω νκιάντικου = περδικλώνω,νκιντικάϊ
νκισέσκου = ξεκινώ
νκισίτου = ξεκινημένος νκλιγκάτου = πυτιασμένο

νκλιέγκου = πυτιάζω γάλα νκλίνου = γονατίζω νκλίντου = κλείνω νκλισούτου = κλεισμένος νκλο,ανκλό, ακό,,= εκεί
νκουά,αουά,νκουάτσε,ντινκουά,κουά = εδώ νκουρούνου = στεφανώνω
νκρέντα = Σανίδα,δοκός ορροφής νντέσου ,ή ανντέσου =χώνω νντισάτου = χωσμένος
νντρέπτου = δίκαιος,ίσιος

νόημα = Ομηρική λέξη. Οδύσσεια ζ, 183 και υ, 82

νόι = εμείς οι δύο (δυϊκός). Η λέξη είναι ομηρική: «πριν γ’ επί νω τώδ’ ανδρί σύν ίπποισι =προτού εμείς οι δύο επιτεθούμε με το άρμα και τα άλογά μας», Ιλιάς, Ε, 219 και Οδύσσεια
0, 475.

Νοίρα = μοίρα (μετατροπή του μ σε ν

νόντου = κόμβος

νόου = νέος. Ο Νικολάϊδης επισημαίνει ότι προέρχεται από το λατινικό novus, ενώ ο Στεργίου ότι η λέξη είναι μυκηναϊκή! Βλέπε πιο πάνω το μυκηναϊκό «newo»
νόστρου, ανόστου = δικό μας

νοτίϊ = υγρασία Ομηρική λέξη «νοτίη». Ιλιάς Θ, 307 νού = όχι
νουάπτια , νουάπτι =νύχτα νουάτινου = αρνί ενός έτους

νουζίτσα,Κουράου = ζώνη,λουρί νούκ΄= καρύδι
νούκα = καρυδιά νούμα = όνομα νουμάλιου = σφάγιο, ζώο
νούμιρου = αριθμός και ώμος νούμιρ΄= μετρώ
νουμιράρι = μέτρηση νουμιράτου = μετρημένος νουμούζι = φήμη,τιμή νούμτι(α) = γάμος νούμτσι = γάμοι
νούνου = ανάδοχος

νούντου ,ναούντρου,ναϊντρου = μέσα νουόρου = νέφος
νουορεάτζ΄= συννεφιάζει νουπτέτζου = διανυκτερεύω νουτόσου = υγρός,νότιος νουτσίτου = υγρός,νοτισμένος να΄ρπικάτου = εξαγριωμένος νσιρίνου = ξεστεργιάζει ντάντα = μάνα
νσουράτου = ηλιασμένος,παντρεμένος

νσούσου ,σούσου = επάνω

ντ΄β΄λίρι = περικύλιμα ντάϊμα = πάντοτε ,διαρκώς ντάλα και αντράλα = ζάλη ντανάβρα =προηγουμένως νταντούν΄ν = μαζί
ντάου = δύο νταουόρ΄= δύο φορές
ντάου ,βας ντάου,ντέντου, βας αμ ντάτ΄=δίνω,θα δώσω,έδωσα, είχα δώσει
νταπόϊ, νταπόϊα = ύστερα ντάρε = παράδοση,
ντάτα = αναδυόμενη,(ντάτα α σοάριλιϊ= Ανατολή ηλίου) ντάτου = δοσμένος(ντάτ΄ντι κάπου = βαρεμένος) ντάτου,ντάτουρι = χρέος ,καθήκοντα
ντεάντα = αφ ότου ντεαλάνγκα = τρεχάλα
ντεαντούνου = μαζί,συγχρόνως,δια μιας

ντεάπινου = κουβαρίζω(ντιπινάϊ = έκανα την κλωστή κουβάρι) ντεατούμτσια = έκτοτε(ατούμτσεα= τότε)
ντέκα = διότι,επειδή Ντε:μέ:ντου = Παραγγέλω
ντεστιμάλε, σιαμίκα = χειρομάνδηλο νζιάνν, ανάλτου = πάνω ,επί ντζιάτζιτου =δάκτυλο

ντζέρου = τυρόγαλο ντζινουκλιέτζου = γονατίζω ντζινουκλιάϊ = γονάτισα
ντζιούνγκου =ζέβω( ατζιούνγκου =φθάνω) ντζιουνγκάρι = ζέψιμο
ντι =από (ντι πρι γκόρτσου= πάνω από τη γκορτσιά ντιάντι μίσουρου =ξεπέταξε το καλαμπόκι(βάρεσε) ντιβερλίνγκα = ολόγυρα
ντινίντι = μροστά ντιναντρεάπτα = δεξιά ντινάπαρτι = εκείθεν ,μακρυά ντιάγκ΄= κλαδί
ντ΄λντισέσκου = αποτολμώ,διακινδυνεύω ντ΄μμπλά, ντ΄μμπλάτς =νταμπλάς ντ΄ν΄ουάρα =δια μιας,αμέσως ντιγκιόσου, νγκιόσου = κάτω,από κάτω ντ΄νγκ΄νέσκου = σκάω από πάθος οργής ντ΄νγκ΄νίτου = οργισμένος
ντινουπόϊ = πίσω ντιναστένγκα = αριστερά ντινίϊκου = τεμαχίζω ντινιϊκάρι = τεμαχισμός ντινιϊκάτου = κομματιασμένος
ντινκουά = απ εδώ, εντεύθεν

ντίντι = δόντι, ντίντς =δόντια ντίνντε= απέναντι
ντιού = από πού;

Ντιουκλιέτζου , = ξεματιάζω,( αουκλιέτζου=ματιάζω) ντιπ΄ρτέτζου = απομακρύνομαι
ντιπάντι = κάτω,χάμω ντιπάρτι = μακριά ντιπινάρι = περιτύλιξη
ντιπινάτου = περιτυλιγμένος ντιπούνου = κατεβάζω
ντισάγκα = δισάκι, πρόκειται για καθαρά ελληνική λέξη, αλλά ο Νικολαϊδης σημειώνει ότι προέρχεται από το λατινικό bis –saccus!
ντίσου = μισός ντισβ΄λέστου= ξεσκεπάζω ντισβιλίτου = ξέσκεπος ντισβ΄ρτίτου = ξεδιπλωμένος ντισβέσκου = ξεντύνω ντισβέτσου = ξεμαθαίνω ντισγκ΄ρντέσκου = ξεφράζω ντισγκ΄ρντίρε =ξέφραγμα ντισγκ΄ρντίτου = ξέφραγος
ντισγκίνιου και ντισκλίνιου = διχάζω, διαχωρίζω,διασπώ(ντισκλινάϊ=αόρ)
ντισκλινάρι = διάσπαση ,ξεχώρισμα

ντισκούρμ΄ου = ξεκουράζομαι ντιρντιρέσκου = φλυαρώ(ντίριντίρι) ντισάρου , ανσάρου = πηδώ, ντινσέστου = αντέχω , υποφέρω ντισίκου = σχίζω
ντισλιγκάτ΄ου = λυμένος

ντισκούρμ΄ου = ξεχωρίζω, ξεκουράζομαι ντιστέπτου = ξυπνώ,
ντισπουλιάτ΄ου ,νγκόλιου = γυμνός ντίτσι = απ΄ότι δήποτε,
ντό:ρ΄= πονώ

ντορίτου,α,ου = πονεμένος,η,ο

ντουάγκα = φλοκάτη ή σανίδα βαρελιών από την ελληνική λέξη
«δόγα»)

ντούκου = πηγαίνω ντουλτσέστου = γλυκαίνω ντουλτσίτου = γλυκός ντουμ΄έ:νικα =Κυριακή ντουμιτζέλου = θεός ντουμνεάτσα =αυγή,πρωϊα ντόυόρμ΄= κοιμάμαι ντούντι = φθάνει
ντούτι =πήγαινε προστακ.του νέγκου!

ντράκου = δράκος, δράκων, διάβολος. Ο Νικολαϊδης σημειώνει ότι προέρχεται από το λατινικό draco, αλλά η αρχαία ελληνική προηγήθηκε της λατινικής
ντρέγκου = ολόκληρος , περνώ(τι κάϊ μι ντρικούσι= για ποιον με πέρασες;)
αλλά και τακτοποιώ ,διορθώνω= ντρέκου σ΄χάτια=διορθώνω το ρολόι.
ντρέμπου,(βας τρέμπου,τριμπάϊ,βας άμ τριμπάτ΄) = ερωτώ,(θα ρωτήσω,ρώτησα, έχω ρωτήσει)
ντριάπτ΄(α) ή αντριάπτ΄= δεξιά ντριάπτου,α, =δεξιός,α ντρικάτου = περασμένος
Ντρίνι =ξωτικά, νύμφες. παράγεται από την ομηρική λέξη «δρυμά» =
«δρύμες» (δrinji): “Κίρκης εν μεγάροισι δια δρυμά πυκνά και ύλην = στης Κίρκης τα ανάκτορα περνώντας μέσα από τα δέντρα τα πυκνά του λόγγου”, Οδύσσεια κ, 150
Ντριστέλα = νεροτριβή

ντσάσου΄= υφαίνω ντσέρου = κοσκινίζω ντσιρνιάρι = κοσκίνισμα Ξ.
ξένου = ξένος. ! Ομηρική λέξη «ξείνο» (ξενFος)

ξενουσύνι =φιλοξενία, Ομηρική λέξη «ξεινοσύνη». Ιλιάς Φ 35 ξιάνι,λι = ξένα
ξιφίλι = κορφάδα πουρναριού

Ξυθάλεα = μασιά για τα κάρβουνα. Από τις ομηρικές λέξεις «ξέω»
=ξύνω και «αιθάλη» =στάχτη, καπνιά Ο.
Οάρα ή όρα = ‘Ωρα. Εκπληκτικό! Ο Νικολαϊδης υποστηρίζει, παραδόξως, ότι προέρχεται από το λατινικό hora, αλλά πιθανολογεί ότι προέρχεται και από το ελληνικό «ώρα»! Ακριβώς, η αρχική λέξη ήταν «Fοσάρα» και στη συνέχεια έγινε έκθλιψη του σ» μεταξύ δύο φωνηέντων και έγινε «Fοαρα», «οάρα», «ώρα». Η ελληνοβλαχική λέξη κρατάει τον αρχικό τύπο!
οάσπιτου= ξένος. Εκπληκτικό! Η ομηρική λέξη είναι «άσπετος»!.
Ιλιάδα Ρ 332 ό:μου =άνθρωπος όι = πρόβατα
όκλιου = μάτι, οφθαλμός(Αρμέ:νου σ΄ έστι σ΄ας άη ουν όκλιου=βλάχος νάσαι και ας έχεις ένα μάτι) Ομηρική λέξη (οκje) = όσσομαι. Οδύσσεια κ, 374
όου =αυγό, Ο Νικολαϊδης σημειώνει ότι προέρχεται από το λατινικό
ovum, ενώ η λέξη είναι καθαρά αρχαιοελληνική = όου ή ώου = ωόν! όπτου = οκτώ
οπτουσούτι =οκτακόσια οπτουτζέτς =ογδόντα . όρτζου = οργώνω όρτζου =κριθάρι
όρτζω = ορίζω,διατάσσω, Από τη λέξη αυτή προέρχονται οι λέξεις όρτζο, που σημαίνει καθορισμός, τάξη, διάταξη ( και διαδικασία διευθέτησης νημάτων πριν πάνε στον αργαλειό!)
όσου = κόκκαλο

ουάι = προβατίνα ουάϊα = πρόβατο, η γλωσσολογική ερμηνεία από τον Νικολαϊδη, αλλά και πολλούς άλλους γλωσσολόγους και φιλολόγους είναι παράξενη. Ο Νικολαϊδης και άλλοι υποστηρίζουν ότι προέρχεται από το λατινικό ovis – is, ενώ η λέξη είναι καθαρά … ομηρική. «οϊς = (οFις) = «όϊος» = «όϊα»: «αρνειόν κατέδησεν όϊν θήλυν τε μέλαιναν =έδεσε ένα πρόβατο αρσενικό κι ένα θηλυκό», Οδύσσεια κ, 572. «Αρσενες όϊες ήσαν εϋτρεφέες= υπήρχαν αρσενικά πρόβατα (κριάρια) καλοθρεμμένα», Οδύσσεια ι, 425 κ.λπ
ουάρ΄μπιρι = δένδρο ουάσπιτ΄ = φιλοξενούμενος ουάτου = ωοτόκος
ουϊζύα = δυστυχία. Ομηρική λέξη «οϊζύς»! Ιλιάς Ζ, 285

ούλα = όλος. Είναι ομηρική «ούλος» (σολFος)! Οδύσσεια ρ, 343 Ουμπόρου= αυλή (από τη λέξη πόρος = διάβαση)
ούμτου =βούτυρο ούμφλου =φουσκώνω ούν΄ = ένα
ουνάρα = κάποτε, μια φορά, (από το λατινικό una + ώρα) ούν΄σούτι = εκατό
Ουνίδα =κάμπια (από την αρχαιοελληνική λέξη «μίδας». Ο Ησύχιος αναφέρει : «θηρίδιόν τι διεσθίον τους κυάμους»

ουντουλέμ =λάδι

ουόρμου = ίχνος, τορός(από την ελληνική λέξη «ορμή») ουπουρέστου = ζεματάω
ουργίη,ουργίε = οργή ,θυμός

ουριάκλια = αυτί

ουρμέσκου=ορμώ ούρσα = αρκούδα ουρσέστου = ορίζω ουεσίρε =ορισμός ουρσίτου = ορισμένος
ουρσίτα = ορισμένη,προκαθορισμένο,πεπρωμένο. ουρτζέ:τς΄= τσουκνίδες
ουρτζέ:τσα = τσουκνίδα

ούρτζιρου = τακτοποίηση στημονιού. Ουρτζίτου = υφάδι στον αργαλειό
Ουσάκου , ουσούκου = ο λιπαρός ρύπος των προβάτινων μαλλιών. Προέρχεται από την αρχαιοελληνική λέξη «οισύπη» ή «οίσπη». Βλέπε
«Λυσιστράτη» ( στίχος 574) του Αριστοφάνη. Επίσης, ο Σουϊδας αναφέρει: «οισπάτη = ρύπος των ερίων, εκ του όϊς» = πρόβατον
ούσια = πόρτα είσοδος ουσκάρι= στέγνωμα ουσκάτου=στεγνός ουσούκ = στεγνώνω ουσπιτσίλιε= φιλία ουσπριτζάτσι= ένδεκα
ούτζουρου = μαστάρι βυζί. Ο Νικολαϊδης υπογραμμίζει ότι «είναι καταφανής η παραγωγή εκ του αρχαιοελληνικού «ούθαρ» = μαστός,
ουχτέτζου =γογγίζω

οχτικιά ή χτικιάουα =φυματίωση, . παράγεται απο τη λέξη «εκτικός»
= ο πάσχων από στηθικό νόσημα. «Ηθικά» Πλουτάρχου, σελ. 202

οχτικόσου = χτικιάρης

όχτου = όχθη, σωρός Π.
π΄γούρου= παγούρι, Από την ομηρική λέξη «πάγουρος» = κάβουρας.
Το παγούρι έχει σχήμα κάβουρα

π΄έ:νι = ψωμί, . από την ομηρική λέξη «πένομαι»= παρασκευάζω, ετοιμάζω για δείπνο (σίγουρα ψωμί!). Οδύσσεια ξ, 251
π΄λίτου= καψαλισμένος π΄ν΄= μέχρι
π ΄νκ΄νέστου =μολύνω π΄νεάουα= πηρούνι π΄ντούρι = δάσος
π΄ ρίντου=γονιός π΄ρίντς= γονείς π΄ρνάρι = πουρνάρι π΄στούρα=κοιλιά ζώου π΄στρίτου= καθαρός π΄τίκι=ποδαρίτσα
Πάϊα ή πάγια = προίκα από μάλλινο ρουχισμό. Η αποκάλυψη είναι εκπληκτική. Η λέξη έχει προφανώς τη ρίζα της στη μυκηναϊκή γλώσσα! Ακριβώς για το μάλλινο ρουχισμό σε κομμάτια υπάρχει στις πινακίδες η λέξη «pawea»!

πάντι ή μ΄πάντε = χάμω, κατά γης(από την ελληνική λέξη «πέδος»), πάππου = παππούς(αούσιου)
παραλιάου = παραλαμβάνω

παρμένου = τρελός, . Από το ρήμα «παίρνω» (το μυαλό). Οι αρχαίοι έλεγαν «ο δαίμων εξαφαιρείται νουν τον εσθλόν»)

πάστι ή τιπάστ΄= Πάσχα

πάστου = βοσκώ, Η λέξη είναι μυκηναϊκή! «pasta». Από τη λέξη αυτή παράγεται και η «παπταίνω» = «βλέπω», «επιτηρώ» (Ησύχιος)
πάστρα = πάστρα, , καθαριότητα. Από την ομηρική λέξη «σπάρτος»
=θάμνος σπάρτος από το οποίο κατασκευάζεται η σκούπα

πατούλιου ή τσάρκο = ζεστός χώρος για τα νεογνά κατσίκια και αρνιά, από την ελληνική λέξη «πάτρα» = «πατρίδα» = χώρα γέννησης
πατούνα =πατούσα , φτέρνα, (από την ελληνική λέξη «πάτος» ή
«πατώ»)

πάτρου =τέσσερα

πάφιλου = τενεκές. Από το ρήμα «παφλάω» =κάνω κρότο. Ο τενεκές, όπως είναι γνωστό, παράγει κρότο με την κάθε μετακίνησή του ή με κάθε χτύπημα.
πέ:ντζα = = ύφασμα (η ρίζα αναζητείται στην ελληνική λέξη «πυνίον» ή «πήνος»)
περάτου = περασμένος(περάτης κατά Στεργίου) (αυτός που περνάει με τη βάρκα στο πέρας της διαδρομής). Ιλιάς Ε, 646
περόνα = καρφί, Ομηρική λέξη «περόνη». Ιλιάς Ε, 245 πέρου,πέρλου = τρίχα ,αχλάδι
περούνα = πιρούνι (από τη λέξη «περόνη») πεάζια = φλούδα,
πηγήϊα = πηγή. Ομηρική λέξη «πηγή». Ιλιάς Φ, 312
πιανάργα = σιγά (από τις ελληνικές λέξεις «πιο» ή «πλέον» + «αργά») Πιζιλίνα =δέρμα λεπτό, μεμβράνη (βλέπε «πεάτζα» ή «πεάτσα» = πετσί) Πιρπόντια = περιπόδιο, κάλτσα. Η λέξη είναι σύνθετη από την πρόθεση
«περί» + «πους». Μάλιστα το δεύτερο συνθετικό απαντάται και σε μυκηναϊκές πινακίδες! «pode»!

Πιστεάουα = λωρί που περνάει κάτω από την ουρά του αλόγου (από την
ελληνική λέξη «όπισθεν»)

Πιτέτζου = βαπτίζω

Πλ΄βούκου =καρβελάκι για σκύλους από πίτουρα Πληγήϊα= πληγή. Ομηρική λέξη «πληγή». Ιλιάς Ο, 17

Πλίντου, μπλίν΄ = γεμίζω ,γεμάτος και πιάτο πλιούμπου ή φισέκου = σφαίρα
πλουάι = βροχή

πόντσιου= βραστό τσίπουρο για γιατρικό. πόρκου = γουρούνι
πουάχα ή πόχα = απόχη (από την αρχαία ελληνική λέξη «υποχή» = στρογγυλό αλιευτικό δίχτυ)
πουδαρίτσα = υποπόδιο, ποδαρικό του ιστού του αργαλειού (από την ελληνική λέξη «πους» = «πόδι»
πόθου= πόθος. Ομηρική λέξη «πόθος». Ιλιάς Ρ, 439

πόκου = μαλλί προβάτων. Ομηρική λέξη «πόκος». Ιλιάς Μ, 451

πολεμιστήλου = πολεμιστής. Ομηρική λέξη «πολεμιστής», μαχητής.
Ιλιάς Κ, 549

πόλεμου= πόλεμος. Ομηρική λέξη «πόλεμος». Ιλιάς Α, 492

πόρου ή ποριάουα= πόρος ποταμού,πέρασμα Ομηρική λέξη «πόρος» πόρπα = πόρπη. Ομηρική λέξη «πόρπη». Ιλιάς Σ, 401

πουϊμέ:νι ή πιϊμέ:νι = μεθαύριο

πούλα = πέος πούλιου=πουλί πουλιϊκου = πουλάκι πούσκα =ξύδι
πουράβα = προσωρινή νομαδική καλύβα (από το ρήμα «περάω»)

πουρία ή απουρίε = προσφορά χρημάτων στο γαμπρό μετά το γαμήλιο φαγητό (βλάχικο γαμήλιο έθιμο. Η λέξη είναι μυκηναϊκή (aporewe) και σαφώς ομηρική! Έχει τη σημασία της προσφοράς. Παράγεται από τις ομηρικές λέξεις «πόρε» = «πόρη» = χαρίζω, ετοιμασία, παρασκευή: «την δε πόρε Φοίβος Απόλλων = την οποία χάρισε (πρόσφερε) ο Φοίβος Απόλλων», Ιλιάς Α, 72, «τα οί ποτε πατρί φίλα φρονέων πόρε Χείρων = που κάποτε πρόσφερε στον πατέρα του ο Χείρων», Ιλιάς Δ, 219
πρασιάουα =πρασιά,

πρέντζου = γεύμα Ομηρική λέξη «πρασίη». Οδύσσεια ω, 247 πρέφτου =παππάς
πριάσινι= Απόκρεω πρίμου = προηγούμενος
πρόγουνου = πρόγονος Ομηρική λέξη «πρόγονος» πρώτου = πρώτος. Ομηρική λέξη «πρώτος». Ιλιάς Π, 371

πύρ΄, πύρα= φλόγα, είναι ομηρική: «αιεί δε πυραί νεκύων καίοντο θαμειαί = αδιάκοπα καίονταν νεκρών πυκνές φωτιές», Ιλιάς Α, 52)
πυρωμάδα = φέτα ψωμιού πυρωμένη στα κάρβουνα, από τις ομηρικές λέξεις «πυρ» και «ωμός»= άψητος (Χ, 347 και μ, 396

πυρωστιά = πυρουστιά τρίποδο σίδερένιο, από τις ομηρικές λέξεις
«πυρ- ός» και «ιστίη»=εστία Ρ.
Ράκου = ράκος Ομηρική λέξη. Οδύσσεια ζ, 178

Ράφτου = ράφτης απαντάται σε μυκηναϊκές πινακίδες ως «rapitirya»! Ράχια, ρέχα =ράχη, Ομηρική λέξη «ράχις». Ιλιάς Ι, 208
Ρέ:ναι = ψώρα

Ρέου ή αριέου = ποταμός, Ομηρική λέξη «ρόος» και «ρέω». Ιλιάς Φ, 303 και Μ, 33
Ρίγου = ρίγος Ομηρική λέξη «ρίγιον». Οδύσσεια ρ, 191 και Ιλιάς Σ, 472 ριζιλίκε = λοιδορώ,ρεζήλεμα
ρίπα,αρίπ΄ντίνα = κρημνός, όχθη, ακτή Ομηρική η λέξη : «ρέπε δ΄αίσιμον ήμαρ Αχαιών =έκλινε (έγειρε) η μοιραία ημέρα των Αχαιών», Ιλιάς Θ, 72,
ρόγκου,αρόγκου = παρακαλώ,δέομαι ρόκουτου = κατωφέρεια,κρημνός
Ρούγα = ρούγα, Ομηρική λέξη «ρωξ – ρωγός», δρόμος στενωπός. Οδύσσεια χ, 143
Ρούσα= ξανθή. Από τη λέξη «ρούσιος» =κοκκινωπός, ξανθοκόκκινος.

Ρώσιου = κόκκινος,ρούσος Σ.
Σ΄έ:μπ΄τ΄ = Σάββατο

Σα = της τριτοπρόσωπος αντωνυμία(τάτου σα πατήρ της) Σάπια = σάπια. Ομηρική λέξη «σαπίη». Ιλιάς Β, 135

Σάρι = αλάτι (αρούκ΄σάρι του γκέ:λ΄= ρίξε αλάτι στο φαγητό)

Σβάλιντζα = σαϊτα αργαλειού Σβόμ΄ου = κάνω εμετό
Σβώλου, ή σβώλιου = βώλος, σβώλος, κομμάτι χώματος από αλέτρι. Η λέξη είναι ομηρική: «είκοι δ’ υπό βώλος αρότρω =και η βωλιασμένη γη να σπάει μπροστά στο αλέτρι», Οδύσσεια σ, 374
Σεάρα =βράδυ

Σεϊ τζέτς = εξήντα

Σέλινο = σέλινο. Ομηρική λέξη. Ιλιάς Β, 776 και Οδύσσεια ε, 72

Σεντζιούτο = έδρα, κάθισμα. Η λέξη είναι ομηρική: Παράγεται από το ρήμα «έζω» (σεδjω) = κάθομαι : «ες δίφρον δε μ’ έσας άγεν οίκαδε = αφού με κάθισε στην άμαξα με πήγε σπίτι», Οδύσσεια ξ, 280
Σίδηρου = σίδηρος, Ομηρική λέξη. Ιλιάς Η, 471 σιάπτι = επτά
σιαπτιτζέτς = εβδομήντα σιάσι = έξι

σιόπουτι =βρύσες σιόπουτου =βρύση,κρουνός Σιουάρικου = ποντίκι Σιούπλου = γροθιά
Σιούτου = χωρίς κέρατο,σιούτο

Σκάπιτ΄ου =καταπίνω, χάνομαι στον Ορίζοντα

Σκάπ΄ου =Τελειώνω, Σκάρμινου = ξαίνω, τρίβω
Σκάρο= σκάρος ολιγόωρη βοσκή κατά τη νύχτα, από την ομηρική λέξη «σηκάζω», μανδρώνω. Ιλιάς Θ, 131
Σκαρκαλέτσου = ακρίδα (από το «καρκαίρω» = τρίζω, ψοφώ) Σκέπα = περιτόνιο. Κατά τον Ησύχιο παράγεται από την ελληνική
λέξη «σκέπη»

Σκεπάρνεα = σκεπάρνι, . Ομηρική λέξη «σκέπαρνον». Οδύσσεια ε,
327

Σκεπίϊα= σκεπή. Ομηρική λέξη «σκέπα» ή «σκεπία» (προφύλαξη από
τον άνεμο). Οδύσσεια ε, 433

Σκίν΄(ου)= αγκάθι

Σκιράτου ή γρ΄ψίστ΄= γραμμένος Σκλιόπ΄= κουτσός Σκλιόπια=κουτσή
Σκλιόπου= κουτσό

Σκοπιϊα = σκοπιά Ομηρική λέξη «σκοπίη» Ιλιάς Δ, 275 και Χ, 145

Σκόπου =σημάδι,σκοπός, Ομηρική λέξη «σκοπός». Ιλιάς Β, 792.

Σκοπόου ή σοπόλου = σχέδιο, πρόθεση Ομηρική λέξη «σκοπόος». Οδύσσεια λ, 344
Σκοτίϊ = Σκοτάδι, Ομηρική λέξη «σωτάδιον» (σκότος). Οδύσσεια τα, 389,
Σκό:του = βγάζω Σκούρμ΄ου = κουράζομαι Σκούρτ΄ου =κοντός

Σκρέτου = έρημος, καϊμένος Σλάμπα = άσχημη
Σλάμπου = ισχνός ,αρρωστιάρης,άσχημος

Σμεάρα = μύρρα ή μυρώνι ,φυτρώνει στο χιόνι(πιτόχορτο) Σμπουριέστου =μιλώ
Σό:μ =ύπνος Σό:ρ΄ = αδερφή,
Σό:ρμεα = αδερφή μου Σοά:ρι =Ήλιος
Σόιου =σόι Σόκρου = πεθερός
Σόλιου = σόλος,κ’υκλος,σφαίρα,στρογγυλό, η λέξη είναι ομηρική!
: «Αυτάρ Πηλεϊδης θήκε σόλον αυτοχόωνον = κατόπιν του Πηλέα ο γιος βάζει μια αδούλευτη σιδερένια σφαίρα», Ιλιάς Ψ, 826
Σόμνου = ύπνος Σομνουρώσου =υπναλέος Σόμπα =σόμπα
Σοράτα = παράνυμφος σύζυγος φίλου

Σότσου ή σώτς = φίλος,σύντροφος,βοηθός, Ο Νικολαίδης υποστηρίζει ότι παράγεται από το λατινικό «socious», αλλά η λέξη είναι … ομηρική! Παράγεται από τη λέξη «α-σσητήρ (σα=α,σοκjητήρ = βοηθός = υπερασπιστής»: «τοίόν τοι αοσσητήρα Κρονίων = τέτοιο βοηθό σού έστειλε ο γιος του Κρόνου», Ιλιάς Ο, 254, «ω μη άλλοι αοοσσητήρες έωσι = με έστειλε να έρθω μαζί σου βοηθός», Οδύσσεια, δ, 165
Σου = του, τριτοπρόσωπος αντωνυμία(ντάντα σου =μήτηρ του)

Σουγκάρου = βυζαχτάρι, μικρότερος από τα αδέρφια και το το νεογένητο αρνάκι ή κατσικάκι
Σούγκλιτσου = λόξυγγας Σούγκου = δένδρο , Σούιρου = σφύριγμα Σουκάκι = σοκάκι,δρόμος Σούλα = σούβλα Σουλινάρου = σωλήνας
Σουλκίνα ,σουλφίνα = άνθος λευκόν Σούλου = λοστός
Σουλφάτα = κινίνο Σούμα = σύνολο, άθροισμα
Σουμου λάϊου = υπόμαυρος,μαυριδερός Σουμσοάρι = υπομάλης
Σουμτουσοάρια = κάτω από τη μασχάλη Σουντά:ρι = ίδρωμα
Σουντίτ΄= κουρεμένος Σουντόρ΄ =ιδρώτας Σούπα =σούπα
Σουπεράτου = περιπαιγμένος,χλευασμένος Σουπλιάκα = σκαμπίλι,ράπισμα Σούπρα,ντισούπρ΄= πάνω
Σουπσέρ΄= λεπτός

Σούπτου , πριγκιός΄ = από κάτω

Σουπτουράρι = ψιθυρίζμα στο αυτί Σουπτσιεράρι = λέπτισμα Σουπτσιέρου = λεπτός Σουπτσιρέτζου = λεπταίνω Σουρίνου =προσήλιο
Σουρντεσίρε = διάρροια

Σουρντισίτου ,(κούφ )= πουλημένος, ξεκαμένος,κουφός Σουρό = σωρός
Σουρόρι =αδερφές Σουρουπάρι = γκρέμισμα
Σουρουπάτ΄(ου),α,ου =γκρεμισμένος,η,ο Σουρούπου = γκρεμίζω
Σουρουψιάρε = σουρούπωμα Σουρσουρέτζου =ψιθυρίζω,μουρμουρίζω Σούρσουρου = σούσουρο,σουσούρισμα Σουρτζιάλι = ξυλαράκια λεπτά
Σουσέρι = τέλος,λήξη Σουσέσκου,ασουσέσκ΄ = τελειώνω Σουσέστ΄(ου) = αρραβωνιάζω Σουσιάρι =αρραβώνιασμα
Σουσίτ΄(ου),α,ασουσίτ΄ = αρραβωνιασμένος, τελειωμένος,η Σούσκιρου = αναστεναγμός
Σού:τα = εκατοντάς

Σουτζιάρι = βύζεμα

Σουτζιάρι = θυλασμός Σουτζιάτα = θυλασμένη Σουτζούκου = λουκάνικο Σούτσ΄(ου) = στρύβω Σούτς΄(ου) = στύβω

Σουτσάλα = πλάστης, στρογγυλή ράβδος Σουτσιάρι = στρυφτό
Σουτσίτου = περιτριγυρισμένος

Σούφλ(ου) = φυσώ, Ο Νικολαϊδης υποστηρίζει ότι παράγεται από το λατινικό «suflo», ενώ η λέξη είναι ομηρική! Παράγεται από την ομηρική λέξη «άελλα» = «σαFελλα» = «σαφέλλα» = ανεμοστρόβιλος, που ταυτίζεται στην ελληνική παράδοση με ψυχή: «επεί άρ τμάγεν, ύψι δ’ άελλα = και ψηλά ο ανεμοστρόβιλος κάτω από τα σύννεφα», Ιλιάς, Π,374
Σουφλάτ΄, ασουμφλάτ΄= φυσημένος, φουσκωτός ,πρησμένος Σούφλιτου =ψυχή
Σουφρ΄ντζιάουα = φρύδι Σουφρέλου =τραπέζι χαμηλό Σουφρουσέσκου, = σουφρώνω σουφρουσίτ΄= σουφρωμένος Σουφροσίρε =κλοπή,υπεξαίρεση σουχάτζ = αιμορραϊδες
Σπάγγου = σπάγγος
Σπάθα, Σπάτα= σπαθί,ξίφος,σπάθη αργαλειού Σπάλα = ωμοπλάτη

Σπάνου ,Σπέ:νου= Σπανός Σπανάκου = σπανάκι Σπαράνγκα = σπαράγγι Σπάργανου = σπάργανο Σπασμό = σπασμός Σπάστρα = πάστρα Σπαστρέσκου = καθαρίζω Σπάταλου =σπάταλος Σπανόλου, Σπέ:νου = σπανός Σπέλου = ξεπλένω
Σπηλάτα = ξεπλυμένη Σπηλιάουα =Σπηλιά Σπίθα = σπίθα
Σπιλάρι,Σπιλάρε = ξέπλυμα Σπιλάτου = Ξεπλυμένος Σπιλάτουρ = πλύμα , άπόπλυση Σπίντζουρ΄ = κρεμώ Σπιντζουράρι = κρέμασμα
Σπιντζουράτου,α,ου = κρεμασμένος,η ,ο Σπιούνου = κατάσκοπος
Σπιουνλίκε = κατασκοπεία Σπιρλουγκέσκ(ου) = μακρύνω,φαρδένω Σπιρλουνγκίρε = φάρδεμα , μάκρεμα
Σπιρλούνγκου = πανύψηλος

Σπιρλουντζίτου =ψηλός

Σπίρτου = σπίρτο ,πνεύμα,οινόπνευμα Σπιτάλε = νοσοκομείο
Σπίτσα = ακή,άκρο, στάχυ Σπιτσαρία = φαρμακείο Σπιτσέρου = φαρμακοποιός Σπλήνα = σπλήν
Σπόγγου = σπόγγος, Ομηρική λέξη. Ιλιάς Σ, 414 Σπολάετι = (εις πολλά έτη) να ζήσεις, ευχαριστώ Σπόρου = σπόρος, Ομηρική λέξη. Ιλιάς Σ, 490 Σπουδ΄ξίρε =σπούδαγμα
Σπουδ΄ξίτου,α,ου = σπουδαγμένος,η,ο Σπουδίϊ =σπουδή
Σπούλμπιρου = τινάζω την σκόνη Σπουλμπιράρι =τίναγμα Σπουλμπιράτου = τιναγμένος Σπουμου, σπουμέτζου =αφρίζω Σπούμα =αφρός
Σπουμάρι =άφρισμα Σπουμάτου = αφρισμένος
Σπουνεάρι = μαρτυρία,κατάδειξη,δείξιμο Σπούνου = μαρτυράω,δείχνω,
Σπούνου =διηγούμαι

Σπρούνα , σπούρα,τσ΄νούσι =στάχτη

Σπρουνέτζου = σταχτώνομαι

Στάλου = η υπό την σκιά στάση διακοπής βοσκής κοπαδιού το καλοκαίρι
Στάμνα = στάμνα Στάνι = μαντρί
Στάου = κάθομαι,μένω

Στάμμπα, τιπουγραφίου = τυπογραφείο,στάμπα Σταμπουσέστου = τυπώνω
Στατίρε ,καντάρε = στατήρας,ζυγός Στέ:νγκου= αριστερός
Σιτζούτου = καθισμένος Στ΄μπουσίτου =τυπωμένος Στ΄μ΄ρία = Παναγία
Στ΄μ΄τσέστου =εμποδίζω,σταματώ,παύομαι Στ΄μ΄τσίρε =σταμάτημα
Στ΄μ΄τσίτου = σταματημένος ,απολυμένος Στ΄τούτου ,σιτζούτου = καθισμένος Στεάουα =αστέρι
Στεάου=αστέρι

Στεάρπα = στέρφα (επί ζώου άγονου) Στενοχωρίε=στεναχώρια
Στεναχωρίϊ =στεναχώριες

Στέ:ι = κάθησε,σταμάτα,στάσου

Στένγκ΄= αριστερά (ντι να στένγκ΄= από αριστερά)

Στεργιουσίτου =στερεωμένος

Στεργιουσίτς =στερεωμένοι επί νιόπανδρων

Στέρπου = ευνουχισμένος,στείρος, (από την ομηρική λέξη
«στείρη» από την οποία παράγεται η λέξη «στέριφος») Στησέστου= βάζω στη θέση,τοποθετώ
Στιού = ξέρω Στιάρι =γνώση Στίβα = σωρός Στίγκουρ΄= στύβω
Στικ΄τοάρι =στραγγιστήρι Στικό:ρου =στραγγίζω Στικουράρι =στράγγισμα
Στιούτου =σοφός,γνώστης,ειδήμων Στιρπάρου = βοσκός των στέρφων Στιρπουέστου= στειρεύομαι,γίνομαι άγονος Στίσμα,μούρ΄= κτίσμα ,τοίχος Στισμουσέστου= περιφράσσω με τοίχο Στισμουσίτου =περιτοιχισμένος,εντιχοισμένος
Στιφάνεα ή κόθουρου = ξύλινο στεφάνι λαιμού ζώου για κυπριά ή κουδούνια.
Στίχου =στίχος

Στουλσέστου = στολίζω,κοσμώ Στουλσίτου στολισμένος
Στουμάχια ή στουμάχου = στομάχι, Ομηρική λέξη «στομάχοιο». Ιλιάς Γ, 292

Στούμμπου =γουδοχέρι Στουμμπουσέστου = στουμπίζω Στουπίϊ = στουπί
Στούπου = κυψέλη, Από τη ελληνική λέξη «στύππη» ή «στυππίον», κατά τον Ησύχιο
Στουπουτόρ΄= στύφτης Στουπουτόρου = στούπωμα
Στουρνάρεα ή Στουρνάρια = στουρνάρι, παράγεται από το ρήμα
«στόρνυμι» ή «στορέννυμι» (μεσαιωνική λέξη «στόρνυμαι» =εξομαλύνω). Από το ρήμα αυτό παράγεται και το «στορύνη» (=χειρουργικό εργαλείο με οξεία αιχμή) και η λέξη «στορεύς –έως» (= παραγωγή πυρός με την τριβή).

Στόφα = ύφασμα Στουφουτόσου ,δασύς,πικνός
Στουχινάτου = δυστυχής ,φτωχός Στρα:αούσιου =πρόπαππος Στράνιε = ρούχο
Στράνιϊ =Ρούχα Στρ΄γγ΄λσέστου = στραγγαλίζω
Στρ΄κέστου = αποβάλλω,στερεύω,απόρριψις κατά την πρόωρη γέννα επί ζώων
Στρ΄κίτου = στερευμένος (σιόπουτου σ΄στρικί= η βρύση στέρεψε) Στρ΄μμπ΄τάτι = διαστροφή
Στρ΄μμπ΄τόσου =στραβός,διεστραμμένος

Στρ΄μμπάτου = στραβομμένος

Στρ΄νούτου,στ΄ Στρ΄μμπουρνούτου,στιρνουτέτζου=φταρνίζομαι Στρ΄όκλιου = αλλήθωρος
Στ΄τιάρι = καθισιό

Στρέμμπου = άδικος ,στραβό,στρεβλώνω Στρέσου = σφικτός, τσιγγούνης, φυλάργυρος

Στριάχα =το γείσο, άκρο της στέγης Στρίνγκου =σφύγγω
Στρίγκου = κραυγάζω,τσιρίζω Στριγκάρι =κραυγή, Στριγκλεάτα =σταγγιχτό τυρί
Στριμουξέστου = στρυμώγνω,πιέζω Στριμουξίτου = στρυμωγμένος Στριμτέτζου = στενεύω Στρίμτου = στενός
Στριμτούρα = στενότητα,στένωση Στρίνγκου = σφίγγω
Στρίντζίαρι= σύσφιξη, Στριξέστου,αστριξέστου =συναινώ Στρόπου = κοντάρι Στρουνγκουέστου = ροκανίζω Στρούνγκα = στρούγκα
Στρουχέστου = τροχίζω

Στρουχίτου =τροχισμένος

Στρουφκισέστου = κωλυκόπονος

Στρόφου = κωλυκός (επί κατάρας :στιακάτς΄στρόφου –να σε πιάσει κωλυκός) Ο Αριστοφάνης («Θεσμοφοριάζουσες», 484, αναφέρει: «στρόμφος μ’ έχει την γαστέρα»

Στριμουξέστου = στρυμώγνω,πιέζω Στριμουξίτου = στρυμωγμένος Συλλαβίϊ = συλλαβή Συλλσβισέστου = συλλαβίζω Συλλουσέστου =συλλογούμαι
Συλλουσίτου = συλλογισμένος ,σκεπτικός Συμμαθητίλου =συμμαθητής
Συμβουλίϊ = συμβουλή Συμβουλιψέστου = συμβουλεύω Συμφωνησέστου = συμφωνώ Συμφωνησίτου= συμφωνημένος Συμφωνίϊ = συμφωνία Συνηδησίϊ = συνείδηση Σύνουδου =σύνοδος
Σύνουρου = όριο ,σύνορο Συνουριψέστου = συνορεύω Σύνταξίι = σύνταξη
Σύρμα = σύρμα Σύρτου = σύρτης

Συστ΄σίϊ = σύσταση

Συστησέστου =συστήνω,συνηστώ Συχαρίκι = συγχαρίκια
Σφ΄ρλίτσιου = γδουπόξυλο βουτύρου Σφ΄ρνουτσέλου = σπυράκι,εξάνθημα Σφήνα = σφήνα
Σφηνουσέστου = σφηνώνω Σφηνουσίτου = σφηνωμένος Σφούλγκου,κιραυνόλου = κεραυνός Σφούλτζιρ΄= αστραπή
Σφούνγκου = σφουγγάρι Σφουνγγαρισέστου = σφουγγαρίζω Σφουνγγαρισίρι = σφουγγάρισμα Σφούρλα = σβούρα
Σφρεάντινου = οξής πόνος Σχίμα = σχίμα
Σώνι = τέλος Τ.
Τ΄,τα, ατά = δικήσου(κ΄τα΄ατάουα = προς τη δική σου) κ΄τιού νέτζ΄= προς τα πού πας;
Τ΄βέλου = ταβάς Τ΄βάνι = οροφή,ταβάνι Τ΄ξίτου =ταγμένος

Τ΄λάρου = κάδος συνήθως ξύλινο για μούστο κλπ. Από την ομηρική λέξη «τάλαρος»: «πλεκτοίς εν ταλάροισι φέρον μελιηδέα καρπόν =σε πλεκτά καλάθια καρπούς γλυκούς», Ιλιάς, 568,
«πλεκτοίς εν ταλάροισι αμησάμενοι κατέθηκεν = σε πλεκτά τυροβόλια έβαλε», Οδύσσεια ι, 247
Τ΄πουά:ρα΄=τσεκούρι Τ΄πουρούστι =στειλειάρι Τ΄λιάρι = κόψιμο Τ΄λιάτου =κομμένος
Τ΄λιατούρ΄= λεπίδα κοφτερό μέρος Τ΄μμπάρι = κάπα
Τ΄μπ΄νάρου =τυμπανιστής Τ΄ράφια =διαμέρισμα,ταράφι Τ΄ρκουλέστου = κατρακυλώ Τ΄ρκουλίρι = κατρακύλισμα Τ΄ρούστια =στάνη
Τ΄ψίϊ = ταψί

Ταϊγιανίσμου = τα αγιαννιού Τάγμ΄= τάξιμο,τάμα
Τάκου = σιωπαίνω ,παύω(τάτς τίνι ιέστ νιϊκου νίνγκα =πάψε εσύ είσαι μικρός ακόμα)
Ταλαγάνου, μαλιότου = μανδύας βοσκών κάπα Τάλιου = κόβω
Ταμάμ = ακρυβώς
Ταμαχιάρου = φυλάργυρος Ταμπουρέλου = ταμπουράς

Ταμπάκου = καπνός για τη μύτη Ταμπιέτι = συνήθεια
Ταμπούρε = τάγμα(του Διάκου το ταμπούρι) Τάρου ,γουμάρου =γαϊδούρι
Ταρταμπίκου =κοριός

Τά σι , τρα σ= τελικός, ίνα,ώστε

Τάτι = πατέρας, . Εκπληκτική είναι η διαπίστωση ότι η λέξη είναι ομηρική! «Φοίνιξ, άττα γεραιέ παλαιγενές = Φοίνιξ, σεβαστέ μου πατέρα», Ιλιάς Ρ, 561.
Τατσέ = γιατί Ταχυνά = αύριο Τεάκ΄= θήκη
Τέλια = τέλι συρμάτινο Τεμπέλου = τεμμπέλης Τέμμπλου = τέμπλο Τένντ΄(α) = τέντα Τεργισέστου =τεργιάζω Τεργισίρι =τέργιασμα Τεργισίτου =τεργιασμένος Τετράντιου =τετράδιο
Τερτίπε = σχέδιο,τρόπος,σύστημα Τέσου = τεντωμένος,ξαπλωτός Τέ:ρτς = πίτυρα,πίτουρα
Τέ:ρτσιου,αμ΄νάτου =όψιμος στη γέννα

Τέτα = θεία

Τετράγουνου = τετράγωνο Τέχνια =τέχνη
Τιτσεάρι = σιωπή,σιγή Τζ΄μ΄ντάνου = γελέκο Τζ΄νούκλιου = γόνατο
Τζάκου = άρρωσταίνω (δεν το άκουσα στο Αργυροπούλι) Τζάμα = ζωμός
Τζάντ΄= δάδα,δαδί προσάναμα Τζάτσι =δέκα
Τζεάμπα = τζάμπα

Τζεάν΄= λόφος ,βουνό ,βλεφαρίδα

Τζένιου = στένω (δεν ακούστηκε στο Αργυροπούλι) Τζέ:κου = λέγω
Τζέρου = τυρόγαλο Τζιάμι =τζάμι Τζιάμινου =δίδυμος
Τζιάν΄= νύφη Βλάχικης μυθολογίας(Αρτεμις)

Τζιάπι = τσέπι Τζιάτζιτου =δάκτυλο
Τζίνιρι =κουνιάδος (σε άλλες περιοχές γαμβρός) Τζίντα =νεράϊδα του βουνού
Τζιντζίϊ = ούλο

Τζίντζιρου = τζίτζικας

Τζιόϊ =Πέμπτη, (ημέρα του Διός, από το «Ζευς – Διός»)

Τζιόνι = παλληκάρι ,ανδρείος(επί χαριεντισμού τζιόνι ντι τζιουνιάπινι κούρου λουάϊ κα πιάπινι)
Τζιούγκου = ανηφοριά,πλαγιά όρους Τζιόκου =χορός,παιχνίδι
Τζιούμα = κορυφή Τζιουμιτάτι = ήμισυ,μισό
Τζιουνάτικου = ανδρεία, γενναιότητα Τζιούνγκλιου = πόνος κέντρισμα,σφάχτης Τζιουνεάμι = νεολαία,νεότητα,ανδρεία
Τζιουνιάπινι = είδος κέδρου (επί χαριεντισμού τζιόνι ντι τζιουνιάπινι κούρου λουάϊ κα πιάπινι)
Τζιουντέτσου = δικαστής ,δικαστήριο Τζιούντικου = δικάζω, συζητώ κρυφά,σχολιάζω Τζιουντικάτου = δικασμένος ,συζητημένος Τζιουντικάτα = δικασμένη, δίκη, σχολιασμένη Τζι:ούρ΄, αντζιούρ΄= ορκίζω ,βρίζω
Τζιουράτου , αντζιουράτου = ορκισμένος Τζιούστα = ορθώς,ακριβώς
Τζιράχου = χειρουργός Τζιριμισέστου = επιβάλλω πρόστιμο Τζιτζβί = μπρίκι
Τζιντζιράτου = παγωμένος

Τζούα = ημέρα( επί κατάρας: τι κάπου αλούϊ στι τζούα αλούϊ=το επί της κεφαλής του και ημέρας κακό))
Τηγάνεα = τηγάνι Τηγ΄νεάουα = τηγανιά Τηγ΄νισέστου = τηγανίζω Τηγ΄νσίτου = τηγανισμένος Τηλέγραφου = τηλέγραφος
Τηλιγρ΄φισέστου =τηλεγραφώ Τηλιγρ΄φισίρι = τηλεγράφηση Τηλιγρ΄φισίτου =τηλεγραφημένος Τηλιγραφιτσίλου = τηλεγραφητής Τιάφι = θειάφι
Τίγρια = τίγρη Τιλιάλου = ντελάλης
Τίλιου = τίλιο, φλαμούρι Τιμάρι = κτένισμα αλόγων Τιμόνεα = τιμόνι ,πηδάλιο Τιμπισίρι = κυμωλία Τιμπουρίϊ =πρόωρη γέννα Τίνι = εσύ
Τινικέου = τενεκές

Τίνερου = νέος ,μαλακός ,τρυφερός Τινεριάτσα = νεότητα
Τινντεάρι = ξάπλωση

Τίντου = απλώνω Τινσέστου = τιμώ Τινσίρι = εκτίμηση Τινσίτου = τιμημένος Τιντζέρου = τέντζερης Τιργιακίου = εραστής Τιτσέ ,κατσέ = γιατί Τιχνίτου = τεχνίτης
Τοάκα ,το:κα = σήμσντρο, χειραψία Τουάμνα =Φθινόπωρο
Τοάνα = βροντά

Τόκου = σήμαντρο,τόκος Τόμου = τόμος
Τόπα= σφαίρα ,τόπι

Τοπάλου, σκλιόπου = χωλός ,κουτσός Τό:ρκου = γνέθω
Τό:ρου = στρέφω, γυρίζω(προστακτική του ρήματος η πρώτη βλάχικη λέξη σωζόμενη από τον Νεοφύλακτο και που επρόφερε Βλάχος το 579 μετά Χριστόν—(τόρνα φράτρε)-
Τόρσου = γνεσμένος Τότ΄ινα = πάντοτε,συνέχεια Τότουνα = πάντοτε
Του = δια,για (ταξιδιψέστου πι του αμάρε =ταξιδεύω δι θαλάσσης) Τουάμνα = Φθινόπωρο

Τουαμνουρέστου = Φθινοπωρινός Τουκάρι = προσκαλώ δια του σημάντρου Τουκέστου = λυώνω
Τουκιάρι = λυώσιμο Τουκίτου = λυωμένος Τουλούμμπα,Φόλιου = ασκός Τούμπα = ύψωμα, τύμβος Τούμσου = κουρεμένος Τούμτσια, ατούμτσια = τότε Τουνντιάρι = κούρεμα Τούνντου = κουρεύω
Τουοάρα = στην ώρα , αμέσως Τράστου = τρουβάς
Τούρλου = τρελλός Τούρμα,κουπίϊ = ποίμνη
Τουρμπάτου =σαλεμένος,λυσσασμένος

Τούρνα = τούρνα,είδος ψαριού συναντάται στο ποτάμι Μάτι Αργυροπουλίου
Τουράρι = γυρισμός,επιστροφή Τουράτου = γυρισμένος, χυμένος Τουρτούρα = τρυγώνι Τουρτσεάρι = γνέσιμο
Τούσι = βήχας Τουσέτζου = βήχω

Τουτούνι = καπνός Τούτου = όλος, ολόκληρο
Τούφ΄= δέσμη λουλουδιών

Τράνγκου = τραβώ,σύρω,ανέχομαι ,υποφέρω Τράμ΄= υφάδι
Τράμμπα = ανταλλαγή Τραννταμπότανου = τριανταβότανο
Τρανντουσέστου = τραντάζω ,σείω,σαλεύω Τραντουσιάρι = τράνταγμα
Τρανντουσίτου = τρανταγμένος Τράπου = χαραδρα,τάφρος,χαντάκι Τράπτου = τραβηγμένος
Τράστηρου =σακίδιο.Κατά τον Ησύχιο, η λέξη έχει ελληνική ρίζα.
Διασώζει τη λέξη «δράστης = κοφίνι, από το ρήμα «δράσσω» = περιλαμβάνω

Τράστου = τρουβάς Τρατσέ = γιατί
Τραχανά = τραχανάς, «τράχανον» =λίχνευμα από σιτάρι και γάλα.
Τρεάμπουρ΄ου = τρέμω Τρέι =τρία
Τρεϊτζάτς =τριάντα Τρεϊσπρ΄τζάτσι =δέκα τρία Τρέκου = περνώ,διάγω ,ζω Τρ΄τζιάρι = τράβηγμα,έλξη

Τριαντάφυλλου = ρόδο Τριανταφυλλιάου = τριανταφυλλιά Τρίϊρρου,τρίγιρου = αλωνίζω Τριϊράρι= αλώνισμα
Τριϊράτου = αλωνισμένος Τρικούτ΄= περασμένος Τριμηνίϊ =τρίμηνο Τριμούρα=τριμούρα,σεισμός Τριμμπουράρι = τρέμουλο Τριμμπουράτου = τρομαγμένος
Τριστεάλα = ντριστέλα , νεροτριβή Τριτσεάρι = πέρασμα
Τριφύλλιου = τριφύλλι

Τρόπου = τρόπος ,διαγωγή +++++

Τρουμπάρε =λύσσα, μανία Τρουμμπέτα =τρομπέτα,σάλπιγγα Τρούμπου =λυσσάω
Τρούπου = σώμα Τρούσα,ουμπόρου = αυλή Τρουχόλου = τροχός
Τσάϊ ε = νήμα,μασούρι Τσακμάκου = τσακμάκι

Τσακατατέσκου= χτυπώ, κρούω, συγκρούω. Από τη βυζαντινή λέξη (Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος) τσουκανίζω. Από το ρήμα αυτό προφανώς παράγεται και η λέξη «τσόκου» = σφυρί
Τσά:λπα = τσίμπλα Τσαλπνόσου = τσιμπλιάρης

Τσάλ= του (άκλητο, τσαλ Νάσιου =η σύζυγος του Νάσου, Νάσαινα)
Τσανγγάρου =τσαγγάρης Τσανγγαρσούλα = τσαγγαρσούλι Τσάπου = τράγος
Τσαπουρνεάο = τσαπουρνιά

Τσάρκου = καλυβάκι νεογνών κατσικιών,αρνιών Τσάσου,ντσάσου΄= υφαίνω
Τσαχτισέστου = σαστίζω,εκπλήττομαι Τσ΄ένου = κρατώ
Τσ΄ενεάρι = πιάσιμο,κράτηση Τσ΄έ:τσα = μαστός , βυζί Τσ΄ετσόσα = βυζαρού Τσ΄κ΄μάκου = τσακμάκι Τσ΄κ΄τίτου = βαρεμένος Τσ΄νγγάρου = υποδηματοποιός Τσ΄νγγ΄ρσούλα = τσαγγαρσούβλι Τσ΄νούσια =στάχτη Τσ΄νουσιάτου =αποτεφρωμένος

Τσ΄νούτου = κρατημένος Τσ΄ρούχε ΄= τσαρούχι Τσ΄ρουχέλου =τσαρουχάς Τσ΄σούτου = υφασμένος
Τσ΄τσόσου = βυζαρού,μεγάλα βυζιά Τσ΄τσουέστου = θηλάζω,βυζαίνω Τσεάϊ = τσάϊ
Τσεάρα = κερί

Τσεάρκου = σκανδάλη όπλου Τσεάτσιρι = ρεβίθι
Τσεκα = μολονότι,αν και Τσελεπίου =ευγενής Τσελίϊ = κελλί
Τσέλνικου = τσέλιγγας,αρχηγός Τσέρκιου = τσέρκι,στεφάνι βαρελιού Τσέρμπου = ελάφι
Τσέρου = ουρανός, ζητώ,απαιτώ Τσέρου, ντσέρου = κοσκινίζω Τσεσίτου = κατάσκοπος
Τσέτσα =βυζί ,μαστός Τσι ,τσέ = τι ερωτηματικό Τσιάσκα = καφόμπρικο Τσιάπα = κρεμμύδι
Τσιάρα = κερί

Τσιάφου = πάχνη Τσιβά = τίποτα
Τσιβικουσέστου =προσαρμόζω Τσιβικουσίρι = προσαρμογή Τσιβικουσίτου =προσαρμοσμένος Τσιγ΄ρίδα = τσιγαρίδα κρέατος Τσιγ΄ρσέστου = τσιγαρίζω Τσιγ΄ρσίρι = τηγάνισμα Τσικ΄λέστου = φλυαρώ
Τσικ΄μιτζί = συρτάρι Τσι καρά =τι και αν
Τσικνουσέστου = τσικνίζω Τσικόρα = ραδίκι
Τσιλίκε = τσιλίκι παίγνιο παιδικό βέργας Τσιλιμάνου = μωρό,παιδί
Τσιμπούκου = τσιμπούκι Τσινγγέλε =τσιγγέλι Τσίνου,ντσίν΄= δειπνώ Τσινάρι = δειπνείν
Τσίνγγου = τσίγγος, ζώνομαι Τσινγγρουσέστου = τσιγγρίζω Τσινγγρισίτου = τσουγγρισμένο Τσινεάρι =πιάσιμο ,κράτηση
Τσίνε = ποιος ( τσίνε βίνι; Κάϊ βίνι;)

Τσινούσια = στάχτη

Τσινουσέτζου =κάνω στάχτη,αποτεφρώνω Τσινουσιάτου = αποτεφρωμένος Τσιντζάτσι = πενήντα
Τσίντσι =πέντε

Τσιόκου = σφύρα,σφυρί, (από την αρχαία ελληνική λέξη
«τυκάνιον» και το βυζαντινό ρήμα «τσουκανίζω») Τσιόρμπα = σούπα,ζωμός
Τσιότρεα = = ξύλινο αγγείο ως φιάλη (από την αρχαία ελληνική λέξη «κότυλος» ή «κοτύλη»
Τσιουάρα = κλωστή Τσιούκα =κορυφή λόφου
Τσιουκουτίτ΄= ευνοχισμένος (επί ζώων,τράγων κλπ) Τσιουκουτέστου = κρούω, κοπανώ
Τσιούνγγου = ανάπηρος Τσιουντάσου = θαυμαστός Τσιτσιόρ΄(ου) = πόδι
Τσιούκα = κορυφή λόφου ή βουνού

Τσιουκουτέστου = κρούω κτυπώ και κάνω κομμάτια Τσιουνγκουτίτου = ευνουχισμένος
Τσιουντιόσου = θαυμαστός Τσιντουσέστου = θαυμάζω Τσιντουσίρι = θαυμασμός Τσιουντισίτου = έκπληκτος

Τσιπούνιου = σκούτινο τσιπούνι Τσίρου = κόσκινο
Τσιράκου = βοηθός μάστορα,τσιράκι Τσιράπου = φούρνος
Τσιρδάκου = τσαρδάκι Τσιρέσου = κερασιά Τσιριμόνιϊ = κομπλιμέντα Τσιρισιάρου = Ιούνιος Τσιρνούτου = κοσκινισμένος
Τσιρτσέλου= καπάκι με αναμμένα κάρβουνα για το ψήσιμο πάνω από ταψί με πίτα συνήθως. Σε άλλα μέρη και σκουλαρίκι.
Τσισπρ΄τζάτσι = δέκα πέντε 15 Τσιουάρα = σχοινί
Τσιούμα = τούφα μαλλιού

Τσιουμάκα = γκλίτα, ράβδος ποιμενική Τσιουμπουρίκα =θυμάρι
Τσιούπου = μωρό ,βρέφος Τσιχτισέστου =σαστίζω,εκπλήττομαι Τσιχτισίρι = έκπληξη
Τσιχτισίτου = έκπληκτος Τσουτσουλιάου = κορυδαλός Τύλου = κάνουλα βαρελιού. Τύπου = τύπος
Τυπουγραφίϊ = τυπογραφείο

Τυπουσέστου = τυπώνω Τυπουσίτου = τυπωμένος Τύραννου = τύραννος Τυρανίϊ = τυραννία Τυραννισίρι = βασανισμός Τυρανισίτου = βασανισμένος Τύφου = τύφος
Τύχι =τύχη Τυχηρό = τυχερός
Τυχησέστου = τυγχάνω,συναντώ κατά τύχη Τώρα και αμού = τώρα
Υ.

Υγιένα= υγιεινή Υγρασίϊ = υγρασία Υπόθισι = υπόθεση Υπόληψι = υπόληψη Υπόσχισι = υπόσχεση
Υπουγραφίϊ = υπογραφή Υπουγρ΄ψέστου = υπογράφω
Υπουγρ΄ψίτου = υπογεγραμμένος Υπουκείμινου = υποκείμενο,άτομο Υπουκρισίϊ = υποκρισία Υπουκρίτου = υποκριτής Υπουμουνίϊ = υπομονή

Ύπουπτου = ύποπτος Υπουψίϊ = υποψία Υπουργόλου =υπουργός Υπουργείου = υπουργείο Υπουσχισέστου = υπόσχομαι Υπουσχισίτου = υποσχημένος
Υπουχουνντρίλιϊ = υποχοντρία Υπουχόνντρου =υποχόντριος Υπουχρέουσι =υποχρέωση Υπουχριουσίτου = υποχρεωμένος Υπουχριουτικό = υποχρεωτικό Ύψου =γύψος
Ύψουμα = αντίδωρο Φ.
Φ΄ντάνα = πηγή Φ΄νντ΄σίτου=φαντασμένος Φ΄ντ΄σίϊ =φαντασία Φ΄ντέ:να =πηγή
Φ΄ρ΄= δίχως,χωρίς( βας νιάγκ΄ φ΄ρ΄ντι νόϊ=θα πάει χωρίς εμάς)

Φ΄ρίνα = αλεύρι(αντούσι φ΄ρίνα ντι λα μουά:ρ΄=έφερε το αλεύρι από τον μύλο)
Φ΄ρμ΄κάρι = φαρμάκωμα,δηλητηρίαση Φ΄ρφ΄ρέστου = φλυαρώ
Φ΄ρτάτου = μπράτιμος

Φ΄σούλιου = φασόλι

Φάβα =φάβα, Ο Ησύχιος σημειώνει «έτνος, ο νυν φάβα και ιδιώται και αγροίκοι ονομάζουσι»
Φάγκου = οξυά Φάκου = φτιάχνω
Φαλιουρισέστου = χρεωκοπώ Φαλιουρσίρι = χρεωκοπία Φάνια = εμφάνιση
Φάπτου =γινομένος,γεννημένος,χεσμένος Φάρμακου =φαρμακο,φαρμάκι, δηλητήριο Φιάρικα = φτέρη
Φιάτα = κορίτσι,κοπέλα

Φιγουράτου = φυγουράτος,εντυπωσιακός Φιλισέστου =ωφελώ
Φιλισίρι =ωφέλεια

Φιλίϊ =Φιλία, αγάπη και μερίδιο,φλούδα Φιλιψέστου = φιλεύω
Φιλόλογου =φιλόλογος Φιλολογίϊ = φιλολογία
Φιλόνια = φιλόνι, περίβλημα του ιερέα όταν λειτουργεί. (από την αρχαία ελληνική λέξη «φαινόλης» = μανδύας)
Φιλόσοφου = φιλόσοφος Φιλοσοφίϊ = φιλοσοφία Φιλότιμου = φιλότιμος,φιλότιμο

Φιλοτιμίϊ = Φιλοτιμία Φιλουνικισέστου =φιλονικώ Φιλουνικίϊ =φιλονικία Φιλουριάουα = φλαμούρι,τίλιο Φινγγίτου =φεγγίτης
Φιντάνι = βλαστός,φιντάνι Φιτίκα = κοριτσάκι Φιόνγκου = φιόγγος
Φιρίτα και αφιρίτα =προφύλαξη Φιρμίτου = ζυμώνω
Φιρμιτάτου = ζημωμένος Φιτάλιου = καιρός γέννας ζώων Φιτσιάρι = φτιάξιμο , κατασκευή Φιτσιόρου (λου) = αγόρι,παιδί Φιτσιουράκου =παληκάρι,νεανίας Φλάμπουρου = σημαία Φλάσκουτ΄ = μπάτσος
Φλιάμ΄, πύρ΄= φλόγα

Φλίτουρα = πεταλούδα ,ψυχή, . Ο Νικολάϊδης αναφέρει ότι παράγεται από το λατινικό flutulus, αλλά η λέξη είναι ομηρική. Βλέπε «σουφιλίνε» ή «σουφλίνε» ή «σούφλουτου» = ψυχή ή
«σαFελλα» = ανεμοστρόβιλος. Ιλιάς Λ, 297 και Π, 374. Επίσης, βλέπε και Ιλιάδα, Ν 84, όπου για την «ψυχή» υπάρχει και η λέξη
«ήττορ» = καρδιά, η οποία παράγεται από τη ρίζα «αFεττορ»

Φλόκου = κρόσι

Φλόρου = ξανθός, λευκός Φλουϊάρα= φλογέρα ,αυλός Φλουρίϊ = φλουρί χρυσό νόμισμα
Φουάλι, φουάλια, φόλιου = τουλούμι, κοιλιά, ασκί, Ο Νικολαϊδης ισχυρίζεται ότι παράγεται από το λατινικό «follis», ενώ η λέξη έχει τις ρίζες της στην ομηρική γλώσσα. Παράγεται από το «αιόλλω» = (αιόλλη = αιFολ) = κοιλιά: «ένθα και ένθα αιόλλη» = γαστέρα κινεί από εδώ και από εκεί», Οδύσσεια υ, 27. Υπάρχει και η ομηρική λέξη «αποφώλιος», που σημαίνει «κενός». Οδύσσεια ξ, 212
Φουάμι = πείνα Φουάρτικα =ψαλλίδι
Φουγγάρου = φουγάρο.καπνοδόχος

Φούγκου = φεύγω, Ο Νικολάϊδης σημειώνει ότι παράγεται από το λατινικό fugio, αλλά η λέξη είναι ομηρική. Παράγεται από τη λέξη
«φύζα» (φυγjα) = φυγή: «θεσπεσίη έχε φύζα= σύντροφο είχε της φρικτής φυγής», Ιλιάς
Φούγκα =φυγή Φουγκάτου = φευγάτος Φουλιάου = φωλιά
Φουλϊίκου = μικρό ασκί Φούμου = καπνός Φουμιάλια = οικογένεια Φούνι = σχοινί,τριχιά Φούρ =κλέβω Φουρίγκ΄= μυρμήγκι
Φούρκα = ρόκα, φούρκα ,δίκρανο

Φούρου (λου) = κλέφτης

Φουρτίϊ = Φορτίο Φούσου = αδράχτι Φουτιάρι = γαμήσι Φούτου = γαμώ Φουτούτ΄= γαμημένος
Φράτι = αδερφός, Ο Νικολαϊδης σημειώνει ότι παράγεται από το λατινικό «frater», αλλά η λέξη είναι καθαρότατα ομηρική! Παράγεται από τη λέξη «φράτρα» = αδελφός: «ως φρήτρη φρήτρηφιν αρήγη =να βοηθάει ο σπιτικός τον σπιτικό=, Ιλιάς Β, 362 και 363
Φρέκου = τρίβω Φρέμπτου = σπασμένος Φρέ:ντζα = φύλλο
Φρίγκου = ψήφρικός΄ ψήνω

Φρίκα = Φόβος,φρίκη, Η λέξη έχει ομηρική ρίζα: «οίη δε Ζεφύροιο εχεύσατο πόντο έπι φριξ = ο Ζέφυρος όταν σηκώνεται και σκουραίνει (απλώνεται φρίκη) στο πέλαγος», Ιλιάς Η,63
Φρικόσ΄ου = δειλός, φοβητσιάρης( ως άνω) Φρίπτου = ψημένος
Φριψίτ΄(ου) =ψημένος ,η,ο

Φυρίδα = παράθυρο = λιγοστεύω (από την ελληνική λέξη «Φυρίζω») Φυρισέστου(κου)
Φώκου =φωτιά Φώλιου = φώλι αυγό
Φωτίκια = τα δώρα του νονού κατά το βάπτισμα. Παράγεται από το ρήμα «φωτίζω» =δίνω φως.
Χ.

Χ΄ρ΄γίϊ = Ξημέρωμα Χ΄ρ΄σίτου = χαρούμενος Χαλέϊ = απόπατος wc Χαράου = χαρά
Χάρπια =φλέμα

Χάψα = χαψιά, Από το ρήμα «χάπτω» = ανοίγω το στόμα μου χάσκου= χάσκω
χεράρου = σιδηρουργός χεριστίλου = Ιούνιος χέρμπου ==βράζω χέρου = σίδηρος χέρτου = βρασμένος
χηκάτου(χηπάτου) = συκώτι από τη λέξη «(h)ήπαρ» χήνια =χήνα
Χί = είσαι

Χιάβρα =αρρώστια Χιβρέστου =αρρωσταίνω Χιβρίτου = άρρωστος Χίγκου = χώνω
Χίκου = συκιά Χίκα = σύκο

Χίλια, χία =θηγατέρα

Χίλιου = γιος, Ο Νικολαϊδης επισημαίνει ότι και οι δύο αυτές λέξεις παράγονται από το λατινικό «filia» και “filius” αντίστοιχα. Ωστόσο, η λέξη απαντάται σε μυκηναϊκές πινακίδες ως «ijo (ijw), huios!
χίλιου = βαπτισιμιός , γιός Χιμ΄νίκου = καρπούζι
Χίμα =χύμα, (από την ελληνική λέξη «χύνομαι») Χιμουσέστου = εξωρμώ
Χιμουσίτου =εξωρμημένος

Χίου, ή χιού έστου = είμαι, υπάρχω Χίπτου = χωμένος
χιριτισέστου(κου) = χαιρετώ χιράρου = σιδηρουργός
Χίρου =νήμα,κλωστή Χιρμπεάρι = βράσιμο
Χίτς = ουδόλως,καθόλου Χνοάτιλι= χνότα,
Χουάρα = χωριό, χώρα

Χουέσκου = μαλώνω =χουζουρευμένος,αναπαυμένος Χούϊ = κακή έξη ( από το τουρκ.(hui)
Χουζουριψίτου = χαλαρός, χουζουρεμένος Χουλέρεα =πανώλη, χολέρα
Χουλέτζου = υβρίζω, βλασφημώ Χουλίε = χολή

Χουλουσέστου = χολώνω, Χουλουσίτου =χολωμένος, θυμωμένος Χουνίε = χωνί
Χουνιψέστου = χωνεύω Χουνιψίτου = χωνευμένος Χουντόσου = βαθύς
Χουνντράτα =συμβόλαιο, χονδράτο Χουργιανίτου = συμπολίτης Χουργιάτου = χωριάτης ,απολίτιστος Χουργιάτς =χωριάτες
Χουρμέλου = χουρμάς (από το Περσικ . hurma) Χουρσέστου = οφείλω,χρεωστώ (από το λατ.(daturesc) Χουσμέτι = υπηρεσία, δουλειά (από το τουρκ.husmette) Χουσμέτς =δουλειές
Χουσμικιάρου =υπηρέτης (από το τουρκ.husmikiar) Χουτσάμι = ανοησία
Χουτσιάσκου =μωραίνομαι Χρέους =καθήκον, χρέος Χρίσμια = χρίσμα Χριστόλου = Χριστός Χρυσάφεα = χρυσάφι Χρυσικόλου = χρυσοχόος Χρυσουσέσκου = χρυσώνω
Χρυσουσίτου =επίχρυσος

Χρυσώσμα = νήμα χρυσό

Χταπόδεα = χταπόδι από την ελλ. Λέξη οκτάπους Χτιζάϊ = ανάγκη από το τουρκ htiza
Χώργια = ξεχωριστά Ψ.
Ψαλμόλου = ψαλμός Ψαλσέσκου =ψάλλω Ψαλσίάρι = ψαλμωδία Ψαλσίτου =ψαλμένος Ψάλτου = ψάλτης Ψουμέλου =αρτοπώλης Ψουσέσκου = ψοφώ Ψουσιάρε = ψόφησμα Ψουσίτου = ψοφησμένος Ψουφίμια =ψοφήμι

Ψόφου =ψόφος

Ψουσίτου ,α,ου = ψόφιος, α, ο

Ψώρα = ψώρα

Ω.

Ω ! = ω , επιφώνημα

Ωρολόγε = ρολόϊ

Ώστε = ώστε

Ωφέλιμου =ωφέλιμος

Ώχου = ώχ (επιφώνημα σχετλιαστικό)

ΒΛ Α Χ Ι Κ Ο Λ Ε Ξ Ι Κ Ο
άγαμη Νιμ΄ρτάτα
αγαμία Μπικιρλίκε
άγαμος Μπικιάρου
αγαπητή βρούτα
αγαπητός βρούτου
Αγαπητός Ντουρούτ΄
αγαπώ Αγαπησέσκου
Αγγαρεύω

Αγγίζω ,γέρνω Αγγάργιψέστου

Ατίντζιου
Αγελαδάρης Β΄κάρου
αγιάζω, βιάζομαι(μη αγιουσέσκου = ιάζομαι=φάκ΄αγόνια)
άγιος Αγιουσέσκου Άγιου , Σ΄έ:μτου
αγκάθι Σκίνου
αγκαλιάζω Αμμπράτσου
αγκαλιασμένος Ανγκαλισίτου
άγκιστρο,ανγκίστρι Ανγκίστρου
αγκών κό:οτ΄,κότου

αγλείφω λίνγκου ,αλίνγκου
Αγναντεύω

Άγονος ,στείρος Αγναγκιψέστου

στέρπου
αγοράζω Ακούμπουρ΄
αγόρι,παιδί Φιτσιόρου (λου)
άγουρος Νιφάπτου
αγριαπιδιά γκόρτσου
άγριο ζώο ζουλάπι,ζλάπε, πρίτσε
άγριο κλήμα Γίτα
Αγριοκοιτάζω Αγριόμηλο αγριοστάφυλλο Αγριουμουτρέσκου Αγράμπαλου Αγραντζαλεάου
αγροικώ ,εννοώ Αγροιξέσκου
αγωνία,λαιμός

αγωγιάτης νγκούσια ,νγκούσι

αγουγιάτου, κιρατζί
αγωνιστής Αλουμτάτ΄ου
άδεια ιζίνε
Αδειάζω

αδερφάκι ,γκουλέσκου, Ανγκώλιου

Φρ΄τίκου
αδερφές Σουρόρι

Αδερφή , Σό:ρ΄

αδερφή μου Σό:ρα αμεάου

Αδερφός Φράτι

Αδικία Νιντρεπτάτε, αδικίϊ

Αδικώ Αδικησέστου

Αδράχτι Αδυνατίζω Αδύνατος

Φούσου Αδινατισέστου αδίνατου

Αέρας Αηδιαστικός

Βίμπτου( Αντίλιϊ βίμτου =ελαφρύς αέρας) Αγ΄νόσου

Αερίζω ,στεγνώνω Βιντουρέτζου

Αετός βουλτούρ ου

Αζήτητος νικ΄φτάτου

Άθλιος Κόρμπου, σκρέτου

Άθροιση , μάζεμα, συνάθροιση Αντουνάρε

αιδίο, μουνί Πίτσια, πίτσι

αιδίο,μουνί κίζντα

Αιθίοψ Αράπου

Αίθριος Αίμα Αιτία

Γκ΄λίτου Σέ:ντζι Ιτίϊ

αιμορραϊδες σουχάτζ

αίνιγμα Ανγκουτσιτιάρε

αίσιο, Αμμπάρε

αίσιος,επιδέξιος Αμπάρ΄ου

αιών έτα, αέτια,

ακάθαρτος μουρντάρου

Ακάθαρτος ακανθώδης

νικουράτου σκινόσου

ακή,άκρο, στάχυ Σπίτσα

ακίς,δος Ανγκίδα

ακοινώνητος νικουμνικάτου

ακόμα ,όχι ακόμα Νινγκα,νινκα,νίκα

ακουμπώ, υποστηρίζω( αντάπουρι πι μίνι= στηρίξου επάνω μου)

αντουάπουρ΄ου

ακουμπώ,προστατεύω Ανντουάπουρου

ακουμπώ,προστατεύω,στηρίζω, Ντουάπουρου

ακουμπώ,προστατεύω,στηρίζω,ακουπώ Ανντάπουρ΄ου

ακούρευτος Νιτούνσου

Ακούω Άβ΄ντου

ακούω, ακροώμαι Ασκούλτου

Άκρη Ακριβός

μάρτζινα σκούμπου

ακρίδα, ,λακούστα , καρκαλέτσου

άκρο του σαμαριού Αλλάζω αλάτι

κουτσάκι αλ΄ξέσκου σάρι

αλατίζω, πηδώ, ανσ΄ράϊ = αλάτισα, πήδηξα Ανσάρου , νσάρου

αλατισμένος

αλατίστρα(Θέση όπου τα ζώα λαμβάνουν αλάτι)

Ανσ΄ράτου Σαρίνα

Αλέθω αλείφω

μάτσινου αούνγκου

αλεπού βούλπια , βούλπι

Αλεσμένος Αλεύρι

μ΄τσινάτου φ΄ρίνα, φαρίνα

Αλήθεια Νταλίθια, Αλήθχια

αλισβερίσι εμπορικό Αλισβερίσε

αλλά ,περισσότερο,μάλλον Μα,άμα,κάμα,μάϊ

αλλαγμένος Αλ΄αξίτου

άλλη ώρα, χρ.επιρ Άλτ΄όυάρ΄

άλλη, άλτου = άλλος Άλτ΄α

άλλη,αλληνής Αλάντ΄

Αλλοδαπή Ξεάνα

άλλοι, αλλουνών, Αλάντς

αλλοίμονο καβάϊ =( καβάϊ ντι τίνι =αλλοίμονο σε σένα)

άλλος ,η,ο Άλτου ,α,ου

άλλος ,ο,αλλουνού, Αλάντου

αλλού,αλλαχού Αλλιούρεα

αλογάκι της Παναγίας,ακρίδα καρκαλέτσιου

άλογο κάλου

άλογο μόνο για ιππασία Μπινέκου

Αλοιμένος αλοιφή

Αλιμτάτου αλιφίϊ

αλείφω αλίμτου

αλώνι Αλόνε , αλάνι

αμεγάλωτος,μη αναπτυγμένος νικρεσκούτ΄

αμέτρητος Νιμισουράτ΄

άμμος,σκόνη Αρίνα

αμπάς ύφασμα Αμπά:

αμπέλι γίνια

αμφιβάλλω,ενδοιάζω αμφότεροι ,και οι δυο

Ινντουέσκου Αμιντόϊλι

αναβιώνω, γιατρεύομαι αναβλίζω

Ανγιέτζου Ζβόμου

αναβολέας Ζουνγκίϊ , ζινγκίϊ

Ανάβω Αναγνωρίζω

απρίντου κουνόσκου

Ανάδοχος,νονός νούνου

αναδυόμενη, ντάτα = ντάτα α σοάριλιϊ= Ανατολή ηλίου)

αναζήτηση κ΄φτάρε

αναιδής Αμπράσκου

αναιδής Νιρουσινόσου

ανακατεμένος μιντίτου

ανακατώνω μιντέσκου

ανακατώνω,κουδουνίζω κλουκουτέστου

ανάλατος Νινσ΄ράτου

ανάλλαγος Νιαλλ΄ξίτου

αναμάσηση Αρομινγκάρι

αναμασώ Αρουάμιγκου

αναμενόμενος αστιπτόσου

ανάμεσα Ανάμισα

αναμμένος του ρ.απρίνντ΄ου απρέσου

Αναμονή,

ανανεώνω , μεταβάλλω,προκατασκευάζω

Αστιπτάρε πριφάκου

αναπνοή,άσθμα.

Ανάπηρος

Αντιλιάουα,αντιλιάρε Σ΄κάτου

Αναρίθμητος αναστενάζω

Νινουμιράτου Νκ΄νέσκου

αναστεναγμός Σούσκιρου

αναστενάζω νγκ΄νέσκου

Ανατολή Ανατολίε

ανγκινάρα Ανγκινάρα

ανδράδελφος νόρα

άνδρας μπ΄ρμπάτ΄ ή μπ΄ρμπάτου

ανδρεία Μπαρμπ΄τεάτσα

ανδρούμαι μπ΄ρμπ΄τέτζου

ανεβάζω,σηκώνω,καβαλικεύω

Ανάλτσ΄ου (ντούσι ανάλτου πι κάλιου=πήγε καβάλα στ άλογο)+++++

ανεβαίνω,υψώνω Αλίνου ή αλίντου

ανεβασμένος Ανιψιά ανιψιός

Αλινάτ΄ου Ν΄πουά:τα Ν΄πότου

Ανήλιο Ανήθικος

Κιάρι, κεά:ρε μουρντάρου

ανηφορίζω Ανηφουρέτζ΄ου

Ανήφορος Ανήφουρου

άνθος λευκόν Σουλκίνα ,σουλφίνα

ανθρακίς, αναμμένο κάρβουνο ζιέ:ρου

άνθρωπος ό:μου

ανντράλα = ζάλη,υπερπηδώ ανοησία

αντισάρ΄ου ανουϊσίϊ

άνοιγμα του τσεκουριού για το στειλιάρι μούκλιϊ

Ανοίγω Ντισκλίντου

ανοίγω Ντισφάκου,Ντισκλίντου

Ανοικτός Ντισφάπτου

άνοιξη πριμ΄βεάρα

ανοστεύω Ανουσέστου

άνοστο Άνουστου

ανταμώνω Ανταμουσέσκου

αντάμωση Αντάμουσι

ανταρσία, επανάσταση Αννταρσίε

αντέχω , υποφέρω, ντινσέστου

αντέχω ,κρατώ,χώνω, Αντέσ΄ου

αντίδωρο Ίψουμα ,Ανάφουρα

Αντίληψη Άντρας

Αντουκιάρε Μπ΄ρμπάτου

άντυτος Ντισλ΄ξίτου

ανύμπορος Ασκλιάτου

ανύψωση Αναλτσάρε

αξέχαστος Νιαγκ΄ρσίτου

Αξύριστος Απαγχονισμένος

Νισουρσίτου σγκρουμάτου

απ εδώ, εντεύθεν ντινκουά ,ντεαουά

απαντώ,ελπίζω,προσδοκώ Απαντιξέσκου

απαρνούμαι Απαρνησέσκου

απατεών Απατιόνου

άπειρος ,αμαθής Νιμβιτσάτου

απέναντι Αγνάγκια , ντινίντε,ντινάπαρτι

απέναντι,μπρστά σου καρσί, ντι ντίντι

απεσταλμένος πιτρικούτου

Απετάλωτος Ντισκ΄λτσάτου

άπλυτος νιλάτου

από ντι =(ντι πρι γκόρτσου= πάνω από τη γκορτσιά)

από κάτω Σούπτου , πριγκιός΄

από πού; αποβάλλω

ντιού

στρικέστου επί πρόωρης γέννας ζώων

ποβολή Αρκάρε

αποβολή,ρίξιμο αποβολή νερού

Αρουκάρι, στρικάρι

Στρ΄κίτου(σιόπουτου σ΄στρικί= η βρύση στέρεψε)

απογαλακτίζω, αποκόβω αποκουψέσκου

απόγευμα μερίνντε

αποζημίωση Ντισκουμπ΄ράρι

αποθηκευμένος, κλειδωμένος Αμπαρουσίτου

αποκάμνω,εξαντλούμαι, απουφάκου

αποκοιμάμαι απουντόρμ΄(ου)

αποκόπτω αποκούρμου

απόκρεως νηστεία κ΄ρλεάτζι ,πριάσινι

απομακρύνομαι ντιπ΄ρτέτζου

απόπατος,λεκάνη τουαλέτα κ΄κ΄τόρου

αποπίνω όλο το κρασί ή το νερό άπορος

απουμπιάου νι αβούτου

αποσκληρύνω Ασκουρέτζου

αποστολή πιτριτσεάρι

αποτολμώ,διακινδυνεύω ντ΄λντισέσκου

Αποφεύγω Αποχωρητήριο

απουφούγκ(ου) χαλέ

Απρίλιος Αρραμαθιάζω,αθιάζω

Απρίλιου

αμπάϊρου ,μπάϊρου

Αργαλειός Αρουσμπόϊου

άρθρο , ο η, το λα

αριθμός και ώμος νούμιρου

αριστερά Στένγκ΄= (ντι να στένγκ΄= από αριστερά)

αριστερά ντιναστένγκα

Αριστερός Αστέ:νγκου

Αρκούδα Αρκουδιάρης άρμα ,όπλο ,

Ούρσα Ουρσάρου Άρμια

αρμαθιά Αρρουμαθεάουα = αμπάϊρου = αραμαθιάζω.

αρμαθιά Μπάϊρου

αρμαθιάζω μμπάϊρου

άρμεγμα μουλτζεάρε

αρμέγω μούλγκου, σμούλγκου

Αρμονία κουδουνιών Ντουζένε

αρνάρα θηλυκό αρνάκι νιάου

αρνί νιέ:λ(ου)

αρνί ενός έτους νουάτινου

αρπαγή Αρικίρι

αρπάζω αρουκιέστ ή αρουκιέσκου

αρραβωνιάζω Σουσέστ΄(ου)

αρραβώνιασμα Σουσιάρι

αρραβωνιασμένος ισουσίτου, σουσίτου

αρραβωνιασμένος, τελειωμένος,η Σουσίτ΄(ου),α,ασουσίτ΄

αρραβωνίζω ισουσέσκου

άρραφτος νικουσούτ΄

αρρωσταίνω Λ΄ντιτζέσκου , χιβρέσκου,λ΄ντιτζέσκου

Αρρώστια Άρρωστος

Νιπουτεάτσα ,χιάβρα Λ΄ντ΄σίτου, νιπουτούτ

αρσενικός μάσκουρου

αρταίνομαι πουρίντ΄

αρταίνομαι πουρίντ΄ , Αρτισέσκου ,

αρτημένος πουριντάτου

άρτος ειδικός για τον κουμπάρο με αυγά αρτοπώλης

κ΄νίσκου σιμιτσίου

αρχαίος, παλιός Βέκλιου

αρχίδι ,όρχις κόλιου

αρχίδια κουάλιοι

αρχίζω αχουρχέστου ή Αρχινσέσκου

αρχινιμένος Απαρνϊίτου , αχουρχίτου

ασθένεια κ΄ρμπάτσα

ασθένεια Λ΄νγκουάρι

ασθενής Λ΄έ:ντζιτου

ασθενής Νιπουτούτ

ασθμαίνω Αντίλιου

ασκέρι, στρατός Ασκέρε

Άσπαρτος Αστεϊσμός –χορατάς Αστέρι

Νισιμινάτου Σιακάς
Στεάου ,στεάουα

αστερισμός πλειάς,πούλια πούλια

αστράγαλος κότσου

αστράγαλος , αστράγαλοι Αλουμά , αλουμάτζ

αστράγαλος ,κότσι αστρακιά,ιλαρά

Βασιλιέ Πουρκουγίτσα

Αστραπή,κεραυνός Σφούλκου

αστράπτω Ασκάπυρου

ασυγχώρητος νιλιερτάτου

άσχημη Σλάμπα

άσχιμος ουρούτ΄

ατμός Άμπουρου

Ατμώδης Άτομα Άτομο

Αμπουρόσου ίντσιοι Ίντσιου

ατραπός ,διέξοδος δρόμου κ΄ράρια

αυγή,πρωϊα ντουμνεάτσα

αυγό όου

αυλή ουμπόρ΄, κούρτε , Τρούσα,

αυλή ουμπόρ΄

αυλή Ουμπόρου

αυξάνω, γεννώ, αποκτώ,κερδίζω Αμίντ΄ου

αύριο μ΄έ:νι

αυτή Αίστ΄

αυτί ουριάκλια , ουριάκλι

αυτοκράτωρας Αμιράτζ

αυτός Αίστου ή αέστου(δεικτ.Αντ)

αυτός ,η,ο αίστου ή αϊστ΄= (αϊστ΄ τουάμνα= αυτό το Φθινόπωρο)

αυτός,ή,ο Ατσέλου,ιά ,ου

Αυτούς αφέντης

Βρέλιοι

Αφέντου, νικουκίρου

αφ ότου ντεάντα

άφεση, εγκατάληψη Αλ΄σάρε

αφημένος, αφημένη,ο Αλ΄σάτου,α,ου

αφήνω,άστο,άφησε,άσε Αλάσου

αφθονία κ΄λ΄μπ΄λίκε

αφθονία Μπιρικέτι

άφιξη , φτάσιμο Αντζιουντζιάρε, βινίρι

Αφρίζω Αφρός

Ασπούμου Σπούμα,σκάμα

αχινός,σκαντζόχοιρος Αρίτσιου

αχόρταγος λιμόσου

άχυρο πάλιου

βάζω κούλκου , μπάγκου = (σ κουλκάρ΄ σ ντοάρμ΄= έγυραν να
κοιμηθούν)

βάζω Μπάγκου = ( μπ΄γκάϊ= έβαλα)βα μι μπάγκου = θα γύρω

βαθειά Αχ΄νντά

βαθύς Αχουντόσου

βαμβάκι Μπ΄μπάκου

βαραίνω,ενοχλώ,επιβαρύνω Ανγκρέκ΄ου

βαριά ,έγκυος γκρέουα

βαρύς Γκρέ:ου

βαφτίζω Πιτέτζου

βγάζω Σκό:του

Βγάζω Σκότου

βδέλα Αβδέλα

βελάζω, φωνάζω ασγκούρου

Βελανίδι βελανιδιά

γκλί:ντια

Βουντάρου , κουπάτσιου

βελέντζα γιάμπουλα

Βελόνα Βεντούζα

Άκου βιντούζα

βέργα Βιάργα

βιάζω, βιάζομαι βήχας

Αγουνισέτζου τούσι

βλασφημώ μπλάστιμ(ου)

βλαχιστί Αρ΄μ΄νέστε

Βλάχος της Πίνδου, Ελληνόβλαχοι,από το
ρωμιός

Αρμάνου

βλέπω,εις,ει,ουμε,ετε,ουν βόδι

βέντου,βέντς,βιάντι,βιντέμ,βιντέτς, βέντ΄ μπόου

βοήθεια ατζιουτάρε

βοηθώ ατζιούτ΄(ου)

βοράς Βιρίου

Βοσκός Πικουράρου

βόσκω πάσκου

βουβάλι μπούβαλου

βουλώνω ,βούλωστο αστούπ΄(ου)

βουνό,βουνά (αλλά και δάσος μούντε) μούντι,μούντσι ,τζιάν΄

βούρκος, βάλτος βούρτσα

Μουντζιάρε ,βάλτου βούρτσα

βούτυρο ούμτου

βούτυρο, βράδυ βράζω βρακί Βρακοζούνα
βρασμένος

αούμτου σεάρα χέρμπου ζμιάνα προυκουζούνα χέρτου

βραχίων ,μπράτσο Μπράτσου

Βρέχω Βρίζα βρίζω

Ούντου Σικάρα αντζούρου

βρισιά Αντζιουράρε

Βρίσκω Βροχερός

άφλου Πλουϊόσου

βροχή πλουάι

βρύσες σιόπουτι

βρύση σιόπουτου

βρώμα Αμ΄πουτσιάρια,ε

βρώμα Μπουτεάρεα, αμπουτεάρι

βρωμάω Αμπούτου

βρωμερός ,η Αμπουτσόσου, αμπουτσάσα

βρωμιά λ΄τούρι

βρωμιά απόπλυσης Λ΄τούρα

βρώμικος λ΄βόσου

βρώμικος,η Αμπουτσίτ΄ου,α

βυζαχτάρι, μικρότερος από τα αδέρφια και το νεογέννητο αρνάκι ή κατσικάκι

Σουγκάρου

βύζεμα Σουτζιάρι

βυθισμένος Αχουνντουσίτου

γαβάθα ξύλινη κουβάτα = (επί απαξίωσης, μπάγκ΄λι γκουβάτα= παράτα

γαβγίζω γαζί

ανκ΄νιου κ΄σ΄τούρα

Γάϊδαρος γουμάρου , τάρου

Γαϊδούρα γουμάρα

γάλα Λάπτι =(πίτα ντι λάπτι=γαλατόπιτα)

Γαλάζιος γαλοπούλα

Βίνιτου μισίρι

γάμοι νούμτσι

γάμος λού:μτια

γάμος νούμτι(α)

Γάμπα γαμπρός Γαμώ Γαμήσι Γαμημένος Γανώνω γάνωμα

Πούλπα τζίνιρι Φούτου Φουτιάρι Φουτούτου Γανουσέστου γανουσιάρια

γαργαλίζω Γκ΄ντ΄λίκου

γάτα μάτσα

γατούλα κατούσια

γαυγίζω,γαύγισμα Αλάτρ΄ου

γδαρμένος Μπιλίτου

γδάρσιμο Μπιλιάρι

γδέρνω Μπιλέσκου

Γδύνομαι Ντισλ΄ξέσκου

γείτων,σα Βιτσίνου, α

γελάδα Βάκα

γελώ, ξεγελώ,κοροϊδεύω αριέ:ντου ή αρέ:ντου

γελώ,ξεγελώ, Αριέντου

γεμίζω αούμπλου

γεμίζω μπλίνου

γεμίζω ούμπλου

γεμίζω ,γεμάτος και πιάτο Πλίντου, μπλίν΄

γέμισε προστακτική,γεμιστά, μπλίντι

Γεναίος Γένεια

Τζιόνι μπάρμπα

γενειάδα γέννα

Μπάρμπα αμιντάρι

γενιά μιλέτι

γεννημένος αφιτάτου

γέννηση , τοκετός γενιά
γεννώ γεννώ αυγά γεννά αυγά γερός γέρος

αφιτάρι τζινιράτεα αμίντου όου ουάου
ντζόνι, σ΄ν΄τόσου αούσιου

Γεύμα μεσημέρι πρέντζου

Γευματίζω απόγευμα μιρίντου

Γευματίζω μεσημέρι πρέντζου

Γεύση γκούστου

Γέφυρα πούντι

Γηράσκω αουσέστ΄,Αουσιέσκου =

γηράσκω για γυναίκες από το μουά:σια μουσιέσκου = (αουσέστου για άνδρες)

γιαγια μούμα

γιαγιά ίμα,μούμα

Γιαγιά Γιακάς

Μάϊα Γικά

γιαούρτι μ΄ρκάτου

γιατί κ΄ατσέ

Γιατρός Γιατρεύω γιατρικό

γιάτουρου βίντικου γιτρίι

Γίδα κάπρα

γιδοβοσκός κ΄πράρου

Γιδόμαλλο Γιορτή

κ΄πρίνα σαρμπ΄τουάρι

Γκαρίζω Γκαβός Γκαβομάρα Γκάϊντα Γκιούμι

Ανγκαρισέσκου Όρμπου Ουρμπάρια Γκάϊντα
Δοχείο νερού μεταλλικό

Γκέμι Γκέμε

Γκλίτσα κ΄ρίγκου

Γκρεμίζω Σουρούπου

Γκρέμισμα Σουρουπάρι

Γκρεμισμένος ,η,ο Ασουρουπάτ΄(ου),α,τ΄

Γκρεμισμένος ,η,ο Σουρουπάτ΄(ου),α,ου

Γκρίζος , ψαρής κ΄νούτου

Γλείφω Γλεντζές

Αλίνγκου τζιουβάϊρου

Γλίστρα Αρικιούσιουρ΄

Γλίστρημα Αρούντικάρε

Γλιστρώ Αρικιούσιου

Γλιστρώ ,ολισθαίνω Άρούνικ΄ου ,αρούντικου

Γλυκαίνω ντουλτσέστου

Γλυκός ντουλτσίτου

Γλυκύς Ντούλτσι

Γλύκυσμα Ντουλτσιάτσα

Γλυμένος , λίμτου,

Γλυτώνω,απαλλάσσομαι,σώζομαι Ντισκάπου

Γλύφω Αλίντζιου

Γλώσσα λίμπα

Γνάθος , παρειά και στόμα Μπούκα

Γνωρίζω κ΄νόσκου

Γνωρίζω κουνόσκου

Γνωστός κ΄νουσκούτ΄

Γονατίζω νκλίνου

Γονατίζω ντζινουκλιέτζου

Γονάτισα Γόνατο Γονγγίζω

ντζινουκλιάϊ ντζ΄νούκλιου ουχτέτζου

Γονείς π΄ρίντς

Γονιός Γουδί Γουδί Γουρλής Γούρνα

π΄ρίντι ντουμπέκου χαβάνι αγούρλιου γκρουάπα

Γουρούνα πουάρκα

Γουρουνάκι πουρτσέλου

Γουρούνι πόρκου

Γραία μουά:σια

Γραμμένος Σκιράτου ή γρ΄ψίστ΄

Γρατσουνίζω Γρέκι

ζγκρέμου Μάσου

Γροθιά Μπούσου

Γροθιά Σιούπλου

Γρυλίζω ζγκουρλέσκου

Γυαλί κέλκου , γιλίι

Γυαλίζω Αγιλιτσέσκου

Γυαλισμένος ,παθ.μετ. Αγιλιτσίτου

Γυαλιστερός Ανγιλιτσίτου

Γυαλιστερός ,λαμπρός, επιθ. Αγιλιτσιόσου

Γυμνός γκόλιου

Γυμνός Ντισπουλιάτ΄

Γυμνώνω , αδειάζω γκουλέσκου

Γυναίκα μουλιάρι = , μουλιέρι,μουλιέριλι =γυναίκες

Γύρω Βερλίγκα,ντιβρίγκ΄ρα=ντιβερλίγκα ντι λα πούτσου, γύρω

πηγάδι)

Γυρνώ τό:ρου

Γύρω – γύρω Γύφτος Γύψος

Αβρίγκ΄ρα Γίφτου ίψου

Γωνία Κιόσου,κόχιου

Γωνιά , εστία φωτιάς Βάτρα

Δαγκωμένος Δαγκωμένος από φίδι

μουσκάτου σαρπικάτου,νιπ΄ρτικάτου

Δαγκώνω Δαιμονισμένος Δάκρυ

μούσκου διμονισίτου λάκριμ΄

Δακρύζω λ΄κρ΄μέτζου

Δάκρυσμα λ΄κρ΄μάρε

Δακρυσμένος λ΄κρ΄μάτου

Δακτυλίδι νέλου

Δάκτυλο Τζιάτζιτου

Δανείζω Δάνειο Δασκάλεμα Δασκαλεμένος Δασκαλεύω Δάσκαλος

Μπρουμουτέτζου Μπρουμούτου Δασκαλίκι Δασκαλιψίτου Δασκαλιψέστου δάσκαλου

Δάσος κ΄ντούρι

Δάσος Δειλινό Δείπνο Δειπνώ

π΄ντούρι μιρίντι τσίνα ντσίνου

Δείχνω σπούν¨

Δέκα εννέα Δέκα ,επτά

ναουσπρ΄τζάτσι= 19 σιαπτιπριτζάτσι

Δέκα οκτώ οπτ΄σπρ΄τζάτσι

Δέκα τέσσερα πασπρ΄τζάτσι

Δεκέμβριος Δεμάτι

Δικέμβριου (σπανίως)Αντρέου το συχνότερο) Μ΄νούκλιου,διμάτι

Δεκέμβριος(άγνωστο γιατί ενώ ο Αγ. Ανδρέας γιορτάζεται 30 Νοεμβρίου, λέγεται ότι το
βράδυ τουΑγίου Ανδρέου κάποτε στο τραπέζι ο φιλοξενούμενος, από ντροπή δεν έφαγε πολύ και τη νύχτα βγήκε έξω στο χιόνι και έτρωγε από τον τουρβά του, το όνομά ήταν
Ανντρέας, ενώ η ώρα είχε προχωρήσει από τα Μεσάνυχτα, προς την 1η Δεκεμβρίου βγαίνει
και οικοδεσπότης έξω και υψώνοντας το βλέμμα στον ουρανό είδε πως χιόνιζε και είπε :

ρίξε ρίξε (αρούκ΄ αρούκ΄)Ανδρέα και εννοούσε τον Άγιο.
Τον άκουσε ο Ανδρέας και απαντάει «ρίχνω από το δικό μου ψωμί για να χορτάσω »
τι αρουσινέστ΄, αντρισέστ΄, αντρισέστ΄ σ μέ:τς

Ανντρέου

ναφουάρ΄;) δηλαδή συνεσταλμένα ντράπηκες και τρως έξω; και από το έναρθρο Αντρέϊλου, αντρισέστ΄ έκτοτε
έμεινε ο Δεκέμβριος ως Ανντρέου) (Εξιστόρηση Αθαν.Βόγγολης 84 Αργυροπούλι)

Δεμένος λιγκάτου

Δένδρο Άρμπουρι ή ουάρ΄μπιρι

Δένδρο ουάρ΄μπιρι

Δένω λέγκου

Δεξιά ντιναντρεάπτα

Δεξιά ίσια ντριάπτ΄(α) ή αντριάπτ΄

Δεξιός ,α ντριάπτου,α,

Δέρμα κιά:λι

Δέσιμο λιγκάρε

Δευτέρα Λούνι

Δεφτέρι , μπλοκάκι Διαβάζω Διάβολος Διάλογος Διαμάντι Διατροφή

διφτέρι(α) δγιβ¨σέστου δγιάβουλου διάλουγου διαμάντου χράνα

Δια μέσου πίντρου

Δια μιας,αμέσως ντ΄ν΄ουάρα

Διαζευτικό ή ίκα=( κα μίνι ίκα τίνε= ή σαν εμένα ή σαν εσένα)

Διαλέγω Αλέγκου

Διαλεχτός Αλέπτου,

Διαλογίζομαι μιντουέσκου

Διανυκτερεύω νουπτέτζου

Διάρροια κουφουριάρι

Διάρροια Σουρντεσίρε

Διασκέδαση μοαμπέτι

Διασκορπισμένος Αρ΄σπ΄νντίτου

Διάσπαση ,ξεχώρισμα ντισκλινάρι

Διατρυπώ Διαχειμάζω

Αρούπτου, πιτρούνντου αρνέτζου

Διευθετημένος ,δεξιός Ανντρέπτου

Διεφθαρμένος Μπιρμπάντου

Δίκαιος Δίκη

νντρέπτου δίκι

Δικιά σου ατάουα

Δικό μας νόστρου, ανόστου

Δικό μου ,η,ο,αντων .κτητικές με,μι,μέου,αμέου ,αμιάου

Δικό μου,΄δική μου,δικοί μου, δικές μου , Δίμιτο

Αμέλου ,αμεά, αμέλιοι, αμεάλε αδίμτου

Δίνω ντάου

Διορθώνω ,βελτιώνω,διευθετώ. Ανντρέγκου

Διότι κ΄,κα, κατσέ = (κατσέ βας σ΄γίνι γκίνι= διότι θα σούρθει

Διότι ,επειδή Ντέκα, κατσέ

Διπλωμένος ανντουπλικάτου

Διπλώνω Ανντούπλικ΄ου ,διπλουσέστου

λώνω ,πτύσσω (μεταφορικά πείθω ή μεταπείθω)

Δισάκι Δίσκος

ανντούπλικου ντισάνγκα δίσκου

Διχάζω , διαχωρίζω,διασπώ,ανοίγω ντισγκίνιου και ντισκλίνιου (ντισκλινάϊ=αόρ)

Διχασμένος Δίψα

Ντισγκινάτου Σιάτι , σιάτε

Διωγμένος,κυνηγημένος ,η Διώχνω

Αμινάτου,α, αβινάτου,α αγουνέστου

Δοκάρι Δοκιμάζω Δοκιμή

Γκρένντα δουκιμ΄σέστου δουκιμί

Δοκός Δόλος

Γκρέντα δόλου

Δόντι ντίντι

Δόντια ντίντς

Δόντια(περί δοντιών) ντίντσιλ΄ (ντίντσιλιοι αλούϊ σέντου νηίτς=μικρά τα δόντ

Δόξα ,φήμη νάμι

Δοσμένος ντάτου = (ντάτ΄ντι κάπου = βαρεμένος)

Δουλειά Δουλεύω

λούκουρου λουκρέτζου

Δοχείο αρμέγματος κ΄λντάρια

Δοχείο γάλακτος γκ΄λιάτα

Δράμι δράμι

Δράττω ,αρπάζω Αρ΄κιέστου

Δρέπανο ,κοσιά κόσια

Δρόμος Δροσιά

κάλε =(κ΄έλιουρι =δρόμοι) αράουα

Δρυκολάπτης Δρυς

καραμπέου κουπάτσιου

Δύναμαι πότου

Δύναμη πουτεάρι

Δυνατός β΄ρτόσου =(αγκουντέστ΄β΄ρτόσου= κτυπώ δυνατά)

Δυό Δυόσμος

Ντόϊ αγιάσμου

Δύο ντάου

Δυσαρεστούμαι Δύσκολος

κ΄κιουσέσκου δύσκουλου

Δύστροπος Αρέου

Δυστυχής ,καϋμένος , ταλαίπωρος Δυστυχισμένος
Δυστυχώ

μ΄ράτου

διστιχισίτου, μ΄ράτου διστιχισέστου

Δυσωδία ,βρωμιά

Δύω ,εξαφανίζομαι στον ορίζοντα

Αμπουτσιάρε σκάπιτου

Δώδεκα Νταουσπρ΄τζάτσι

Δωδεκάς Ντουζίνα

Δωμάτιο Δώρο,α

Ουντέ:λου Δόρ΄, δόριλι

Ε , ω! επιφώνημα Εάν
Εβδομάδα Εβδομαδιαίος

Αλάι ΄ φράτε και αλεά σώρα = έ αδελφέ, έ αδερφή Σεάστε, κ΄- σα, άμα
Σ΄πτ΄μέ:ν΄, στ΄με:ν΄ Πι –στ΄με:ν΄

Εβδομήκοντα Εβδομηκοστός Εδομήντα Έβδομος

σιαπτιτζέτς ιβδουμικουστόσου σιαπτι τσέτς έβδουμου

Εβραίος Έγγαμος,η Εγγαστρίμυθος Εγγεγραμένος Εγγίζω Εγγλέζος Εγγονή Εγγονός Εγγράμματος

εβρέου

σουράτου, μ΄ρτάτα εγγαστρίμιθου γρ΄ψίτου
ακουμπισέστου,τίντζιου ++++++++++ Εγλέζου
Νιποάτα Νιπότου Γραματιψίτου

Εγγύς ,κοντά έγερση Έγκαιρος Εγκάρδιος Εγκέλαδος Εγκεφαλικό

Αλάτουρεα ,απρουάπια Σκουλάρι(α)
Του ουάρ΄α Ινιμ΄τόσου Ινγκέλαδου ινγκιφαλικό

Εγκέφαλος Εγκλεισμός Έγκλημα Εγκληματίας Εγκλωβίζω

μιντούλιου ,κάπλου κλισάρι,
φόν΄, φόνου,έγκλιμα εγκλιματίου ινγκλουβισέστ΄(ου)

Εγκρίνω Έγκριση Εγκυκλοπαίδεια Εγκυμονώ Εγκυμοσίνη Έγκυρος Εγνατία οδός Έγνοια Εγχείρηση

ινγκρίνου έγκρισι ινγκικλουπέδια
έστου γκρεάου, ινγκιμουνουσέστ΄(ου) ινγκιμουσίνι, νκ΄ρκ΄τιάρε
ένγκιρου

Κάλια ντι Ιγνατίϊ Ένια
ινχίρισι

Έγκυος , Ανγκρικάτα ,γκρεάου

Εγώ έου

Εγώ Μίνι, ιό

Έδαφος λόκου

Έδαφος ,γη,πεδιάδα,ίσωμα μπάντι(βίνι πρι πάντε=ήρθε πεζός)

Εδώ Είδηση

νκουά,αουά,νκουάτσε,ντινκουά,κουά χ΄μπάρι

Είδος ,τρόπος Εικόνα

λουγίϊ ικουάνα

Είκοσι γίνγκιτς

Είμαι , υπάρχω Είναι

έστου , Ιάστι

Ειρήνη Ιρίνι

Εις πολλά έτη, να ζήσεις, ευχαριστώ Σπολάετι
Είσαι Έστ΄, Χί
Εισέρχομαι ίντρου
Εισόδημα μ΄ξούλε
Εκατό ούν΄σούτι
Εκατομμύριο μιλιούνε
Εκατοντάς Σού:τα
Έκαψα Άρσιου
Έκαψε Άρσι
Εκδίκηση , πάθος Άχτι
Εκδιώκω , διώχνω

Εκεί Αγουνέστου

ακό
Εκείθεν ,μακρυά ντινάπαρτι
Εκλέγω αλέτζου
Εκλογή

Εκκλησία Πριαλετζιάρι

Μπισιάρικ΄(α)
Εκφοβισμός Ασπαρεάρε
Ελάτη ,έλατο

Ελάφι Μπράντου

τσέρμπου
Ελαφρύνω λισουρέτζου
Ελαφρύς λισιόρ΄
Ελάχιστος Μτσίνου και πουτσέ:νου
Ελεεινός , Κόρμπου(ού λέϊ κόρμπε =καημένε)

Ελευθερία Ιλιφθιρίϊ

Ελιά δένδρο μάσινου

Ελιά καρπός μάσινα

Έλος Ελπίδα

βαρκό Ιλπίδα

Εμβολιάζω Βατσινιψέσκου

Εμβολιασμένος Αμμπουλιϊσίτου

Εμβόλιο Βατσίνα

Εμείς νόι

Εμετός Βουμεάρι,Βουάμεα,Βοάμιτα

Εμπόδιο Έμπορος

Αμ΄πόδγιου έμπουρου

Εμψυχώνω ιννιμουσέσκου

Ένας,ένα

Ένα μέρος φορτίου

Ούνου, ούν΄ σάρτσα

Εναγκαλισμός Αμ΄πρ΄τσάρε

Ένδεκα ουσπριτζάτσι

Ενδιαφέρον μουκαέτι

Ενενήντα ναουτζάτσι = 90

Ενέχυρο Αμανέτου

Ενηγκαλισμένος ,η Αμ΄πρ΄τσάτου,α =

Εννέα Ενορία

νάου = 9 Ινουρίϊ

Έντερο Εξαγγέλω

μάτσου πρινντάου

Εξαγοράζω,αποζημιώ Ντισκούμπ΄ρου

Εξαγριωμένος να΄ρπικάτου

Εξάγω σκό:του

Εξαιρετικά Εξάνθημα

Πρίμα αρόπουνου

Εξάρθρωση κλουζουνίρε

Εξέρχομαι ,βγαίνω έσου

Έξι Έξοδα Έξοδος

σιάσι έξουδι έξουδου

Εξοπλίζω Αρματουσέσκου

Εξοπλισμένος Εξορκίζω

Αρματουσίτου πριντζιούρου

Έξω Εορτή Έπαθα

ναφουάρα, ναφουάρ΄ σ΄ρμπ΄τουάρι
π΄τσέ:ϊ (τσι π΄τσέ:ι= τι έπαθα)

έπαινος,αλάβντου=επαινώ Αλ΄βντάρι

Επαινώ Αλάβντου

Επαίτης Διακουνιάρου

Επαναστάτης Ανντάρτου

Επάνω Ασούπρα , πισούπρ΄

Επάνω νσούσου ,σούσου

Επάνω Ντισούπρα

Έπεσα κ΄τζούι

Έπεσες κ΄τζούσ΄

Επί πρε,πρι.

Επιβάρυνση Ανγκρικάρε

Επιβήτωρ κριάρι Αρεάτε μπιρμπέκου

Επιβίτωρ ίππος Άτου, από το Ελλ.άτι

Επιπλήττω β΄ργιέστου

Επίσκεψη Βίζιτα

Επισκίαση αουμπράρε

Επιστολή κάρτι

Επίτηδες Επιτυγχάνω

μαξούς απούκου

Επιφώνημα και πρόθεμα =α κάσα= στο σπίτι A=επιφώνημα και πρόθεμα =α κάσα= στο σπίτι

Επιφώνημα ,οχ ,α,ω! Άλε, λέλε, αλάι

Έπλυνα Επτά Εργατικός

Λάϊ Σιάπτι
Λουκρ΄τόρου

Έργο λούκρου

Έρευνα , κ΄φτάρε

Έρημος , καϊμένος Σκρέτου

Έρημος ,μόνος,κενός πόνντου,σκρέτου (ιού ντι πόνντου νέτζ΄= πού πάς έρμε)

Ερίφιο Έντου, Βιτούλιου

Έρχομαι ,κρασί γίνου

Ερχομός Έρως , πόθος

Βινίρε σεβντά

Έρωτας παραβρεάρι

Ερώτημα Ντρεμπάρε

Ερώτηση Αντριμπάρε

Ερωτώ Εσέ-σου

Αντρέμπ΄ου, ν τρέμπ΄ου Σι –σ΄

Εσείς , βόι

Εσύ Τίνι

Έτος Αν΄ου

Έτσι Ευαγγέλιο

Αξί ,αξίτσε, ασιέ Ιβανγγέλιου

Ευθύς ως, άμα , χρον.μόριο Ευκολία

Άμα ιφκουλίϊ

Ευρεθής αφλάτου

Εύρεση αφλάρε

Εύρημα ,λάφυρο κιλιπούρε,κιλιπίρου

Ευτυχία Ευχαριστώ Ευχέλαιο Ευχή Εύχομαι Εφτά Έχτρα Έχω

Αμμπαρεάτσα Εφχαριστισέστου Εφκέλιου
Ιφχίϊ Όρου Σιάπτι Έχτρα άμου

Εύψυχος ινεμόσου

Έχασα Κιρντούϊ, κιρούϊ

Έχθρα κάκι, κάκε

Έχθρα Ζαγάρι

Πίκα, κάκι, Ζ΄γάρου

Ζάλη Ανντράλα

Ζάλη ντάλα και αντάλα

Ζαλίζομαι ανντρ΄λισέσκου

Ζαλίζω ,αντραλίζω Αντραλασέσκ΄ου

Ζαλισμένος Αντραλασίτ΄ου

Ζάμπλουτος πριαβούτ΄

Ζαρζαβάτια ,λαχανικά Ζάχαρη

ζ΄ρζ΄βάτι ζάχαρι

Ζέβω ντζιούνγκου

Ζεματίζω ουπουρέσκου

Ζεματιστός ουπουρίτου

Ζεσταίνω νκ΄λτζέσκου

Ζέστη κ΄λντούρ΄

Ζεστό κάλντ΄(ι)

Ζεστός(ζεστούτσικος) κ΄λντ΄ρόσου

Ζεστός κάλντου

Ζεύγος πρεάκλι

Ζέψιμο ντζιουνγκάρι

Ζήμη Ζηλιάρης Ζηλεύω

Αλουάτου ζιλιάρου ζιλιψέστου

Ζημιά ζνίϊ,ζνίε

Ζημιά ,ποινή ζ΄ράρε, ζνίϊ

Ζητώ , Ζουμί Ζουμερός Ζουπώ Ζουρλός

κάφτου τζάμ΄(α) τζαμόσιου αστούπ΄ου τιβικέλου

Ζύγι ,ζυγαριά Ζύγια

Ζυγίζω Ζύγισμα Ζύγωμα Ζυγώνω Ζυμάρι Ζυμώνω

Ζυγισέστου ,Ζιξέστου Ζιξίρι
Απρουπιάρι Απρόπου αλότου Φρ΄μίτου

Ζω Μπ΄νέτζου

Ζωή μπάνα

Ζωή ,βίος Ζωηρός Ζωμός

Μπάν΄, μπάνα Σιρμπέσκ΄ τζάμα

Ζώνη κοιλίας ζώου γίνγκλα

Ζώνη πορτοφόλι ( σημερινή μπανάνα ζώνη) κιμέρι

Ζώνη ,λουρί Ζωντανεύω

Κουράου , νουζίτσα νγιέτζου

Ζωντανός γίου

Ζώο πράβντα

Ζωύφιο Ηγεσία Ηγέτης Ηγούμενος

ζούζουλου ιγισίϊ
ιγέτου, αρχιγόλου ιγούμινου

Ήδη ,μάλλον,πλέον Πλεά

Ηθικός Ηθοποιός Ηλεκτρολόγος Ήλθα

Ιθικόσου Ιθοπιόλου Ιλικτρουλόγου Βίνιου

Ηλιασμένος νσουράτου

Ήλιος Σοά:ρι

Ημέρα Τζούα

μερομήνια (12 πρώτες Μέρες του Αυγούστου) Ημερολόγιο
Ήμερος Ημερώνω Ημίονος Ήμισι Ηνίο Ήξερα Ήπειρος
Ησυχάζω Ησυχία

μουρμίνια καλιντάρου ίμιρου ιμιριψέστου μπλάρια ντίσ΄
ινί στεά:μ΄ Ίπιρου
ισιχ΄σέστου(κου) ισιχίϊ

Ήταν ιαρά

Θα Βα,ή βας

Θάβω Ανγκρόπ΄ου,νγκρόπ΄

Θάβω νγκρόπου , ανγκρόπ΄

Θάλασσα Αμάρε

Θαμμένος Θάμνος

Ανγκρουπάτ΄ου κουπάτσιου

Θάνατος Θάρρος

μοάρτια ,μουάρτι θάρου

Θαύμα Θάμ΄

Θεία μεγάλη άτα, άντα

Θείος , θεία,θείτσα λάλι , τέτα,θίτσα

Θέληση βρεάρε

Θέλω Θεμέλιο

βόϊ,βόϊου θιμέλιου

Θεός Ντουμιτζέλου

Θεραπεία Βιντικάρε

Θεραπεύω Θερίζω Θέρος
Θήκη ειδών καπνιστού,ίσκα,φυτίλι

Βίνντικου Σιάτσιρου θέρου πουνγκάρου

Θηλειά θηλιεάουα

Θηλυκό θιάμινου

Θηλυκό κατσίκι Θησαυρός Θολώνω
Θρηνώ

ιά:ντα θισαβρό
αρούντου,αλατσέσκου Ζηλιέσκου

Θρησκεία Θρόνος Θυγατέρα

θρισκίϊ θρόνου χίλιϊ

Θυλασμένη Σουτζιάτα

Θυλασμός Σουτζιάρι

Θύμηση Θυμίαμα Θυμιατό

μίντια = (αντούκου ντια μίντια= φέρω στη μνήμη) θιμινιάμα
θυμνιατό

Θυμούμαι Θυμωνιά Θυμώνω Θύρα

Αμίντε, αντούκ΄ντι αμίντε= φέρνω στη μνήμη Θυμουνιάουα
κακιουσιέσκου πουάρτα

Θυσία προς τον θεό κουρμπάνι

Ιανουάριος Ίδιος

γενάρου ίδιου

Ιδού ιά = (ιά μι =ιδού εγώ)

Ίδρωμα Σουντά:ρι

Ιδρωμένος Ασουντάτου

Ιδρώνω Ασούντ΄(ου)

Ιδρώτας Σουντόρ΄ (ου)

Ιούλιος Αλουνάρου

Ιούνιος Τσιρ΄σιάρου,θεριστί

Ιππεύς κ΄λάρου

Ιππεύς Ισιάζω

νκ΄λάρου = (μπάγκ΄μι νκ΄λάρου=βάλε με στο άλογο) ισιέτζου

Ίσκα προσάναμμα με τσακμάκι ιάσκα

Ισχνός ,αρρωστιάρης,άσχημος Σλάμπου

Ισχύον Ισχύς Ιτιά Ιώδιο

γκόφου Πουτεάρε Σάλτσι ,ιτιάουα ιόδιου

Καβάλλα στον ώμο Καβαλλάρης

νκαλαπίτσια καβαλλάρου

Καβαλλίκευμα νκ΄λικάρι

Καβαλλικεύω Νκάλικου

Κάδος συνήθως ξύλινο για μούστο κλπ.

Κάδρο Καζάνι Καζμάς Καημός

Τ΄λάρου Κάδρου Κ΄ζάνια Καζμά Σεβντά,καϊμό

Καθαρίζω κούρ΄

Καθαρίζω λ΄γ΄ρσέσκου

Καθαρίζω τα μάλλινα στη νεροτριβή Μπ΄τα΄νισέσκου

Καθαριότητα πάστρα

Καθαρός κουράτ΄

Καθαρός λ΄γάρα

Καθαρός π΄στρίτου

Καθαρός ,αίθριος ινσιρινάτου , σιρίνου

Κάθε μέρα Κάθησε ,σταμάτα,στάσου
Καθισιό Καθισμένος

κάθε ζούα στέ:ϊ σιντεάρε σιτζούτ΄

Καθόλου Νίτσι ,ντίπ΄

Καθόλου ,

Κάθομαι

κάντσιβά σέντου

Καθυστερημένος Αμ΄νάτ΄ου

Καθυστέρηση Αμ΄νάρε

Καθυστερώ , βραδύνω Αμ΄έ:νου ,αμ΄νάι= καθυστέρησα, αμ΄νάρε = καθυστέρη

Και οι τρείς Αμιντρέιλιοι

Καίω Άρντου

Κάκαδο μούκα ,ζγκάϊμπα

Κακία κάκε ,κάκι

Κακομαθημένος Κακός

Ντισνιρντάτου Στρέ:μμπου, Σρέ:μμπου

Καλά γκίνι

Καλάθι Καλαμιά

Κουφίνα Κ΄λ΄μνιάουα

Καλαμπόκι μίσουρου

Κάλαντα παραμονής Χριστουγέννων κόλινντα

Καλιακούδα Γκάϊα

Καλλικάντζαρος καρακάντζου

Κάλλιστα πρίμα

Καλλοπίζω ,ομορφαίνω,στολίζω μουσιτσέσκου

Καλό Καλοδεχούμενος

μπούνου διξίτου

Καλοκαίρι Βεάρα

Καλός Μπούν΄

Καλοσύνη Μπουνετιάτζα

Κάλτσα Π΄ρ΄πόδντια, κ΄λτσιούν ,λαπούντα

Κάλτσα,κάλτσες Λ΄πούντα, λ΄πούτζ, κ΄λτσιούνιϊ

Καλύβι κ΄λύβα

Καλύπτω αμβιλίτου ,α =σκεπασμένος,η Αμ΄βιλέσκου

Καλώ κλιέμ΄(ου) και ανκλιέμου

Καλώ , φωνάζω Αγκρέστου

Καμάρα ,θόλος κ΄μάρα

Κάμαρα ,δωμάτιο κάμ΄ρα και ουντέ:λου

Καμπάνα Κάμπος

κ΄μπάνα κέ:μπου

Καμπούρης κ΄μπούρου, Σγκρόμπου, κ΄μπούρ΄

Κάμπτω,(σκύβω) απλέκου (μι απλέκου τας τρέγκου ιπόστιγου)

Καμτσίκι Κανάτα

κ΄μτσίκου κ΄νάτα

Κανείς κάν ,βέ:ρου

Κανείς Νισούν΄

Κάνη όπλου Κάνθαρος

κάνια μπουμπουλίκα

Καντάρι ,στατήρ κ΄νντάρι

Κάνω εμετό Σβόμ΄ου

Κάνω εμετό ,ξερνώ Βουόμου

Κάνω , κατασκευάζω,παρασκευάζω Αντάρ΄ου (τσεαντάρ΄=τι κάνεις;)

Κάπα λεπτή Κάπα χονδρή

Ταλαγάνου Τ΄μπάρι

Καπάρο κ΄πάρου

Καπέλλο καπέλα

Καπέλλο ,σκούφος,κουκούλα κ΄τσιούλα

Καπίστρι κ΄πέστρου

Καπνίζω αφούμου

Καπνίζω (καίω άνευ φλόγας ) Ανγκούνιου

Κάπνισμα Ανγκουνιάρε

Καπνισμένος αφουμάτου

Καπνισμένος ,καπνιστός,παθ.μετ Ανγκουνιάτου

Καπνιστός Ανγκουνιάτου

Καπνοδόχος Μπουχάρου

Καπούλια ζώου κ΄πούλιοι

Καραβάνι κ΄ρ΄βάνι

Καραούλι ,σκοπιά κ΄ρ΄ούλι

Καρβέλι κ΄ρβεάλια

Καρβουνιάρης κ΄ρβ΄νάρου

Καρδάρα κ΄ρδάρε

Καρδερίνα μαραντόγιου

Καρδιά ίνεμα,ίνιμα

Καρούλι κ΄ρούλιου

Καρπούζι Χιμ΄νίκου

Καρύδι νούκ΄

Καρυδιά νούκα

Καρφί Πέντουρα, πιρόνα

Κάστανα κ΄στέ:νιϊ

Κατά ,προς εμένα= κ΄τ΄μίνι κ΄τ’ ,κατά

Καταβρέχω Μουλιέτζου, Αρουβινέτζου

Καταβροχθίζω Αμ΄πουκάρε

Καταβροχθίζω Αμμπούκου

Κατάλαβα αντουκίϊ

Καταλαβαίνω Ντουκέσκου,αντουκέστ΄

Καταλαβαίνω ,εννοώ. αντουκέστου

Καταπακτή γκλ΄β΄νίϊ

Καταπίνω Ανγκλίτου

Καταπίνω Ασκάπιτου

Καταπίνω Σκάπιτ΄ου

Καταπιωμένος Ανγκλιτάτου

Κατάποση Ανγκλιτάρε

Κατασκευή Αντράρε

Κατάσκοπος Σπιούνου

Καταφύγιο Απάνγκιου

Καταχωνιάζω Αχουνντουσέσκου

Κατεβάζω ντιπούνου

Κατεβάζω ,χαμηλώνω, απούν(ου)

Κατεβασμένος , με εξανθήματα στο πρόσωπο Αρουπουνάτου

Κατευόδιο , καλό δρόμο κάλε αμμπάρε

Κατηφορίζω Αριπιντινέτζου

Κάτι νίστι

Κατόπιν ,παραπίσω μαν΄πόϊ

Κατούρημα κισίαρι

Κατουρημένος Κάτουρο

Κισιάτου κισιάτ΄

Κατουρώ κίσιου

Κατσαρός κ΄τσ΄ρόσιου

Κατσίκι έντου

Κάτω ντιγκιόσου

Κάτω από τη μασχάλη Σουμτουσοάρια ή σουμσοάρι

Κάτω ,από κάτω ντιγκιόσου, νγκιόσου

Κάτωθεν ,από κάτω πρινγκιόσου

Κατωφέρεια Αριπιντίνα

Κατωφέρεια ,κλιτίς Αρίπιτου ή αρίπ΄

Κατωφέρεια ,προς τα κάτω Ντιχίμα, ντχίμα

Καϋμένε , λάϊ

Καϋμός καμό

Καύση Αρντεάρε

Καψαλίζω κ΄λέσκου

Καψαλισμένος κ΄λίτου

Καψαλισμένος π΄λίτου

Κγλίτσα Κ΄ρίγκου – κ΄ρλίγκου,

Κελάρι κιλάρου,κελάρου ,τσιλάρου

κελί μοναχού κιλίε

Κεντώ κινντισέσκου

Κεντώ ,τσιμπώ κίσκου

Κεντώ ,τσιμπώ Ντσάπου

Κεντώ ,τσιμπώ,σουβλίζω Αντσάπ΄ου,τσάπ΄ου

Κεραμοποιείο κιραμαργιό

Κέρας , κέρατο Κεραυνός

κόρ΄,κόρλου Σφούλκου

Κερδισμένος , γεννημένος Κερνώ

Αμιντάτου Μέστου

Κεφαλή πράσου με τα γένια Μπ΄ρμπούτα

Κεφάλι κάπου ή κάπλου =(επί κατάρας: τι κάπου αλούϊ στι τζού

Κεφάλια κάπιτι

Κεφαλόδεσμος γυναικών,ζωστήρα Μπάλτσου

Κήπος Γκ΄ρντίνα

Κήπος Μπ΄χτσέ

Κίναιδος πούστου

Κινίνο Σουλφάτα

Κινώ ,διώκω,πυροβολώ Αμίνου

Κιτρινίζω νγκ΄λμπινέστου

Κιτρινισμένος νγκ΄λμπινίτου

Κίτρινο Γκάλμπινου

Κλαδί ντιάγκ΄

Κλαίω πλέ:νγκου

Κλαμένος πλέ:μτου

Κλανιάρης Μπισινόσου

Κλάνω Μπέσου

κλάσιμο Μπισιάρε

κλασμένος Μπισίτου

κλαυθμός μετά δακρύων Ασπλιέγκου

κλαψιάρης πλε:νγκουρόσου

κλέβω Φούρ

κλειδαριά εξόπορτας κ΄τινάρου

Κλειδί κλιεάϊ

Κλείνω νκλίντου

Κλεισμένος νκλισούτου

Κλειτορίδα κατσαφλάκου

Κλεμένος Αφουράτου

Κλέπτω ,κλέπτης Αφούρου ,φούρου

κλέφτης Φούρου (λου)

Κλήμα ,κλήματα αμπέλου κλίμα,κλίματι

Κληρονομιά μιράδι

Κλινοσκέπασμα Βιλέντζα

Κλινο-Σκέπασμα Ντουάγκα

Κλοπή Αφουράρε

Κλωνάρι Αλουμάκιε

Κλωνάρι κράνγκα,

Κλωνάρι ντιάγκα

Κλωτσίζω κλουτσουέσκου

Κόβω Τάλιου

Κοιλάδα Βάλιε,λια

Κοιλαράς πε:ντικόσου

Κοιλιά πέ:ντικα

Κοιλιά ζώου π΄στούρα

Κοιμάμαι Ντόρμου

Κοιμισμένος Ντουρνίϊτου

Κόκκαλο όσου

Κόκκινος ,η,ο Αρώσιου,α,ου

Κόκκινος ,ρούσος ρώσιου

Κοκκινούτσικος Γκέσου

Κόκκος σίτου σπυρί και σπυρί δέρματος. γκ΄ρούτσου ,γκ΄ρίτσιου

Κόκορας κουκότου

Κολλημένος,η,ο Αλικίτ΄ου,α, ου

Κολλώ Αλικέστου

Κολοκύθα κουρκουμπέτα

Κόμβος νόντου

Κομματιασμένος Κονιαρτός

ντινιϊκάτου πούλμπιρι

Κοντά Απροάπια

Κοντά Απρουάπια, λίνγκα

Κοντά νίνγκα (βα στάου νίνγκ΄τίνι=θα καθίσω κοντά σου) ακόμ

Κονταίνω Ασκουρτέτζου

Κόντεμα Ασκουρτάρε

Κοντός ,ή Σκούρτου, Ασκούρτου,α

Κοπάδι κουπίϊ

Κόπανος μάλιου

κοπανώ τσιουκουτέστου

Κόπρος αιγός (στρογγυλή) κ΄κ΄ρέτζου

Κόπρος ζώων Μπάλικα

Κόπτω τον δρόμο, Αστάλιου =(λάπτιλι σ΄αστιλιέ = το γάλα κόπηκε,χάλασε)

Κόρα ψωμιού Κοριός

κούα Ταρταμπίκου

Κορίτσι ,κοπέλα Κορομηλιά Κορόμηλο
Κορφάδα πουρναριού

Φιάτα

Μέ:ρου, προύνου Προύνα, τζάνιρου Ξιφίλι

Κόρφος Κορυφή

βρεάζα Τζιούμα

Κοσκινίζω Κόσκινο

Ντσέρ΄ου Σίτα,τσίρου

Κόσμος ,άνθρωποι, Κόσσα

ντουνιάουα , λούμι κου΄άσια

Κότα Κοτέτσι Κοτσίφι

γκ΄λί:να κουμάσιου νέρλα

Κουβαλημένος Κουβαλώ ,φέρω,φέρσιμο,διαγωγή

Πουρτάτου Πόρτου,πορτάϊ Αόριστος

Κουβάρι γκλιέμου

Κουβαρίζω ντεάπινου = ντιπινάϊ = έκανα την κλωστή κουβάρι

Κουδούνι προβάτου κλόπουτου

Κουδούνισμα . Κουδουνίζω Κουκουβάγια

Ασουνάρε Ασούνου κουκουβιάουα

Κούκος κούκου

Κουκούλα κ΄τσιούλα

Κουκουναριά , πεύκη Κουκούτσι

Κίνου Σ΄μπουρα

Κουλούρα πασχαλινή ή γάμου Κουμπάρος
Κούνια Κούνια μωρού

Κουλάκου Νούνου Λιάνγκουνου,
Σ΄ρμ΄νίτσα ,Σαρμανίτσα

Κούνημα λιγκ΄νάρι

Κουνιάδα Νόρα, Αμινσουσίτα, κουμνάτα

Κουνιάδα κουμνάτα

Κουνιάδος κουμνάτ΄ου

Κουνιάδος Μπ΄τζινάκου

Κουνιμένος ,σηκωμένος Κουνούπι

Μουτάτου

Μουσκόνιου, Μούσκιου,Τ΄ούνου

Κουνώ τη σαρμανίτσα Κουράγιο

Λεάνγκ΄νου κουράγιου

Κουρασμένος , έμεινε πίσω Κουρδίζω

Αρ΄μάσου κουρδισέστου

Κουρέας Μπ΄ρμπέρου

Κουρεμένος κουρίτου

Κουρεμένος Σουντίτ΄ου

Κουρεύω στο λαιμό τα πρόβατα Τούντου , κάπιτου

Κουταβάκι κ΄τσ΄λούσιου

Κουτάβι Κουτάλα

κ΄τσέ:λου τσιουμπάνα

Κουταλάκι λινγκουρίτσια

Κουτάλι Κουτί

λίνγκουρα κουτίϊ

Κουτρουβαλώ ,γέρνω για ύπνο Κουτσαίνω
σκλιόπα Κουτσός

Αρουκουτέστου Σσκλιόπου κουτσή
Κλιοάπικου,κλιόπου

Κουτσουλιά γκ΄λιϊνάτου

Κόψιμο διάρροιας Κόψιμο γενικώς Κρανιά
Κράνα

κουφουρίϊ= (στι κουφουρέστ΄ σ νου αντουκέστ Τ΄λιάρι
Κόρνου Κράνιϊ

Κρασί γί:νου

Κρατσανώ κρ΄τσ΄νέσκου

Κρατώ Τσ΄ένου

Κραυγή , φωνή αουράρι

Κρέας κάρρ΄ή κάρνε

Κρεμασμένος ,η ,ο Κρεμμύδι

Σπιντζουράτου,α,ου τσιάπα

Κρεμώ Σπίντζουρ΄

Κρεμώ , αναρτώ Ασκάλνου

Κρεοπώλης κ΄ρνάρου , χ΄σάπου

Κριάρι Μπιρμπέκου

Κριθάρι Ό:ρτζου

Κρουνός ,βρύση, Κρούω

σιόπουτου τσιουκουτέστου

Κρυάδα ,κρύο Αρουκουάρι

Κρύβω Ασκούντου

Κρύο Κρύος

αρουκουάρι

Αράτσι =(άπ αράτσι=κρύο νερό)

Κρυολιάρης Αρουκουρόσιου

Κρυολόγημα Αρουκουράρι

Κρυολογημένος Αρουκουράτου

Κρυολογώ , αρρωσταίνω αρουκουρέστου

Κρυωμένος ,η,ο γκλιτσάτου,α,ου

Κρυωμένος ,η,ο Αρουκουρίτου,α, ου

Κρυώνω Αρουκουρέτζου ,Μι αρουκουάρι

Κρυώνω Κτένι μαλλιών

γκλιέτσου ζόρνα ή κιάπτινι

Κτένισμα κιπτινάρε

Κτύπημα Μπ΄τεάρι

Κτυπώ ,ραβδίζω Αγκουντέστου

Κτυπώ ,βαράω Κυδώνι Κυδωνιά

Μπάτου Νγκ΄τούνιϊ Νγκ΄τούνιου

Κυκλοφορώ ,συγκοινωνώ ούρντινου

Κυλιέμαι Κυνήγι Κυνηγός

ανντουκιλιέστ΄ου κινίγι κινιγόλου,αβινατόρου

Κυνηγώ ,διώκω Αβίνου (αβινάτου= διωγμένος ,αβινάτικου= κυνήγι ,αβιν
κυνηγός )

Κυνόδοντας κ΄ρίντε

Κυπρί Κύπουρ΄

Κυπρίνος ψάρι ποταμού κλένου

Κυρία κυράουα

Κυριακή Ντουμέ:νικα

Κύριος ,α Ντόμνου ,α

Κωδωνίζω ,σημαίνω, ηχώ Ασούν΄(ου)

Κωλικόπονος Κώλος κωλοφωτιά

Στρόφου κούρου λικουρίτσιου

Κωφός Λαβωμένος Λαγήνι

κούφ΄(ου) λ΄βουσίτου λαγίνου

Λαγκίτες ,γλύκισμα για λεχώνες κυρίως. λ΄γκίτι

Λαγός λιέπουρου

Λάδι ουντουλέμ

Λάθος Αλάθου

Λαιμητόμος καραμανιόλα

Λαιμός Λακέρδα

Γκούσι,γκούσια Λακέρδ΄

Λάκκος ,τάφος,γούρνα γκρουάπα

Λαμπερός Λουτσίτου

Λάμψη Λουμίνα

Λανάρι ,χτένι Λαναρισμένος

Λ΄νάρου = (κιάπτινι=χτένι) Σκ΄ρμινάτου

Λανθάνω ,σφάλλω Αλαθιψέστου

Λαός Γκίμτα ,λούμια

Λαός λούμι, ντουνιάουα

Λαός πούπλου,πληθ . πούπλι

Λαός,κόσμος,πλήθος Ντουνιάουα,λούνεα

Λαρδί ,λίπος λίγδα

Λάρυγγας γκ΄ργκ΄λάνου

Λάρυγγας Λάσπη

γκουρμάτζου λάσπι

Λάχανα Βεάρτζ΄

Λάχανα με ρύζι βραστά Λάχανο
Λείπω Λεκάνη

Μπουρανί Βέρτζου Λιψέστου λιάνι

Λεπταίνω Σουπτσιρέτζου

Λέπτισμα Σουπτσιεράρι

Λεπτό μινούτου

Λεπτό δέρμα πιζιλίνα (πιζιλίνα ντι νιπέ:ρτικ΄= πουκάμισο φιδιού)

Λεπτός Λέρωμα

Σουπτσιέρου Λ΄τούρ΄α

λερωμένος λ΄β΄σίτου

λερωμένος με βρώμικο νερό Μουτζιλίτου

λερώνω, ρυπαίνω Αλ΄τσέσκου

Λευκαίνω Λεύκη

Αλγκέσκου Πλούπου

Λευκός Άλμπου

Λευκότης Αλμπεάτσα

Λεχώνα ,ες Λέω Λίγδα

λιχουάνα,λιχουάνι τζ΄έ:κου
λίγδ΄

Λίγο θιάμ΄(α) = ή νιχιάμ΄

Λίγο ν΄χεάμ΄ή ναθεάμα

Λίγο πουτσέν΄, πουτσέ:ν΄

Λίγος πουτσέ:νου

Λιθοβολημένος Αμ΄πουλισίτου

Λιθοβολώ ,εμβολιάζω Αμμπουλισέσκου

Λιποθυμώ λισινέτζου ,μιλί:ι

Λιποθυμώ από κλάμα Αγ΄λισύρε ή λισινάρι ,(μη λισιουνέτζου ντι πλέντζου)

Λιώνω , τουκέστου

Λοβός αυτιού Σκάρτσιου, σκέ:ρτσικου

Λόγος ζμπόρου

Λόξυγγας Σούγκλιτσου

Λόξυγκας γκουρλίτσα

Λοστός Λούζομαι

Σούλου

Μηλάου,μηλάϊου ,ασκάλντου

Λουκάνικο Σουτζούκου

Λουλούδι λιλίτσι

Λουλούδι λιλίτσια

Λουρί υπό την ουρά ζώου πιστεάουα

Λουρί , ζώνη Λουσμένος

κουράουα

λάτου, σκ΄λντάτου

Λόφος Μ΄γούλα

Λύκος Λούπου

Λυμένος Λύνω

Ντισλιγκάτου Ντισλέγκου

Λύνω κόμβο Ντισνόντου

Λύπη Μάγειρος

Νβιρίνου Μάγιρου

Μαγευμένος ,πατημένος από τον ίσκιο Αουμπράτου

Μαγιά Μαϊάου

Μαζεμένος Αντουνάτ΄ου

Μαζεύω αντούνου

Μαζί ,συγχρόνως,δια μιας νταντούνου

Μαθαίνω νβέτσου

Μαθαίνω συνηθίζω Αμβέτσου

Μαθαίνω ,συνηθίζω Αμ΄βέτσου

Μάθηση Αμβιτσάρι

Μάιος Μάϊου

Μακριά ντιπάρτι ,αλάργκου

Μακριά ,αλάργα Αλάργα ,αλάργκου

Μακριά ,απέναντι νάπαρτε , ντινάπαρτι

Μακρυά Ανάπαρτι

Μακρύνω φαρδένω Σπιρλουγκέσκ(ου)

Μακρύτερα πριαλάργκου

Μαλακό μοά:λιου,μόλιου

Μαλακός Αλουτζίτ΄

Μαλλί για γνέσιμο κάϊρου

Μαλλί για γνέσιμο λέ:ν΄

Μαλλιά προβάτου Λ΄έ:να

Μαλλιαρός Λ΄νόσου

Μαλλιαρός πιρόσου

μάλλινη ζώνη Λ΄χούρε

Μάλωμα ,ξεφωνίζω κάποιον, β΄ργιάρι ,νκάτσου

Μαλώνω , ερίζω Ανκάτσου

Μάνα Μάνα σου Μάνδαλος
Μανδύας μάλλινος Μανία ,λύσσα

ντάντα μ΄έ:τα ,ατάου τσιάρκου σάρικα τρουμπάρι

Μανίκι μέ:νικα

Μανιτάρι γκουγκουλιάνα ,

Μανιτάρι Μπουμπουρέκου ή μπουρέκου

Μαντεία Ανγκουτσίρε

Μαντεύω Ανγκουτσέσκ΄ου

Μαντεύω , εννοώ,απεικάζω Μαξιλάρι

Ακικασέσκου Κ΄πιτίνιου

Μαρκαλίζω πέ:ρτσιου

Μαρκαλίζω ,επιβατεύω(επι προβάτων αναπαραγωγή)

μ΄ρκ΄λισίτου

Μασιά τζακιού,τσιμπίδα μάσια

Μασσώ μάστικου ,αρουάμιγκου

Μάστιγα κ΄ρμπάτσα

μαστός ζώου μαστός Γυναικός

Ούτζουρου Τσέ:τσα

μάτι, οφθαλμός όκλιου

Ματιάζω Ματωμένος ματώνω

Αουκλιέτζου Σ΄ντζινάτου Σ΄ντζ΄νέτζου

μαυλώ (Φωνάζω,προτρέπω ζώο προς εμέ) ( ανκέ:νου (συνήθως για ζώα)

μαυλώ ζώο,προσκαλώ Ανγκέ:νου,ανκ΄άνου ,

μαύρη λάϊ

μαύρη μανδήλα πένθους γυναικών Μπ΄ρμπούλιου

μαύρος λάϊου

μαύρος μούργκου

μαύρος, κόρμπου

μαχαίρι κ΄τσούτου

μαχαίρι πτυσσόμενο κ΄στούρα

μαχαλάς μ΄χ΄λέλου

μάχη αγώνας Αλούμπ΄τα

μάχομαι ,αγωνίζομαι λιούφτου, αλούμτου

μεγάλη μητέρα μάνα μάρι = ή ντάντα μάρι

μεγάλο βαρέλι κρασιού Μπούτι

μεγάλος μάρι

μεγάλος ,η ,ο μάρι, μάρια, μάρι

μεγαλώνω Ακρέστου

μεγαλώνω αναπτύσσομαι Κρέσκου ,ακρέσκου

μεγεθύνω , μεγαλώνω,μακρύνω Λουντζέσκου

μεθαύριο πιϊμέ:νι

μεθαύριο πουϊμέ:νι ή πιϊμέ:νι

μέθη Αμμπιτάρι

μεθυσμένος,η,ο (παθ.μετοχή) Αμ΄πιτάτ΄ου, α,ου , Μπιτάτου

μέθυσος, μέθη Αμ΄πιτάτουρου,α

μεθώ κάποιον Αμμπέτου (αμμπιτάϊ, αμμπιτάτα)

μελανοδοχείο κ΄λ΄μάρου

Μέλι μέλισσα

Νιάρι Γιάσπι(α)

μένω αναυδος,άφωνος Μουτσέ:σκ΄

μένω πίσω,κουρασμένος Αρ΄μένου

μένω,κατοικώ Αρ΄μ΄νέστου

μερικοί ν΄σκέ:ντς = (ν΄σκέ:ντι όρι= μερικές φορές)

μερικοί,ες,α.κάτι Νίστι

Μεριμνώ μερμήγκι

Κάφτου Φουρίγκα

μέσα νούντου ,ναούντρου,ναϊντρου

μεσάνυχτα μιντζανουάπτια

μετά,με, συν μεταβάλλω,προκατασκευάζω

κου ,νταπόϊα πριφάκου

μετακινώ μούτου = ή αμούτ΄-αμουτάϊ

μεταλαβαίνω των αχράντων μυστηρίων κουμιέ:νικου

μετάληψη κουμινικάρι

μετρημένος μισουράτ΄

μετρημένος νουμιράτου

μέτρηση νουμιράρι

μετρώ μισούρου

μετρώ νούμιρ΄

μέχρι π΄ν΄

μήλα μεά:ρι,

μήλο, μέρου

μήνας μέσου

μήπως Άμ

μήπως νάκα

μητέρα,μεγάλη μάνα μάμα,μούμα =(ντάντα μάρε)

μία

να=αντί ούνα (επί αφορισμού- ν΄κίκουτα αλιέϊ = μια στα αυτής)

μικρό φτυάρι τζακιού κ΄τσίϊ

μικρός ,η,ο νιή:κ΄,νιή:κα, νήι:κου

Μιλημένη Μιλώ

ζμπουράτα ζμπουρέστου

μισθώνω Αρουνγκέτζου = (μι αρουγκάϊ πικουράρου)

μιτάρι αργαλειού λίτσου

Μοιάζω μοιράζω

Ουντζέσκου Μπάρτσου

μοιρίζω Νιουρτζέσκου ,ανιουρτζέσκου

μοιχεία κουρβαρίϊ

μολονότι κ΄τούτου

μολονότι μέτσι

Μολύνω μοναξιά

π΄νγκ΄νέσκου σινγκουρεάτσα

μονήρης , μόνος Ανντόρνικ΄ου , σίνγουρ΄

μόσχος Γιτσέλου

μόσχος, βόϊδι Μπόου

μου Νιού = κτητ.αντ. ντάντανιου=μητέρα μου

μουγγός ,ή άφωνος,η Μούτ΄,μούτα

μουδιάζω,ναρκούμαι Αμουρτζεάσκου,αμορτζίϊ

μουδιασμένος ,παθ. Μετ Αμουρτσίτ΄ου

Μουλάρι Μουλιάζω

μούλα =(αλάσ΄ μούλα ακάτσ΄πούλα = άσε το μουλάρι πι πέος)
μό:λιου

μουρλός γκλάρου

μουσκεμένος ουντάτου

μουστάκι Μουστάτσα

μουχλιασμένος Μούχλιντου,μουχλιτζίτου

μοχλός κλεισίματος πόρτας λόστουρου

Μπαζάκας Μπαίνω

Μπ΄ζ΄κόσιου Ίντρου

μπαϊράκι,σημαία Μπαϊράκε

μπαϊράμι Πάσχα Τούρκων Μπαϊράμε

μπάλωμα Μπιτικάρι

Μπάλωμα κομμάτι πεάτικου

μπάλωμα(κομμάτι) μπιάτικου

μπαλωμένος Μπιτικάτου

μπαλώνω Μπιάτικου

μπάτσος, καλπαζιά πλίσκουτα

μπάτσος,μπάτσα Μπάτσα

μπεκρής Μπικρίλου

Μπελάς Μπερμπάντης

Μπιλιάουα Μπε:ρμπέ:σου (α)

μπήξιμο,χώσιμο Ανντισάρι

μπλέκω,συναντώ

Ανντισέσκ΄ου( αντισίϊ κου αίστ΄όμ=έμπλεξα μ αυτόν τον άνθρωπο)

μπόλι,μiσχος Αμ΄πόλιου

μπόλιασμα Αμμπουλισίρε

μπορεί,ίσως,πιθανόν

μπορώ

ποάτε (ατσέλ΄τσι βέτζ΄ακό ποάτι σχίμπ΄Νάσιου=αυτόν βλέπεις εκεί ίσως είναι ο Θανάσης)
πότου

Μποστάνι Μπουκιά

Μπουστάνεα Μ΄σκ΄τούρα

μπουσούλισμα Αμπουσιλάρε

μπούτι ,μηρός Μπούτεα

μπούφος Μπούφου

μπριάνα ψάρι ποταμού Μπριάνα

μπροστέλα,ποδιά πουδεάουα

μπροστά ντινίντι ,ναϊντι

Μυαλό μίντι

Μυαλός,ψίχα μ΄ντούα

Μύγα Μυγίτσα

μούσκα μουσίτσα

μυζώ,βυζαίνω Σούγκου

μύλος μουάρα

μυλωνάς μουράρου

μύξα Μούτσου

μυρίζω Ανιουρτζέστ΄ου

μυρίζω(ανιούρζου =προστακτική ,μύρισέ το) Ανιουρτζέσκου,ανιουρτζέστ΄ου

Μυρισμένος Μυρμήγκι

Ανιουρτζίτου Φουρίγκα

μυρουδιά Αμουρτζίρε

μυρωδιά Ανιουρτζιάρι

μυς,ποντίκι και χόρτο επί βόρειας πλευράς του
δένδρου.

μούσκλιου , μπρ΄τσάτου

μύτη νά:ρι ,νάρια,νάρε

μυώδης Μουσκλιόσου

μωρό,παιδί νεαρός

Τσιλιμάνου τίνιρου

νεκροθάφτης γκρουπουάρου

νεογνό βρέφος νεότητα

νάτου τινιριάτσα

νέος νόου

νέος Ντζόνε

νεράϊδα του βουνού Τζίντα

νερό Άπα

Νεροτριβή Ντριστεάλα,ντριστεάλι,μπατάνι

Νερουλός Νευρικός

Απατόσου Σιρμπέσκ΄, σέρτου

νέφος νουόρου

νεφρός αρίκλιου

νεφρός Αρίκιου

νεφρός Μπουμπουράκου

νήμα Χίρου

νήμα μάλλινο κιάντινου

Νήπιο Πούπου

νηστεία μάρσινα

νηστεύω μαρσινέτζου

νηστικός ατζιούν΄

νικημένος Ασβίμτου

νικώ Ασβίνγκου

Νοέμβριος Μπρουμάρου , (τα αγιΑντρέου )σχέτο Αντρέου=Δεκέμβρ

νοήμων αντουκίτου ,μιντουίτ΄

νοήμων μιντιμένου

νομαδική σκηνή πουράβα πληθ.πουράγι (από το πορεύουμε όπως όπως)

νονός νούνου

νοσοκομείο Σπιτάλε

Νοσταλγώ, πονώ Ντόρου,

νότιος,υγρός, νουτόσου

νούς μίντι, μίντια

νταμπλάς ντ΄μμπλά, ντ΄μμπλάτς

Ντισέρτου ντρέπομαι

αδειάζω ,εκκενώ

μι αρουσιένιοι,αντιρσέστου

ντριστέλα,,νεροτριβή Μπ΄τάνι

ντροπαλός Αρουσιουνόσου

ντροπή Αρουσένι

ντροπή, Αρουσίνε

ντροπιάζω Αρουσιουνέτζου

ντροπιασμένος Αρουσιουνάτου

ντυμένος Αμβισκούτ΄ου

ντυμένος νβισκούτ΄

ντύνω Αμ΄βέσκου ,νβέσκου,μβέσκου

ντύνω

Αμβέστ΄ου, μβέστ΄ου, νβέστ΄ου (εξ ου και βεστιάριο)

νυμφευμένη μ΄ρτάτα

νυμφεύομαι ινσόρου, νσόρ΄

νύμφευση γυναικός μ΄ρτάρε

νύφη μβεάστα

νύφη νβεάστα και μβεάστα

νυφίτσα νβεστούλια

Νύχι Ούνκλιϊ

Νύχτα Νουάπτια , νουάπτι

Νύχτωμα Ντουνικάρι

Νύχτωσες Ξαίνω μαλλί Ξαπλώνω

μουρτζίσιου σκάρμινου μι τίντου

Ξαπλωτός,τεντωμένος Τέσου, τιντόσου

Ξεαφρισμένος Ξιασπουμάτου +++++++++

Ξεβουλωμένος Ντιστουπάτου

Ξεβουλώνω Ντιστούπου

Ξεγυμνώνω Ντισπόλιου

Ξεδιπλωμένος Ξεδιπλώνω

ντισβ΄ρτίτου ντισβ΄ρτέστου

Ξέζεμα Ντιστζιουγκάρι

Ξεζεύω Ντιστζιούνγκου

Ξεζώνω Ντισμπρ΄νέτζου

Ξεζώνω,ξεσφίγγω τη ζώνη Ντιστρίνγκου

Ξεθάβω Ντισγκρόπου

Ξεθαμμένος Ντισγκρουπάτου ++++++++++

Ξεκαλιγώνω Ντισκάλτσου

Ξεκαλυκεύω Ντισκάλικου

ξεκινημένος νκισίτου

ξεκινώ νκισέστου

Ξεκοιλιάζω Ντισπέντικου

Ξεκοιλιασμένος Ντισπεντικάτου

Ξεκολλημένος Ξεκολλώ

Ντισλικίτου Ντισλικέστου

Ξεκουράζομαι Ντισκούρμου

Ξεκούραστος Ντισκουρμάτου

ξεμαθαίνω ντισβέτσου

ξεματιάζω, Ντιουκλιέτζου ,

Ξεμέθυσμα Ντισμπετάρι

Ξεμέθυστος Ντισμπιτάτου

Ξεμεθώ Ντισμπέτου

ξεμπλέκω,λύνω Ντισλέγκου

ξένα ξιάνι,λι

Ξενοδουλεύω Ξενουλουκρέτζου

Ξένος Ξένου

ένος ,επισκέπτης,φιλοξενούμενος μουσαφίρης μουσαφίρ΄ου

ξεντύνω ντισβέσκου

Ξεπάγωμα Ντισγκλιετσάρι

Ξεπαγωμένος Ντισγκλιτσάτου

Ξεπαγώνω Ντισγκλιέτσου

ξεπερδικλωμένος Ντισλιϊντικάτου

ξεπερνώ,ταιριάζω, νικώ,υπερτερώ. Αντρέγκ΄ου

Ξεπεταλώνω Ντισκ΄λτσάρι

ξεπέταξε το καλαμπόκι(βάρεσε) ξεπεύτω

ντιάντι μίσουρου σκάντου

Ξεπλεγμένος Ντισπουλτίτου

Ξεπλέκω Ντισπουλτέστου

ξεπλένω Σπέλου

ξέπλυμα Σπιλάρε

ξεπλυμένη Σπηλάτα

ξεπουλώ,επιτυγχάνω,προκόβω,

ξεραίνω

απουβίνντου = επί κατάρας (σ΄νου απούτς= να μην προκόψεις….)
αουσούκου

Ξέρραμμα Ντισκουσιάρι

Ξέρραφος, ξερραμμένος,άρραφτος Ξέρω

Ντισκουσούτ΄ Στιού

ξεσκεπάζω Αντιβιλέσκου

Ξεσκεπάζω ντισβ΄λέστου

ξέσκεπος ντισβιλίτου

Ξεσπαργάνωμα ξεσπαργανώνω

Ντισφουσάρι Ντισφούσιου

ξεστεργιάζει νσιρίνου

Ξεστρώνω Ντιστέρνου

Ξεσφύγκω Ντιστρίνγκου

Ξεσφυγμένος Ξεσχίζω

Ντιστρίμτου

Ντισίκου (επι τσακίστηκε= σντισικ΄έ:)

Ξεφασκιωμένος Ντισφ΄σάτου

Ξεφασκιώνω Ντισφούσιου, Ντισφάσου

ξέφορτος,αφόρτωτος Ντισκ΄ρκάτου

Ξεφορτώνω Ντισκάργκου

ξέφραγος ντισγκ΄ρντίτου

ξεφράζω ντισγκ΄ρντέσκου

Ξέφραγμα Ξεφωνίζω

ντισγκ΄ρντίρε σγκιλέσκου

ξεχειμαδιάζω, Αρνέτζου

ξεχνώ Αγκρισέστου

Ξεχνώ Ξεχωρίζω Ξιλώνω

Ανγκ΄ρσέστου Ντισπάρτσου ντισκόσιου

Ξημέρωσε Ξηραίνομαι,ξηρός

Απιρί Σέ:κου

Ξηρασία Ξέρα

Ξηρασίες Ξέρι

Ξηρός Ξίδι

Ουσκάτου πούσκα

Ξινάδα Ξινίζω

πουσκ΄τούρα ακρέ:σκου

ξινισμένος Ακρίτ΄ου

ξινισμένος Αράσου

ξινισμένος πουσκουϊτου

ξίφος κουάρντα

Ξοδεύω αξουδιψέστου

ξυλαράκια λεπτά Σουρτζιάλι

ξυλέμπορος λεμνάρου

ξύλινο αγγείο γάλακτος Γκ΄λιάτα

Ξύλο Ξύλα μικρά

λέμου,λέμνου Σουρτσιάλι

ξύνω Αράντου , σγκρέ:μου

Ξυπνητός Ντιστιπτάτου

Ξύπνισμα Ντιστιπτάρι

Ξυπνώ κάποιον Ντιστέπτου

Ξυπόλητος Ντισκούλτσου

ξυράφι κουσουράφι

ξυρίζομαι Ασουρσέσκου

ξυρισμένος Μπαρμπισίτου

ογδόντα Οπτ΄τζάτσι

ογδόντα οπτουτζέτς

οδοιπόρος, ξενιτεμένος Αξινιτόρ΄

οίδημα Λούνγκα, ουμφλάτου

οικτείρω, συμπαθώ, λυπάμαι Νιϊλουέσκου

οκτακόσια οπτουσούτι

οκτώ Οκτώβριος, φθινόπωρο

όπτου

Σαμαντριάνου ,Σουμέντρου

ολόγυρα ντιβερλίνγκα ,Ντιβρίγκ΄ρα

Ολόκληρος Ομιλία

Ντρέγκου σμπόρου

ομιλώ Σμπουριέστου

Λέγω, καλώ γκρέσκου

ομίχλη Ανντάρα

ομίχλη νέγκουρα

Ομοιότητα Ουντζεάρε

ομορφιά,ωραιότητα μουσιτεάτσα

όμορφος,η,ο μουσιάτ΄ου,α ,του

ονειρεύομαι νγισάρε, νγκισέτζου

ονειρεύομαι (μι νγισέτζου) Ανγισιέτζου

όνειρο γίσου ή νγίσου

όνομα νούμα

όξος πούσκα

Οξυά οξύθυμος

Φάγκου σέρτου

όπισθεν,μετά,πίσω Ντούπου

όποιοσδήποτε κάρεβά

οποτανδήποτε κάρε ουάρα

οπουδήποτε Ιουτσιντό

οργισμένος ντ΄νγκ΄νίτου

οργώνω αβρουγκουέστ΄ου

οργώνω όρτζου

ορεινός ,ή μουντόσου, α = ντι μούντι

Όρθιος Όρκος Όρνιο

Μπρόστου Όρκου όρνιου

ορμώ ουρμέσκου

Όρχεις όρχις

κουάλιοι κόλιου

όταν,εάν ,άμα,αφού κάρα = (ντικάρα νου άϊ=αφού δεν έχεις)

ότε,όταν Άνντα ,νντά ,κ΄έ:ντου

ότιδήποτε ίτσι

ουδόλως,καθόλου Ντότου,ντίπ

ουρά κουάντα ή κόνντα

ουράνιο τόξο κουρκουμπέου

Όχι Όχθη Οχιά

νού όχτου ουχιάουα

Οχτώ όπτου

Πάγκος Πάγος

Μπάνκου γκλέτσου

παγούρι π΄γούρου

πάγωμα γκλιτσάρε

παγωμένος νγκλιτσάτου

παγωνιά νγκλιτσάρε

παγώνω γκλιέτσου

παίδεμα πιδιμό

παιδίσκη,κοριτσάκι Φιτίκα,πούπα

Παίζαμε παίζω

Ατζιουκάμ΄ =,(ν ατζουκάμ΄= παίζαμε) Μ΄Ατζιόκου

παίρνω λιάου

Παιχνίδι Παθαίνω

ατζιόκου μόρου,πάτου ,

παλαιώνω Βικλιέσκου

πάλι μάτα

πάλι πάλε

παλουκώνω Ανκόπιρου

Παναγία κάθομαι

Στ΄μ΄ρία στάου

πανούκλα πούσκλϊ(σνού πούσκλϊ=επί κατάρας να μη φθάσει η αρρ

πάντοτε ,διαρκώς Ντάϊμα

πάντοτε,συνέχεια Τότ΄ινα

παντρεμένος μ΄ρίτου

πανύψηλος Σπιρλούνγκου

πάνω Σούπρα,

Πανώλη Πανουκλιασμένος

Πούσκλεα Πουσκλεάτου

Παπάρα Μπουκουβάλα

Παππάς Πρέφτου

Παππούς Αούσιου

Παππούς Πάππου (αούσιου)

Παραβράζω Παραγγέλω

Παραχέρμπου Ντε:μέ:ντου

Παραγνωρισμένος παρακ΄ν΄σκούτου

Παράδοση , ντάρε

παράθυρο φυρίδα,πιντζέρου

Παραθυρόφυλλο κ΄νάτου

Παρακάνω Παραφάκου

Παραλαβή λουάρε

Παραμονή ,διαμονή Αρ΄μ΄νεάρι

Παράνυμφος σύζυγος φίλου Σοράτα

Παραπαίρνω Παραλιάου

Παραπάνω Πριμανσούς

Παραπατώ Παρακάλκου

Παραπίνω Παραμπεάου

Παρασκευή Βίνερι

Παρατηρώ ,βλέπω,κοιτάζω Μουτρέσκου

Παρατρώγω παραμέ:κου

παραχώνω Κρόπου ,νκρόπου

παραχώνω νγκρόπου

Παρδαλό άσπρο μέτωπο , τράγου,αλόγου κλπ Μπάλιου

Παρδαλός λιάρου

Παρθένος Βιργίρα

Παρμένος ,τρελλός λουάτου , λισιώρ΄ου

Πασπαλίζω Πισπιλέστου

Πάστρα Σπάστρα

Πάσχα Πατέρας

Πάστι ή τιπάστ΄ Τάτι

Πατημένος κ΄λκάτου

Πατώ Κάλκου =(κ΄λκάι =πάτησα)

Παχαίνω Νγκρουσέστου ,νγκρουσέτζου ++++++++++

Πάχνη Πάχος ,λίπος

Μπρούμα Σέου

Παχύς γκ΄ρόσου

Πεδιάδα κέ:μπου

Πεζούλι Πιζούλιου

Πεθαίνω Μόρου

Πεθαμένοι Μόρτς

Πεθαμένος , Μόρτου

Πεθερός Σόκρου

Πείνα Φουάμι

Πεινώ Ατζιουνέτζου ,νφουάμι

Πειράζω κ΄ρτέσκου

Πελαργός κιρκινέκου,λελέκου

πελαργός λέλικου

Πελάτης Μουστιρίου

Πελεκημένος Πιλικισίτου

Πελεκώ Πέμπτη

Πιλικισέστου Τζιόϊ

Πενήντα Τσιντζάτσι

Πένθος Ζάλε ,ζιάλιϊ

Πένθος Λούτ΄

Πενθώ Ζ ΄λέσκου

Πέντε Τσίντσι

Πέος Πούλα .πούτσα

Πεπόνι Πεάπινι

Πεπόνι Πέρδικα

Πιπόνιου Πιτουρίκια

Περδικλώνω , Περηφάνεια

Νκιάντικου = νκιντικάϊ=έδεσα τα δυο πόδια ζώου Μ΄ριάτσα

Περικύλιμα Ντ ΄β΄λίρι

Περιμένω Περιορισμένο

Αστέπτ ΄ου

Αζάπε= νου λ φάκου αζάπε, δεν μπορω να τον κουμαντά

Πέριξ Αμβιρλίγκα

Περιπαίζω Πιζουέστου

Περίπατος Πριϊμνάρε

Περιπατώ,κάνω περίπατο,γυμνάζομαι Πρϊίμνου

Περισσότερο Κάμα = ( κάμα μούλτ, μα μούλτ)

Περισυμαζεύω Απρεαντούν ΄

Περιτριγυρισμένος Αμβιρλιγκάτ΄ου

Περιτυλιγμένος Αμβ΄ρτίτ΄ου

Περιτυλίγω , πολιορκώ. Αμ΄βιρλιγκέστου,αμ΄β΄ρτέστου

Περιφράζω Νγκ ΄ρτέστου

Περνώ σe κλωστή) Αμμπάϊρου(αμμπάϊρου ντουά:νι=περνώ σε σπάγκο φύλλ

Περνώ «από» τρέκου

Περπάτημα , πορεία Ιμνατούρα , ιμνάρια

Περπατώ Ίμνου

Πέρυσι Αν΄τσέρτσ΄ου

Πέταλο Πέταλου

Πεταλωμένος Νκ ΄λτσάτου

Πεταλώνω ,καλιγώνω Νκάλτσου

Πεταλωτής Αλμπάνου

Πεταλωτής Πετεινός

Ναλμπάνου Κουκότου

Πέτρα Πετρέλαιο

Κιάτρα , σκιέμπ΄α Γκάζου

Πετροβολώ Πετσέτα

Απιτρουσέσκου Πιτσέτα

Πετώ ,ίπταμαι Ασμπουάϊρου

Πέφτω Κάντου

Πηγάδι Πούτσου ,πιγάδεα

Πήγαινε Πηγαινοέρχομαι

Ντούτι =προστακ.του νέγκου Ουρίντου

Πηγαίνω Νέγκου

Πηγαίνω αντούκου (μι αντούκ΄λα τέτα=πηγαίνω στη θεία)

Πηγή Φ΄ντάνα

Πηγή , Ίζβουρου

Πηδώ , Αννσάρου

Πηδώ , Πήζω , πητιάζω

Ντισάρου , ανσάρου Νγκλέγκου

Πήλινο αγγείο Μπόντσα

Πηρούνι π΄νεάουα

Πηχτό γάλα,πρωτόγαλο Άλκα ,κουλιάστρα

Πιάνω Ακάτσου

Πιατέλα Λιγκέρι

Πιάτο Πιάτου

πιγούνι γκ΄ρούνιου

Πιζέλι Αρόβου

Πικράδα Ακριτούρα

Πικραίνω Αμαριάσκου

Πικραμένος Αμ΄ρίτου

Πικραμένος Αμαρίτου

Πικρίζω Ακρέτζου

Πικρός , ξινίλα Ανακρίτσιου

Πικρός ,αμάρ΄=πίκρα Αμάρου

Πικρός ,η,ξινός,η Άκρου,α

Πινακωτή Κ ΄ρπιτόρου

Πινακωτή πινακουτό ή πλακωτό

Πίνω Μπιάου

Πιρούνι μπουνέλα

Πίστη Μπέσα

Πίσω Ντινουπόϊ

Πίσω ,όπισθεν Πίτουρα

Ναπόϊ = (ντι ν΄πόϊ= από πίσω) Τ έ:ρτς

Πλάθω Πλ ΄σέτζου, αστέρου

Πλάκα Πλουάτσα

Πλακωμένος Απιτρουσίτου

Πλακωμένος Απλουκουσίτου

Πλακώνω Απλουκουσέσκου

Πλάστης , στρογγυλή ράβδος Πλατεία

Σουτσάλα Ντουτσιάνι

Πλάτη Πουλτάρια

Πλάτη ,ράχη, Π΄λ΄τάρι

Πλειοδοτώ Αρτιρσέσκου

Πλέκω Μπουλτέστου ,πουλτέστου

Πλένω Λάου

Πλευρίτις Πλιβρίτου

Πλευρό ,παϊδάκι Πουλτάρια,Κουάστα

Πληγή ,τραύμα Πληγώνω Πληρώνω

Πλεάγκα Λ΄βουσέσκου Πουλτέστου

Πλησιάζω Ακούμτινου , απρόκιου

Πλησίον Απρουάπια

Πλούσιος Αβούτ΄

Πλυμένος Λάτου

Πλύσιμο Λάρι

Πνευμόνι Πλιμούνα

Πνιγμένος Νικάτου

Πνιγμός Νεκάρι

Πνίγω Νέκου , νέκ΄

Πνίγω με σφίξιμο λαιμού Ζγκρούμου

Πόδι Τσιτσιόρ΄(ου)

Ποδιά μεγάλη Πεστιμάλιου, Πουάλιϊ

Ποδιά μικρή Πουάλα

Ποδόκροτος Αρόπουτου

Πόθος μιράκι

Ποιος Κάϊ ,

Ποιος Πόλεμος

Κάρε Πόλιμου

Πολιορκώ Ντσιρκλιέτζου

Πολιορκώ ,περικυκλώνω Αμβιρλιγκέτζ΄ου

Πολλά ,πολύς Μουλτίμε , μουλτσίμε, μούλτι

Πολλές φορές Μούλτι ουάρι

Πολτός ζυμάρι Κουλιάσιου

Πολύ Μούλτ ΄=(μούλτ΄κιρό = πολύς καιρός, μούλτ΄γκίνι= πολύ

Πολύς Μούλτου

Πόνεσα Πόνος

Ντουρούϊ Ντόρου

Ποντίκι Σιουάρικου

Πορδή Μπισιένα

Πορνεία Πουρνίλια

Πόρνη Πουτάνα

Πόρνη ,πόρνες Κούρβα ,κούρβι

Πόρπη ,κόπιτσα Ζάβα

Πόρτα είσοδος Ούσια ,πουάρτα

Πόση ,πιόσιμο Μπιάρια ,μπιάρι

Πόσο Ανκ΄έ:του , κ΄του

Πόσο Κ ΄του

Ποτάμι Αριέ:ου,ρέου

Ποτέ Βρουάρ΄, Πουτέ

Πότε κ΄έ:ντ΄(ου)

Ποτήρι μεταλλικό Πότισμα

Ποτήρου,πότσιου Αντ΄πάρι

Ποτίζω Αντάπ΄ου

Ποτισμένος Aντουπάτ΄

Πού ; Πουγκί

Ιού Πούνγγα

Πουθενά ,κάπου Ιουβά

Πουκάμισο Κ ΄μεά:σια

Πουλάκι Πουλιϊκου

Πουλημένος Βινντούτ΄

Πουλημένος , ξεκαμένος,κουφός Σουρντισίτου ,(κούφ )

Πουλί Πούλιου ( πούλιου ντι νουάπτεα=κοκουβάγια νυκτός)

Πουλώ Βίντου

Πουρνάρι Π ΄ρνάρι

Πούστης Πράγμα

Πούστου Λουγρίϊ

Πρασινάδα Βιρντεάτσα

Πρασινίζω Νβιρτζέσκου

Πράσινο Βεάρντε

Πρησμένος ,φυσημένος, φουσκωτός Σουφλάτ΄, ασουμφλάτ΄ ,

Πριν ,πρότερον Πριόνι Πριονισμένος

Μανϊντε Σιάρα Σιρουϊτου

Προφθάνω ,επιτυγχάνω , προλαμβάνω Απούκ (ου)

Πρόβατα Όι

Προβατίνα Πρόβατο Προδικάζω Προδίδω Προζύμι

Ουάια Ουάι
Πριτζιούντικου Πρινντάου Αλουάτου

Προηγουμένως, Ντανάβρα

Πρόθεση στάσεως κίνησης μετατρεπόμενο σε «μ»

Πρόθυμος Προξενητής

Αν,ιν,ν Πρόθιμου Προυξινίτου

Προίκα Προκατασκευάζω Προλαμβάνω Πρόπερσι

Πάϊα Πριφάκου Αμπούκου Αντσέ:ρτσου

Πρόποδες Προσανάματα(ξύλα)

Αρ΄τζίμου μιγιάλι

Προσ .αντων των Αλόρ΄=κάσα αλόρ΄= οικία των

Προσεχές ,επόμενο Ν ΄ϊντε

Προσήλιο Σουρίνου

Προσκαλώ Ακλιέμου

Προσκαλώ ,ονομάζω,δίδω όνομα,ονοματίζω Ανκλιάμου

Προσκεκλημένος Ανκλιμάτου

Προσκεκλημένος ,η Ανγκ΄λιμάτου ,α,

Προσκεφάλι κ΄πιτίνιου

Πρόσκληση , μαύλισμα ζώου Ανγκ΄νάρε

Προστατεύω ,προφυλάσσω,στηρίζω Άπαρου , ανντάπουρου

Πρόσωπο ,μούρη Μούτρα ,φάτσα

Προφυλαγμένος αφερίτου

Προφυλαγμένος Πριβιγκλιάτου

Προφυλάσσω Πρωϊ

Πριβέγκλιου Ταχυνά

Πρώϊμο,πρόωρο πριφάπτου

Πρωτόγαλο Κουλιάστρα

Πτέρνα κ΄λκ΄ένιου

Πτωχεύω ,χρεωκοπώ. Μουφλουζέσκου, φαλιρισέσκου

Πυγμή ,χούφτα Πυοορρώ,βγάζω πύον Πυρουστιά

Πούλμου,πούλμα ,πληθ πούλνι Προυνιέτζου
Προυστίϊ

Πυτιά Κλιάγκου

Πυτιάζω γάλα Κλιέγκου ,νκλιέγκου

Πυτιασμένο Πύτουρα

Νκλιγκάτου Τέ:ρτσα

Πώληση Βινντεάρε

Πωλώ Βίνντου

Πώς Κούμ ΄

Ράβδος τροχισμού μαχαιριών κρεοπώλου,μασάτι

Μ ΄σάτε

Ράβω Αρουφέκου

Ράβω Κόσιου

Ραμμένος Αρουφικάτου

Ραμμένος Κουσούτου

Ραντίζω Πρ ΄σκουτέσκου

Ραφή Κουσιάρι

Ράφτης Ρεβύθι

Αράφτου Τσιάτσιρι

Ριγμένος ,η,ο Ρίζα

Αρουκάτου,α,ου Ρ΄τζ΄τίνα

Ριζωμένος Ρίχνω Ρόδι

Αρουζουσίτου Αρούκου Αρόϊδα

Ρόζος δένδρου Ρόκα

Αρόζου Φούρκα,δίκρανο

Ρόπαλο Ρουφώ
Ρούχα

Ματσιούκα Σούγκου Στράνιοι

Ρυάκιο , κανάλι Βίε

Ρύζι Αρίζου

Ρωμαλαίος Ρωτώ
Σαϊτα αργαλειού

Πουτούτ ΄ Αντριέμπου Σβάλιντσα

Σακκοράφα Ανντρεάουα

Σαλαμούρα Σαλώνι

Γάρου Σάλα

Σαλιγκάρι Σάλιο

Σμέλτσιου Σκουκιάτου

Σανίδα,δοκός ορροφής Σαπίζω

Σκέ:ντουρα, νκρέντα Πουρτιτζέ:σκου

Σάπιος Σαπούνι

Πούτριντου Σ΄πούνι

Σαράντα Πατρουτζάτσι

Σαρρακοστή Πριάσινλι, πρεάσινε

Σαύρα Γκούστουρου ,γκουστερίτσα

Σβέρκος Σβέρκα .κιάφα

Σβήνω Αστίνγκου

Σβησμένος Σβούρα Σέβομαι Σέλλα

Αστέσου Σφούρλα Αμ σέβαση Σεάουα

Σελήνη Σελώνω

Λούνα Σιλόνου

Σεπτέμβριος Σέρνω ,τραβώ

Γισμ΄τσιούνου Σβαρνάου, τράγκου

Σηκώνω όρθιο,σηκώνομαι Σκόλου μπρόστου,Μπρουστέτζου

Σημάδι σε αυτί προβάτου (v) κοάκα ,σέμνου

Σημαδεύω , σημειώνω Σιμνέτζου

Σημαία Μπανντέρα

Σημαιοφόρος Μπαϊραχτάρου

Σήμερα Σήπομαι

Άζ΄ ή άζα Πουτριτζέσκου

Σιγά Ανάργα

Σιγά , Σιγώ

Πιανάγα τάκου

Σικώτι Χικάτ΄, ιθκάτου,

Σικώτι Συμμαζεύω

Χικάτου Πριαντούνου

Σίτος Γίπτου

Σίτος Γκ ΄έρου

Σιχαίνομαι Σιωπαίνω

Αγ΄νόσου Τάκου

Σκάβω ,σκαλίζω Αρρ΄έμου ,ν σάπου

Σκαθάρι ,έντομο Μπουμπουλίκα

Σκαλισμένος Αρ΄μάτου

Σκαμπίλι ,ράπισμα Σκαντζόχοιρος Σκαρπίνι παπούτσι

Σουπλιάκα Αρίτσιου Σκάρπα

Σκαρφαλώνω Νγκ΄ρλίμου

Σκασμένος Κριπάτ΄ου

Σκασμένος πλ΄σκ΄νίτου

Σκατό Σκάφη
Σκάφη για ζύμωμα

Κ ΄κάτου Κουπάνα, σκάφα Κ΄πιστιάρι

Σκάω Κρέπ (ου)

Σκάω από πάθος οργής Σκεμπές κοιλίας

Ντ ΄νγκ΄νέσκου σκιέπια,σκέπα

Σκεπάζω ,καλύπτω Ανβιλέσκ΄ου

Σκεπάζω ,καλύπτω Ακουάπιρου ή ασκούπιρου,αμβιλέστου

Σκεπασμένος Σκεπτικός Σκεύος Σκέφτομαι

Αμβιλίτ΄ου μιντουίτου Βάσου Μιντουέστου

Σκιά Αούμπρα

Σκιάχτρο Μπ΄μπ΄λιούρου

Σκίουρος Σκορδαλιά

Βιρβιρίτσα Σκουρδάμι

Σκόρδο Σκορπίζω

Άλιου Ασπρ΄νντέσκου

Σκορπώ ,χαλώ Ασπ ΄ρτέτζου ,ασπάργκου

Σκοτεινιάζει Σκότωμα

Μουρτζεάστι Β΄τ΄μάρι

Σκοτωμένος Β΄τ΄μάτου

Σκοτώνω Βάτουμ΄(ου)

Σκουλαρίκι Μ ΄νγκιούσου,τσιρτσέλου

Σκουλαρίκι ζώου Μ ΄ρτζιάου ,μ΄ρτζιάλι =σκουλαρίκια

Σκουλίκι Γέρμου

Σκούπα Μέτουρ ΄α

Σκουπίζω Αρέσκου ή αρνέσκου ή αρίντου

Σκουπίζω Αρίντου, άρέστου

Σκούφος , Κ ΄τσιούλα

Σκύβω Σκυμμένος

Πλέκου,απλέκου,Πλίκου Πλικάτου,απλικάτου

Σκύλλα Κ ΄τσάουα

Σκύλος Κ ΄έ:νι

Σκυμμένος Απλικάτου

Σκύψιμο Απλικάρι

Σμίγω επί ζώων Μιάστικου

Σμίξιμο Μιστικάρι

Σμπρώχνω ,ωθώ Πίνγκου (αόρ.πίμσιου)

Σόι Σόϊου

Σοκάκι ,δρόμος Σουκάκι

Σόμπα Σόμπα

Σούβλα Σούλα

Σούπα Σούπα

Σουρούπωμα Σουρουψιάρε

Σούσουρο ,σουσούρισμα Σούρσουρου

Σουφρωμένος Σουφρουσίτ ΄

Σουφρώνω Σπάζω

Σουφρουσέσκου, Φρέ:νγκου

Σπαθί Κουάρντα

Σπαθί ,ξίφος,σπάθη αργαλειού Σπάθα

Σπανάκι Σπανάκου

Σπανός Σπέ:νου

Σπαράγγι Σπαράνγκα

Σπάργανο Σπάργανου

Σπαργάνωμα Σπασμένος

Μφασάρε Φρέμπτου

Σπασμός Σπασμό

Σπάταλος Σπέρνω

Σπάταλου Σιάμινου

Σπίθα Σπίθα

Σπίρτο ,πνεύμα,οινόπνευμα Σπίρτου

Σπίτι Κάσα

Σπλήνα Σπλήνα

Σπονδυλική στήλη Σπορά Σπόρος
Σπουδαγμένος,η,ο Σπρώχνω
Σπυρί

Σκιν΄τουάρα Σιμινάρε Σιμινίτσα Σπουδ΄ξίτου,α,ου Πίνγκου Νγκ΄ρούτσου

Σταγώνα Κίκουτα = (επί κατάρας ,σ νού τι ακίκουτι= να μη σου στ

Σταγώνα Κίκα

Στάζω Κίκου

Στάζω από πάνω κούρ΄= , (κάσα κούρ΄=στάζει το σπίτι)

Σταλιάζω υπό σκιάν(αμεριτζάϊ, αμεριτζάτα) Σταλμένος στον Διάβολο

Αμιρίτζ΄ου Πονντιξίτου (λου)

Στάμνα ,κανάτα Κ ΄νάτα

Στάνη, Μάσου , Ταρούστε

Σταυρός Κ ΄ρούτσια

Σταφύλι Αούου

Στάχτη Στάχυ

Τσινούσι, Αλισίβα Σκίκου

Στεγάζω ,καλύπτω στεγασμένος ,καλυμένος Στέγη

Ακουπιρίτ’ ου Στριάχα

Στέγνωμα Αουσκάρι

Στεγνώνω Στείρος

Ουσούκ ΄ Στέρπου

Στέκομαι Στάου

Στέλλω Πιτρέκου

Στεναζω Στενάχωριέμαι

Νκ ΄νέστου Σακαλντισέσκου

Στενεύω Στριμτέτζου, Ανγκουστέτζου

Στενότητα , πορθμός, ισθμός Στενός

Ανγκουστεάτσα ,Στριμτιάτζα Στρίμτου

Στενοχωρούμαι από σεβασμό,συνεσταλμό Ανντιρσέσκ΄ου

Στενωμένος Στρίμτου, Ανγκουστάτου

Στένωση Ανγκουστάρε

Στερητικό Στέρνο , κόλπος

Νι =( νι φρίπτου =άψητο) Σίνου

Στέρφα μέχρι 2 ετών γίδα Μπλιόρα

Στεφάνι Κ ΄ρούνα

Στεφάνι κουδουνιού ή πίττας Κόθουρου

Στεφανώνω Νκουρούνου

Στήθος Στολίζω

Κέπτου Στουλισέστου

Στοίχημα Μπάστε

Στόμα Γκούρα

Στομαχάκι αρνιού γάλακτος (πιτιά) Στραβός

Αρ΄έντζ΄ή ρέντζ΄ (νκλιάγκου = πιτιάζω) Στρέμπου

Στραγγίζω Στράγγισμα

Στικόρου Στικουράρι

Στραγγιχτός Ασκουράτου

Στρατιωτική μουσική Μπάντα

Στρίβω Σούτσ΄(ου)

Στριφτός ,περιτριγυρισμένος Στρούγκα

Σουτσίτου Μάσου

Στρυφτό Σουτσέτου

Στρώνω Αστέρνου

Στρώνω Αστέρου

Στύβω Σούτς΄(ου)

Στύβω ,(σφύγγω) Ουστουκόρου, Σ΄πόρου , (Στρίγκου)

Συγγενής Κουσουρίνου

Συγχαρητήρια Ουρ΄τσιούνε

Συγχρόνως Μπρεούνα,νταντούν΄

Συγχωρεμένος Λιϊρτάτου

Συγχωρώ λ΄ιέρτου

Συμμαζεύω Πριαντούνου

Συμπεθέρα Κούσκρα

Συμπεθέροι Κούσκριλιοι

Συμπέθερος Συμπεριφορά, φέρσιμο

Κούσκρου πουρτάρι

Συμπληρώνω ,αυξάνω Ανταύγκου ,αντάψου ,(αυγάτσέσκ΄ )

Συμπληρώνω ,αυξάνω (αντάψου στη Βέρροια) Αντάπτου

Συμφιλίωση Αμ΄πουνάρε

Συμφιλίωση Αμμπουνάρε

Συμφορά , δυστυχία Γκιντέρε

Συναντώ ,απαντώ Αναπαντέσκου

Συνεσταλμένος Ανντιρσίτ΄ου

Συννεφιάζει Νουορεάτζ ΄

Συννέφιασμα ,συννεφιάζει Σύννεφο

Νιουρεάτζα Νιόρου

Συννεφώδη ς Νιαουράτου

Σύνολο , άθροισμα Συνουσιάζω ,γαμώ Σύντροφος
Σύρτης

Σούμα Φούτου Σότσου σίρτου

Σύφιλις Συχαμένος

Μ ΄λ΄φράντζα αγουνόσου

Σφάγιο , ζώο Νουμάλιου

Σφαδάζω από πόνο Βενγ ΄νέσκου , πλ΄νγκ΄νέστου

Σφαίρα Πλιούμπου ,Πλούμμπα,

Σφήκα Γιάσπι

Σφήξ Γιάσπε

Σφίγγω Σφικτός Σφοντύλι Σφουγγάρι

Στρίγκου , Στρίνγκου ,στρέσου Πρίσινι
Σπόνγκου

Σφουγγίζω Σφυρί

Αστέργκου Τσιόκου

Σφύριγμα Σούϊρου

Σχίζω Ντισίκου

Σχίσιμο ,σχισμή Ντισικάρε

Σχισμένος Ντισικάτου

Σχισμή ,σκάσιμο Σχοινί
Σχοινί λεπτό

Κρ ΄πιτούρα Φούνι Τσιοάρ ΄

Σώβρακα Ντόνουρι(Κλεισούρα) ,σμεά:νι

Σώβρακο Σώζω

Ζμιά :να Ασκάπου

Σωλήνας Σώμα

Σουλινάρου Τρούπου

Σωρός Ταβάνι Ταβάς Ταγάρι

Σουρό ,στόγκου Ταβάνεα
Ταβά Τράστου

Ταιριάζω Τάλαρος

Αουντισέστου Τ΄λάρου

Τανάλια Κλιάστια

Ταξιδιώτης Αλιγκάτουρου

Ταφή Ανγκρουπάρι

Ταχέως Μάνι μάνι

Ταχυδρομείο Ταψί

Πόστα ,πληθ.πόστσι Σινίϊ

Τελειωμένος Ασκ΄πάτου

Τελειωμένο ς Μπιτισίτου

Τελειωμένος , αρραβωνιάσμένος Ασουσέστου

Τελειώνω Ασκάπου

Τελειώνω Σουσέσκου,ασουσέσκ΄

Τέλος Μπιτισίρε

Τέλος ,λήξη Σώνε,Σουσέρι

Τεμαχίζω ,κομματιάζω Ντινίϊκου

Τεμαχισμός Ντινιϊκάρι

Τεμπελιά Τεντώνομαι

Λιάνι

Μι τίντου

Τεντωμένος Τιντουσίτου

Τέσσερα Πάτρου

Τετάρτη Νιέρκουρι

Τέχνη Ζινάτε

Τέτοιος Τζάκι Τηγανιά
Της ,τριτοπρόσωπος αντωνυμία

Αχτάρι Ουτζιάκου Τηγανιάουα
σα =(τάτου σα = πατήρ της)

Τι ερωτηματικό Τινάζω Τίνιρι

Τσι ,τσέ Ασκούτουρου Νέος

Τίποτα Κάντσιβά

Τίποτα Τσιβά

Τοιούτος ,τέτοιος Αχ΄τάρε

Τοιούτος ,η Αχτάρι

Τοίχος Μούρου

Τόλμη ,δυνάμεις Ανάκρια ,ανιάκρι

Τολμώ Κουτέτζου, καϊνντισέσκου

Τόξο Άρκου

Τόπος ,χώρα Τορβάς

Λόκου Τράστου

Τόσο Αχ΄έντου , αχ΄έτου

Τότε ατούμτσεα,αστούμτσινα

Του , τριτοπρόσωπος αντωνυμία Σου = (ντάντα σου =μήτηρ του)

Τουλάχιστον Τουλούμι

Μπάριμου Φουάλι

Τράβα ,πετάξου, Τραβώ Τράγο

Αλιάπιτι π΄ν΄του μπισιάρικ΄= πετάξου μέχρι την εκκλησ Τράγκου
Τσάπου

Τραγούδι Κ ΄έ:ντικου

Τραγουδώ κ΄έντου = (κ΄ντάι= τραγούδησα )

Τραντάζω ,τρέμω Κυλτεάμπουρου ,

τραντάζω,Τρέμω Τρεάμπουρου

Τράπεζα Μπάνκα

Τραπέζι για φαγητό και τραπεζομάντηλο Μισάλι = ( μπάγκ΄μισάλι= βάλε τραπέζι)

Τραπέζι χαμηλό Τραπέζι φαγοπότι

Σουφρέλου Μισάλι

Τραύμα Τρέλλα

Αράνα Γκλ΄ρίμι

Τρελλαίνομαι Ζουρλέσκου (ζουρλί= τρελλάθηκα)

Τρελλός Λουάτου

Τρελλός ,η Ζούρου,α

Τρέμω Τρεάμπουρ΄ου

Τρεφόμενος με μητρικό γάλα=θηλάζω Τρέφω

Αλ΄πτέτζου Χ΄ρέστου

Τρεχάλα Ντεαλάνγκα

Τρέχω Αλάγκου

Τρία Τρέι

Τριάντα Τρεϊτζάτς

Τρίβω Τρίβω ψωμί

Φρέκου Σ΄ρέ:μου

Τριγύρω Αμ΄βιρλίγκα

Τρίζω Τρίζω τα δόντια
Τριμμένος Τρισάγιο

Κ ΄ρτσ΄νέσκου Σκάρτσικου Σ΄ρ΄μάτου Ρισάλιλι

Τρίτη Μάρτς ΄

Τρίχα ,αχλάδι Πέρου ,πέρλου

Τρομάζω Τρουβάς

Ασπάρου τράστου

Τρυγώ Γίσμου

Τρύπα ,γούρνα Γκούβα

Τρύπιος Αρούπτου

Τρυπώ ,σχίζω Αρούπ΄(ου) ,ντισίκ΄

Τρώγω Τρύπα
Τσαλαπετεινός Τσακίζω

Μ ΄έ:κου Γκούβα Πούπουζα Φρέ:νγκου

Τσαμπί Αράπουνου

Τζαντήλα (σραγγίσματος τυριού) Τσάπα
Τσεκούρι

Στικ΄τουάρι Σάπα Τ΄πουά:ρα

Τσίμπημα Τσιμπώ

Ντσ΄πάρε

Ντσάπου, σκίνου,κίπινου

Τσίμπημα ,σούβλισμα Αντσ΄πάρε

Τσιμπημένος Αντσ΄πάτου

Τσιμπημένος Ντσ΄πάτου

Τσιμπούρι Κ ΄πούσιου

Τσιμπώ ,κεντώ Κίπουρου

Τσίπουρα Μπ΄ρσίϊ

Τσιρίζω , βελάζω,κραυγάζω Τσομπάνος
Τσούζω

Ασγκέρου Πικουράρου Ούστουρου

Τσουκνίδα Ουρτζέ :τσα , ουρτζέ:κα

Τσουκνίδες Ουρτζέ :τς΄

Τσουκνίζω Ουρτζέκου

Τυλιγμένος ,η Αμ΄βιρλιγκάτου,α

Τυλιγμένος ,η,ο Αμβ΄ρτίτ(ου),α, ου

Τυλίγω Αμβ΄ρτέστου

Τυρί Κάσιου

Τυρί από τυρόγαλο Τυρόγαλο

Γκίζα Τζέ:ρου

Τυροκόμος Κ ΄σάρου

Τυφλός Γκάβου

Τυφλή Τυφλός

Ουάρμπα Όρμπου

Τυφλώνω Ουρμπέσκου

Τύφλωση Ουρμπεάτσα

Τύχη Κ ΄ζμέτε

τώρα Αμό για τους Ασπροποταμίτες για τους άλλους βλάχους

Υβρίζω Υγεία Υγιής

Αντζιούρ΄ου Σ΄ν΄τάτι Σ΄ν΄τόσου., τζιόνι

Υγρασία Υγραίνω

Νοτίϊ Μόλιου ,

Υγρός ,νοτισμένος Νουτσίτου

Υδρία ξύλινη Βιτσέλα

Υδρία ξύλινη νερού ή κρασιού Υπακούω
Υπεράνω

Μπούκλα Ασκούλτου Πρισούπρα

Υπερέχω ,περνώ Αστρέγκου

Υπερπηδώ Ανντισάρ΄ου

Υπερώριμος Παραφάπτου

Υπήκοος , ραγιάς Υπηρέτης

Αρεάτζ Χουσμικιάρου

Υπναλέος Σομνουρώσου

Ύπνος Σό:μ

Ύπνος Υπογραφή Υποκρισία

Σόμνου Υπουγραφίϊ Υπουκρισίϊ

Υπόληψη Ιχτιμπάρε

Υπομάλης Σουμσοάρι

Υπόμαυρος ,μαυριδερός Σουμου λάϊου

Υπομένω ,αντέχω Υπομονή

Αραύντου Αρ΄βντάρι

Υποπόδιο αργαλειού π΄τίκι,ποδαρίτσα

Υποστήριξη Ανντουπουράρι

Υποστήριξη , προστασία Ανντιπουράρε

Υποταγή

Ζάπε , αζάπι.νου πότ΄σου φάκου αζάπι=δενμπορώ να το Κουμαντάρω

Ύστερα Υφάδι Υφαίνω

Νταπόϊ , νταπόϊα Τράμα
Ντάσου , τσάσου

Υφάντρα Αμπαϊρουσίτα

Ύφασμα,κομμάτι Υφασμένο Ύψωμα

Πάντζα ,πιάτικα Τσ’σούτου
Τζιά :να

Φαγάς Μ ΄νκ΄τόρου ,Μ΄κ΄τόσου

Φαγητό Γκέ:λα

Φαγητό Μ ΄κάρε

Φαγητό Μάντζα γκέ:λ΄

Φαγοπότι , φαγητό Φαγούρα

Μ ΄κάρια ή μάνζα Φ΄γούρα

Φαγωμένος Μ ΄κάτου

Φαίνεται Φαίνομαι

Ασπάρι , (νια΄σ πάρι κ΄βίνι= μου φαίνεται πως ήρθε) Μι βέντου, μι ασπούνου,

Φακή όσπριο Φαράγγι

Λίντι , λίντε Μπουγάζι

Φάρδεμα , μάκρεμα Σπιρλουνγκίρε

Φαρδόπλατος Φάρδος

Πλ ΄τ΄ρόσου Λουντζιάμι

Φαρδύς Λάργκου

Φαρμακείο Σπιτσαρία

Φάρμακο , γιατρικό Ιλεάτσι

Φαρμακοποιός Φαρμακωμένος

Σπιτσέρου Φ΄ρμ΄κάτου

Φασκιώνω Αμφού:σιου

Φασκιώνω Φασολάδα

Μφάσου Φ΄σουλάδ΄

Φεγγάρι Λούνα

Φέρνω ,πηγαίνω Αντούκου ,ντούκου

Φέρσιμο Πουρτάρε

Φέρω Ντούκου,αντούκου

Φέτος Έστανου

Φήμη ,τιμή Νουμούζι

Φθάνω , Ατζιούνγκου

Φθάνω ,πλησιάζω Φθινόπωρο

Αντζιούγκ ΄ου , απρόκιου Τουάμνα

Φιάλη Μπότσα

Φίδι Ν ι΄πέρτικα , σάρπε

Φιλία Ουσπιτσίλιε

ιλονεικώ,καυγαδίζω(ναγκ΄τσέμ=φιλονεικούμε) Ανκ΄τσάρε

Φιλοξενούμενος Ουάσπιτ ΄

Φίλος,επισκέπτης Ουάσπι, σότς

Φίλος Σότσου

Φιλώ ,ασπάζομαι Μπάσιου

Φκυάρι Λουπάτα

Φλέβα ,αρτηρία Φλόγα

Βίνα

Πύρ ΄(α), λουνίϊ

Φλοιός Πιάζια, πεάτσα

Φλούδα Κουάζα

Φλύαρος Λ΄φ΄ζάνου

Φλύαρος Μπ΄μπ΄λιάρου

Φλυαρώ (ντίριντίρι) Φοβάμαι
Φοβερίζω ,φοβίζω

Ντιρντιρέσκου Ασπάρι Ασπάρου

Φοβισμένος Φόβος

Ασπ΄ρίτου , φρικόσιου Φρίκ΄ , φρίκα

Φόνος Β΄τ΄μάρε

Φοράδα Ιάπα

Φορεσιά Φορτίο Φόρτος Φορτωμένος

Αρμάτα Φουρτίϊ Σάρτσινα Νκ ΄ρκάτου

Φορτώνω Νκάρκου

Φόρτωση Φορώ,(φέρω επάνω μου)
Φούρκα Φουντουκιά Φούρναρης Φούρνος

Νκ ΄ρκάρι πόρτου Φουρτουτίρι
Λούνιε:, και αλούνι Τσιριπάρου Τσιράπου

Φουσκώνω Ούμφλου , αούμφλου

Φούχτα Μ ΄νάτα

Φραγμένος Νγκ ΄ρντίτου

Φράουλες Φράζω Φράντζα

Νιστρούφι Νγκ΄ρντέστου Μ΄γιάου

Φράουλες Λιστρούφι

Φρούρηση Βιγκλιάρε

Φρούτο ,α Πόμου , ποάμι

Φρύδι Φτάνει Φταρνίζομαι

Σουφρ΄ντζιάουα Ατζιούντζι Στιρνουτέτζου

Φτέρη Φιάρικα

Φτέρνα Π ΄τούνα

Φτερό Πεάνα

Φτιαγμένος Αντράτου , αντ΄ράτου

Φτιάχνω Φάκου

Φτύνω Ασκούκιου,προυσκουκιέστου

Φτωχός Νιαβούτ΄

Φυλάω Βέγκλιου,αβέγκλιου

Φύλλο πίτας Πέτουρου

Φυσίγγι Φισέκου

Φυσώ Σούφλ(ου)

Φυσώ να ζεστάνω τα χέρια Αχουλέσκου

Φυτεύω Πλέ :ντου

Φωλειά ληστών,λιμέρι Λιμέρε

Φωνάζω Ούρου ,αούρου,σγκιλέστου, σγκούρ΄(ου)

Φωνή Μπόυάτσι, Μπουάτσια

Φωτιά Χαζός

Φώκου Γκλάρου,τιβικέλου

Χαϊδεύω Ντισνέρντου

Χαιρετώ Χιριτισέστου (κου)

Χαίτη Πέρτσια

Χαίτη αλόγου Κουάμα

Χαλάζι Γκρέντινα,

Χαλαρός Ντιστρέσου

Χαλασμένος Χαλκάς

Ασπάρτου Χαλκέ:λου

Χάλκινο αγγείο,γκιούμι Γκιούμου

Χαλώ ,καταστρέφω,ανταλλάσσω χρήμα Ασπάργκου

Χαμένη Κιρούτα

Χαμένος Χαμηλός

Κιρούτ ΄ Απλικόσου

Χαμηλώνω Απούσου

Χαμηλώνω (απλέκου) Απούσιου

Χαμηλώνω ,σκύβω ,γέρνω Απλέκ΄(ου)

Χάμω , κατά γης Πάντι ή μ΄πάντε

Χάνομαι πίσω από βουνό ή τον ορίζοντα Σκάπιτ΄ου

Χάνω Κέρου ,

Χαρά Χαράου

Χαραυγή Απερίτα

Χαρτί Κάρτε

Χάσιμο Κιριάρι

Χάσιμο Κιρντεάρι , κιάρντιρι

Χάσκω Χαχανίζω,λύνομαι στα γέλια
Χαψιά Χέζω

Χάσκου Λισιουνέτζου Μ΄σκ΄τούρ΄ Μη κάκου

Χείλος , όχθη ποταμού Χείμαρρος

Μπούτζα Μβάλι

Χειμώνας Ιάρα , ιάρνα

Χειρομάνδηλο Σιαμέϊ ,σιμίε, σιαμίκα , ντεστιμάλε.

Χειρομάντηλο Σιαμίκα

Χελιδόνι Λι΄ένντουρα

Χελιδόνι Αρένντουρα ,λάντουρα

Χελώνα Μπρουάσκα

Χέρι Μ ΄έ:να

Χέσιμο Κ ΄κάρε

Χεσμένος από διάρροια Κουφουρίτ ΄ου

Χέστης Κ ΄κ΄τόσου

Χήνα Γκάσκα

Χήρα Βέ(ν)τουα

Χήρος Bέντουου

Χθές Ασεάρα ,αέρι

Χίλια Νίλε ,νίϊλι

Χιλιόμετρο Κιλόμιτρου

Χιόνι Νεάου ,νεάουα

Χλευασμένος, περιπαιγμένος, Σουπεράτου

Χοάνη τσιμπουκιού Χόβολη

Λουλέου Σπούρ΄

Χοιρεύω Βιντουέσκου

Χοίρος (γουρούνι) Πόρκου

Χοιροτροφείο Πουρκ ΄ρεάτζα

Χολή Χονδρός Χοροπηδώ

Χιάρι Γκρόσου Ανσάρου

Χορός Κόρου ,τζό:κου

Χορός Τζιόκου

Χορταίνω Χορτάτος

Μι ΄φ΄ν΄τέστου , σάτουρου Σατούλου ,φ΄ν΄τίτου

Χόρτο Χούφτα

Ιάρμπα

Μ ΄νάτια, μ΄νάτα

Χρέος ,καθήκοντα Ντάτου ,ντάτουρι

Χριστιανός Κριστίνου

Χριστούγεννα Κρ΄τσιούν΄

Χρόνια Χρονιά

Άνιοι Έτα, έτ΄

Χρόνος Άνου

Χρόνος Ζ ΄μάνι(χρόνια και ζαμάνια)

Χτένι Κιάπτινι

Χτένι μαλλιών Ζόρνα ή κιάπτινι

Χτενίζω Χτύπημα

Κιάπτινου =(κιπτινάϊ=Χτένισα) Αγκουντιάρι

Χτυπημένος Χτυπώ Χυλός

Αγκουντίτου, Μπ΄τούτ΄ Αγκουντέστου Κουλιάσιου

Χύνω Χώμα

Βέρσου

Τσάρα, αλόκου

Χωμένος Ανντισάτ΄ου

Χωμένος Πλ ΄ντάτου

Χώνω , πηγνύω,μπήχνω Ανντέσου

Μπήγω Χίγκοου

Χωράφι Άγκουρου

Χωράω Νκάπ ΄= ( νου νκάπι αχέντς = δεν χωράει τόσους)

Χωρίζω Μπάρτσου ,πάρτσου

Χωρίζω Ντισπάρτσου

Χωρίζω ,κουράζομαι Κούρμου

Χωρίς κέρατο,σιούτο ζώο Χωρίς

Σιούτου Φ΄ρ΄

Χωρισμένος Χωριστά Χωρώ (χωράω)

Ντισπ΄ρτσίτου Αχόργια Νκάπου

Χωσμένος Ψάλτης

Νντισάτου Ψάλτου

Ψαράς Πεσκάρου

Ψάρι Πεάστι ,πέσκου, πληθ .πέστσι

Ψείρα Πιντούκλιου ,μπιντούκλιου

Ψείργιασμα Μμπιντουκλιάρι

Ψειριάζω Μμπιντουκλιέτζου

Ψειριάρης Μμπιντουκλιόσου

Ψειριάρης Πιντουκλιόσου

Ψηλά ,ός ,η,ο Ανάλτου,α, ου

Ψημένος ,η,ο Φριψίτ΄(ου) ,φρίπτου

Ψήνω Φρίγκου

Ψήνω ,μαγειρεύω Κόκ ΄(ου)

Ψιθυρίζμα στο αυτί Σουπτουράρι

Ψιθυρίζω Πισπουρέτζου

Ψιθυρίζω Πουσπουρέτζου

Ψιθυρίζω ,μουρμουρίζω Ψίχα

Σουρσουρέτζου

Νιέτζου ,Σαρέ:νιϊ , μ΄ντούα

Ψόφιος , α, ο Ψόφος Ψοφώ Ψύλλος

Ψουσίτου ,α,ου Ψουσιάρι, ψόφου Ψουσέστου Πούρικου

Ψυχή Σούφλιτου

Ψύχρα Αρ΄τσίμι

Ψύχρανση Αρ΄τσίρε

Ψωλή ,πέος Ψωμάς

Πούλα Ψουμέλου,ψουμά

Ψωμί Ψώνισμα

Π ΄έ:νι ανκουπουράρεα

Ψώρα Ρέ:νια,Αριάνε ή ριάνε

Ψωριάρης Αρ΄νιόσου

Ωμοπλάτη Σπάλα

Ωμφαλός Μπουρίκου

Ωοτοκία Ουάρι

Ώρα Ωραιότητα

Ουάρα Μουσιτιάτσα

Ωργισμένος Ωριμάζω

Ν ΄ρ΄ίτου

Ατζιούνγκου , νφάπτου

Ώριμο Μ ΄τούρου, φάπτου

Ώριμος Ασίτου

Ώριμος Ωρολόγιο

Ατζιούμτου

Σ ΄χάτε , Σ΄χάτι

Ωσάν Ώστε Ωφέλιμος ώχ

Κακούμ Ώστε Ουφέλιμου ώχ

Π Α Ρ Α Ρ Τ Η Μ Α Ι Σ Τ Ο Ρ Ι Α Σ
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια με τις προσθήκες μου
Συντεταγμένες: 39°49′34″N 22°18′29″E Το Αργυροπούλι (παλιότερες ονομασίες Ηλώνη, που αναφέρεται για τη συμμετοχή της στον Τρωικό πόλεμο, πιθανότατα είναι η Λειμώνη των κλασικών χρόνων, και Καρατζόλι) του Δήμου Τυρνάβου, μόλις 13 χλμ από τον Τύρναβο και 29 χλμ από τη Λάρισα.
Σήμερα το Αργυροπούλι (164μ υψ) κατοικείται από 2.013 άτομα, με κύριες ασχολίες τη γεωργία (αμπέλια, αχλάδια, ροδάκινα, μήλα, καπνά, μποστάνια, αμυγδαλιές και ελιές), την κτηνοτροφία και την ξυλεία. Στο

Αργυροπούλι ανήκουν οι οικισμοί Άνω Αργυροπούλι,Λυγαριά και Βοτανοχώρι. 2,5χλμ ΝΔ του χωριού, στους πρόποδες του Κάτω Ολύμπου βρίσκεται το ποτάμι Μάτι με τη λίμνη του, γνωστή ως Γυαλί Αργυροπουλίου Τυρνάβου. Μοναδική φυσική πηγή εναπομείνασα στη Θεσσαλία, με βάθος γύρο στα 6-10 μέτρα να αναβλύζει συνέχεια στον πυθμένα και με τον μύθο ότι μέσα υπάρχει ολόκληρη πόλη με εκκλησία και το Ιερό του Πλούτωνα με δράκοντες που σκάβουν και αναταράσσουν το νερό και επι δεκαετίες κυριαρχούσε ο φόβος στον καθένα που θα επιχειρούσε να κολυμπήσει σ αυτό.
Το γυαλί έχει έκταση 250στρμ, αποτελεί τον πυρήνα οικοσυστήματος με πλούσια χλωρίδα (πουρνάρι, παλιούρι, αγριελιά, παπαρούνα, χαμομήλι, μολόχα, βάτος κ.α.) και πανίδα (κεφαλόπουλα, καραβίδες, χέλια, λεπιδόπτερα, υμενόπτερα, ορθόπτερα, δίπτερα,στα παλαιά χρόνια υπήρχε η ονομαστή Τούρνα σπάνιο ψάρι καθώς και βίδρες ακόμη σπανιότερο είδος κ.α.).
Η λίμνη γυαλί, φιλοξενούσε στο οικοσύστημά της την σπάνια στο είδος Ασημένια Πάπια το Αργυρό πουλί εκ της οποίας έλαβε το όνομα το χωριό και η οποία αποτελεί το έμβλημα, σύμβολο αναγνωσιμότητας του Χωριού.

Η πρόσβαση στην πηγή επιτυγχάνεται μέσω ασφαλτοστρωμένου δρόμου.
Το Μάτι πηγάζει από τους πρόποδες της Μελούνας και μετά την ένωση του με τον Πηνειό, έχει μήκος 12 χλμ περίπου. Η παλιά κοίτη του ποταμού, Μάτι, προσφέρεται για περιπάτους και ερασιτεχνικό ψάρεμα όχι όμως καραβίδας.(χάθηκε η καραβίδα μετά την μερική εκτροπή και ξηρασία του ποταμού)
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εκκλησίες της Ζωοδόχου Πηγής (πολιούχος) στην πλατεία του χωριού (1884, της Ανάληψης στον τύπο της βασιλικής 2 χλμ από το Αργυροπούλι στις όχθες του ποταμού με τις ονομαστές Ντριστέλες και τον παλαιό μύλο όπου στην κατοχή προμήθευε με καλαμποκάλευρο την περιοχή και πιο πάνω οι
γεφυρούλες

με τους καταρράκτες . Του Αγίου Δημητρίου στο Νεκροταφείο δωρεά Αδελφών Φουρτούνα εξ Αμερικής και της Αγίας Παρασκευής (19ος αι., στον τύπο της βασιλικής) σε λόφο πάνω από τον οικισμό Μωραϊτη, του προφήτη Ηλία στις Γελαδαρές απ’όπου η θέα στον κάμπο είναι γοητευτική . Το πέτρινο γεφυράκι Μωραΐτη κατασκευασμένο το 1908 επί προεδρείας Αποστόλου Γ. Βόγγολη συνδέει το χωριό με την ομώνυμη περιοχή.Κάτω από το γεφυράκι στην παλαιά εποχή όπου ο Καναράς είχε νερό, με τη διάνοιξη κατάλληλης στέρνας,σχημάτισαν υπό μορφήν Πισίνας, το πρώτο φυσικό κολυμβητήριο και μετά στη Δέση άλλο σημείο πιο πάνω στην περιοχή
Κεραμίδα

, Φυσικά και τα δύο κολυμβητήρια λειτούργησαν μόνο για αγόρια. Από την εποχή της Τουρκοκρατίας διατηρείται τζαμί στην περιοχή Γκουτσιασμέ με μιναρέ, όπου υπάρχει και πέτρινη βρύση.
Λαογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Στο κατεξοχήν βλαχόφωνο χωριό (Αρβαντόβλαχοι ή Φρασαριώτες) και κεφαλοχώρι στην περιοχή του Νομού,ξεχωριστά είναι τα πανηγύρια στο Αργυροπούλι, όπως της Ζωοδόχου Πηγής στην ομώνυμη εκκλησία με υπαίθριο εμπόριο, χορευτικά συγκροτήματα από διάφορα μέρη, χορό και γλέντι. Επίσης, στον εορτασμό της Ανάληψης του Σωτήρα, 40 μέρες μετά το Πάσχα, οι κάτοικοι γιορτάζουν στον παρόχθιο χώρο, όπου μετά τη λειτουργία ακολουθεί γλέντι. Στις 26/7 της Αγίας Παρασκευής, διοργανώνεται μεγάλο πανηγύρι με συρροή προσκυνητών, οι περισσότεροι από τους οποίους διανυκτερεύουν μέσα στην εκκλησία και στον αύλειο χώρο, και ανήμερα οι παρευρισκόμενοι διασκεδάζουν με δημοτική μουσική. Την Καθαρά Δευτέρα πραγματοποιούνται εκδηλώσεις στην πλατεία με διανομή παραδοσιακής φασολάδας, το παραδοσιακό

μπουρανί, άφθονο ντόπιο κρασί και πλούσιο γλέντι. Οι συμμετέχοντες στις διάφορες εκδηλώσεις ξεφαντώνουν με τους ρυθμούς των χορών πώς στουμπίζουν το πιπέρι οι διαβόλοι καλογέροι όπου ο επιστάτης με το λουρί έτοιμος να δείρει όσους δεν εκτελούν τα προβλεπόμενα από τον κανονισμό του χορού, τσάμικου, στα τρία, συρτού και μικτών.

Κάθε πρωτομαγιά μεγάλο γλέντι γίνεται στο ποτάμι κάτω από τα ψηλά πλατάνια ,
με επισκέπτες απ όλολο τον Νομό Λαρισας και όχι μόνο και γεύονται παραδοσιακά προϊόντα ,γλυκά, φαγητά,τραχανάδες από τον Σύλλογο Γυναικών, καθώς και διάφορα φρούτα και γαλακτοκομικά προϊόντα των παραγωγών του

Χωριού..

Στο χωριό εδρεύει η ποδοσφαιρική Ομάδα ΔΟΞΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΙΟΥ

και ο Πολιτιστικός Σύλλογος Αρβαντοβλάχων με πλούσια προσφορά στα πολιτιστικά δρώμενα με παραδοσιακά χορευτικά και πολυφωνικά τμήματα

Ε Π Ι Μ Ε Τ Ρ Ο

Σε τούτη τη χώρα γενήθηκαν τα μέγιστα και τα ελάχιστα ,όσα ορίζουν την αρχή και το τέλος της νέας αρχής.Και επειδή αυτά είναι άπειρα,άχωρα στο πεπερασμένο του Ανθρώπου νου,συμπτύξαν με την απεραντοσύνη τους τα όρια του μύθου.Στους μυθικούς θεούςκαι τους δαίμονες στη ζωή και τον θάνατο στον παράδεισο και την κόλαση και ορίσαμε τον Πλούτωνα άρχοντα του Άδη,συνεργό και σύμμαχο των δυνάμεων που θέλουν να διευθυντεύουν την ζωήν του Ανθρώπου να διαιωνίζουν τον σκλάβο Άνθρωπο και να του στερούν το δικαίωμα να γίνει θεός.Να φυλακίζουν τον Σίσυφο στα κάτεργα του Άδη και να του στερούν τη Μερόπη που θα τον ανέτασσε με τον έρωτά της σε δημιουργό και θεό.

Το Σισύφιο δράμα είναι το μέγιστο δράμα που αναδεικνύει την Ανθρώπινη τραγωδία,το θέατρο στο οποίο εκτυλίσσεται στήθηκε Εδώ.. κάτω από τα πόδια μας ..στο Γυαλί του ποταμού Μάτι Αργυροπουλίου στις πύλες του Άδη όπου διατραγωδείται ένα ιστορικό και Συμπαντικό ανοσιούργημα. Το μοναδικό στην ιστορία και τον πλανήτη γεγονός το οποίο επιχειρώ να αναδείξω γιατί διέφυγε, από την Ελληνική και παγκόσμια

διανόηση από την Αυγή του Ανθρώπου.
Όταν ο Δίας, έκλεψε την πανέμορφη κόρη του Αίσωπου, Θεού των ποταμών και προσπαθούσε να εντοπίσει τον απαγωγέα, ο Σίσυφος τον διαβεβαίωσε ότι τον γνώριζε και θα μπορούσε να τον καταμαρτυρήσει, εάν του πρόσφερε μια πηγή νερού στην κορυφή ενός βουνού.
Ο Αίσωπος, άνοιξε στην κορυφή του βράχου της ακροναυπλίας, την γνωστή πηγή νερού και ο Σίσυφος, κατέδωσε τον Δία, τον απαγωγέα της κόρης του.
Ο Δίας, θύμωσε και για να τιμωρήσει τον Σίσυφο, έστειλε τον Θάνατο να τον συλλάβει και να τον οδηγήσει στον Άδη.
Ο πανέξυπνος Σίσυφος, αλυσόδεσε τον Θάνατο, ταπεινώνοντας τις εξουσιαστικές δυνάμεις του Ανθρώπου. Έτσι ο Δίας έστειλε τον ισχυρό Θεό του πολέμου, τον Άρη, για να ελευθερώσει τον Θάνατο, ο οποίος συνέλαβε τον Σίσυφο και τον φυλάκισε στον Άδη. Φεύγοντας ο πανέξυπνος Σίσυφος από τη Γη, ζήτησε από την Γυναίκα του Μερόπη, να μην προσφέρει σπονδές για τον νεκρό. Να μην αποδεχθεί δηλαδή, ως τετελεσμένο και οριστικόν, τον θάνατό του. Και τούτο, γιατί ήθελε να επανέλθει στην ζωή του Άνω Κόσμου. Όταν ο Άδης διαπίστωσε, ότι μόνο ο Σίσυφος δεν είχε, δια των σπονδών αυτών, αποδεχθεί ως τετελεσμένο τον θάνατό του, του εζήτησε να μηνύσει στην Μερόπη να προσφέρει τις καθιερωμένες σπονδές. Ο Σίσυφος, του είπε ότι μόνο με την φυσική του παρουσία στον Άνω Κόσμο, θα ήταν δυνατόν να πεισθεί η Μερόπη. Έτσι και έγινε. Αλλά ο Σίσυφος, αφού ανέβηκε στην Γη, δεν ξαναγύρισε στον Άδη. Έζησε πολλά χρόνια αγωνιζόμενος υπέρ του κοινού καλού, σηματοδοτώντας την άσβεστη επιθυμία για ζωή αλλά και την Αθανασία των Δημιουργών.
Στην αλληγορία αυτού του μύθου, ο Σίσυφος, αντιστρατεύεται τους Θεούς Δυνάστες του και αναδεικνύει την Θεότητα της Γυναίκας, σύμβολο της Γνώσης και της Σοφίας, του Έρωτα, της Δημιουργίας και της Πραότητας,γεγονός το οποίο που στέρησε την Μερόπη να προσφέρει το προνόμιό της τον Έρωτά της στον Σίσυφο, να τον ανεβάσει στα φτερά της ,να τον κάνει όμοιόν της, δηλαδή γνώστη της Αλήθειας, σοφό και δημιουργό να συν τήξουν το φωτεινό και αήττητο δίπολο Άνδρα-Γυναίκα. Να ανεβάσουν από κοινού τον πυρωμένο βράχο στην κορυφή του βουνού που είναι κρυμμένη η αλήθεια. Στο ψηλότερο σημείο που θεάζεται ο κόσμος.Ενδεικτικό της θεϊκής αποστολής του Ανθρώπου. Ο Σίσυφος γιος του Αιόλου και της Εναρέτης, πρώτος βασιλιάς της Κορίνθου, ήταν ο εξυπνότερος και ο δημιουργικότερος Άνθρωπος της εποχής του. Ο Σίσυφος παρά τις εντολές του εξουσιαστή θεού, βοήθησε τους Ανθρώπους και τιμωρήθηκε από τον Δία να κουβαλά τον βράχο μέχρι την κορυφή του βουνού, που πριν φθάσει πάντα κατρακυλά μέχρι τα ριζώματα του βουνού και να επαναλαμβάνεται στο διηνεκές και σηματοδοτεί την άσβεστη πίστη του Ανθρώπου, μέσω

της Γνώσης και της πάλης του με τις εξουσιαστικές δυνάμεις, να προσπαθεί να επιτύχει την απελευθέρωσή του.
Η Μερόπη είναι μία από τις επτά Πλειάδες Μούσες, κόρη του Άτλαντα και της Πλειόνης. Μαζί με τις άλλες Πλειάδες μούσες, μεταμορφωμένες σε άγρια περιστέρια, έκαναν το δρομολόγιο από
την Κρήτη, που από μικρός κρυβόταν ο Δίας, μέχρι την χώρα, πίσω από την θάλασσα και κουβαλούσαν ΑΜΒΡΟΣΙΑ και το γάλα της κατσίκας Αμάλθειας, για τη διατροφή του.

Είναι η μόνη από της Πλειάδες που παντρεύτηκε θνητό, το πρώτο Βασιλιά της Κορίνθου, το Σίσυφο. Γι’ αυτό, περιφρονημένη από τις άλλες έξη Πλειάδες, παραμένει μακριά τους, θλιμμένη, βυθισμένη στην αχλή της καταφρόνιας.
Η Μερόπη θεά και Μούσα του έρωτα είχε την εντολή από τις πέραν του Ολύμπου θεϊκές δυνάμεις να παντρευτεί τον Σίσυφο τον πρώτο , έξυπνο και δημιουργικό άνδρα της εποχής της.Η Μερόπη έχει εμφυτευμένο μέσα της το θείο χάρισμα να εκπέμπει τη σαγήνη της θεϊκής θηλυκότητά της και να είναι χωρίς όρια ποθητή.

Το δίπολο Σίσυφου –Μερόπης αποτελεί την κορυφαία αλληγορία ,κρυμμένη στην αχλή του Μύθου.Εδώ στο Γυαλί Αργυροπουλίου όπου το Ιερό του Πλούτωνα(Άδη) η εξυπνάδα του Σίσυφου και η σοφία της Μερόπης έπεισε τον Πλούτωνα και επέτρεψε στον Σίσυφο να ανέβει για τρείς μέρες στον άνω κόσμο και να γυρίσει,πράγμα που ο Σίσυφος δεν έπραξε και δεν επέστρεψε ποτέ πίσω στον Άδη.(ο ποταμός Μάτι

Αργυροπουλίου πηγάζει από τις πρόποδες του Ολύμπου,και στο γυαλί φιλοξενεί το Ιερό του

306

Πλούτωνα(Άδη ).

307

Πηγή: Gerand

Maison de l’Orient LYON μετάφραση από τα Γαλλικά Βάγιας Ντρογκούλη-Ξυνοπούλου και Πρβλ. B.Helly.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Στον αγαπητό μου κ.Δημήτρη Βόγγολη για το εκλεκτό πόνημα Γραμματικής Βλάχικης Γλώσσας, Ελληνοβλάχικου και αντιστρόφως λεξικού, του εκφράζω τα θερμά μου «Συγχαρητήρια» είναι μια σοβαρή και συστηματική εργασία που ενημερώνει απόλυτα τον αναγνώστη και αξίζει να γίνει πλατιά γνωστό στον Ελληνισμό.

Με εκτίμηση Αντώνης Ιωαννίδης

Τ.Πρέσβης Ελλάδος στην Ρουμανία και Ιαπωνία

A. Δημήτρη θέλω να σε ευχαριστήσω θερμά για τη γραμματική-λεξικο σου. Είναι ένα πολύ σημαντικό έργο και παρακαταθήκη για όλους εμάς τους βλάχους αλλά και τα μικρότερα παιδιά που θέλουν να ψάξουν τη γλώσσα μας. Σε συγχαίρω και σε θαυμάζω!!! ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΠΕΚΟΣ
Μπράβο Δημήτρη, πολύ σημαντικά ιστορικά στοιχεία για την ιστορία του χωριού μας ,που πολλοί λίγοι τα γνωρίζαμε πιστεύω!!! ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΠΕΚΟΣ

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ – ΕΘΙΜΑ – ΤΟΠΙΚΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

TINTZEΡOY NTI KATOYXI:I Σ΄ ΣΌΜΟΥ ΝΤΙ ΑΣΤΙΠΤΑΡΕ

Ντούπου μούλτς άνιοι βριάμ΄ σ΄ γρ΄ψέστου τι κατουχίϊ στι φουάμι. Τώρα κου λουγρίϊα ντι νάουα ζινάτϊ ιάστι έφκουλου σ΄ γρ΄ψέστου σ΄β΄ σπούν ατσά αλίθιϊ.

Μούλτι μ΄σ΄λέτσι βας ντισλέγκου μα νχίμα.

Κου φ΄ρ΄ τρουφίϊ ουάμινλιοι νου πουτιά σμπ΄νιάτζ΄.Ντι λα νιήτσιλι λιχουάνι νου στικουρά λάπτι τι τσιλιμάνιοι, σ΄μουτριά σ΄άφλ΄ τρόπου σ΄φάκ΄ γκέ:λα τι φιτσιόροι σλιοί τσέ:ν΄ του μπάνα.

Ατσά τσι τζέτσι ντουνιάουα «φουάμια αντάρ΄ ζινάτι»

Του Θεσσαλίη του μάρτζιν΄ντι άγκουρου σιαμινάμ΄ ζαχαροκάλαμου σ΄νόι κα τσιλιμάνιοι αφού νου αβιάμ΄ πέ:νι ή μπουμπότα μούλτι ουόρι νιτζιάμ΄ του άγκουρ΄ου κου γκέρου σ΄τιλιάμου ζαχαροκάλαμου, τσι ιαρά ντούλτσι Μ΄σκ΄τούρ΄ τι τσιλιμάνιοι.

Αντούκου ντ αμίντι ντάντα αμιάου τσι λουά φ΄ρίνα σιου μιντιά κου άπ΄α σ΄φιτσιά αλότου μόλιου νοάνντι νοάνντι σ΄νιχιάμ΄σάρι τας αβέ:μ έσθισι κ΄αρουαμινγκέ:μ (μαστικέ:μ΄) σ΄ιου χιρμπεά π΄ν΄ σις σφάκ΄ κα κρέμα΄.

Ιάρμπιλιοι ντιντιά του πέντικ΄ ντι αχέντι μούλτι ουόρι τσι ν΄λι χιρμπιά κου σάρι σ΄φ΄ρ΄ουντουλέμου.

Ατσά τσι αβιά τι αλαβντάρι ιαρά καφέλου κου τσιάτσιρι σ ΄κου ό:ρτζου ή ούν΄ντι ντάουλι.

Ούν΄ τζούα αβιά αρουκάτ΄άπα του τιντζέρου σιου μπ΄γκέ του φώκου πι προυστίϊ (ασιέ λιοι τζιτσέμου νόϊ Ρ΄μένλιοι).

Ντί τιπρέντζου π΄ν΄σιάρα άπα χιρμπεά, σ΄νόϊ ου τριμπάμου το΄τουνα : κέ:ντ βας μ΄κέμου λα Μάνα «νίνγκα νιχιάμ΄ βρούτσιλιοι αμέλιοι»

Ατσά νιχιάμ΄ου αφλέ νουάπτια σ΄αντί τι γκέλα ν΄λώ σόμου.

Κυρά Σοφία νου βριά σ΄αλάσ΄ τσιλιμάνλιλοι ατζούνιοι σ΄ν΄φ΄ν΄τί κου σόμου.

Ταχινά πέ:ντικα νιτζιά κα ρέου να πάλι παράπουνου.

Ατούμτσινα αβτζάμου Βέμπο τσι κ΄ντά : Φέ: κουράϊ Ελλάδα αμιάου σ΄κ΄του πότς στι τσένιι στου βέκλιοι π΄πούτσι λιοι γρ΄ψιά τσι τζέκου έχτρουλιοι, σνού χιβρέστ΄ κατσέ ου βριά ντουμιτζέλου σ΄μπ΄νέτζ,σ΄βας μπ΄νέτζ»

Σι΄ν΄τζιτσιά αβτζάτου Βέμπο, φιτσέτς σ΄βόϊ κουράϊ ΝΤΑΝΤΟΥΝΟΥ ΚΟΥ ΕΛΛΑΔΑ ανουάστ΄.

Το τσικάλι της Κατοχής κι ο ύπνος της αναμονής.

Πρίν από πολλά χρόνια είχα την επιθυμία να γράψω για τα κατοχικά μου χρόνια και ιδιαίτερα για την περίοδο της πείνας.

Τώρα με εργαλείο την ηλεκτρονική τεχνολογία τα πράγματα έγιναν εύκολα άρα και η δυνατότητα να γράψω και ν αγγίξω αυτή την αλήθεια.

Πολλά τα περιστατικά τα οποία θα αναλύσω παρακάτω:

Η στέρηση τροφής ήταν τέτοια που έβαζε σε μεγάλη δοκιμασία τις ανθρώπινες βιολογικές αντοχές.

Από τις μικρο μάνες λεχώνες στέρευε το γάλα για τα μωρά τους από την ασιτία και προσπαθούσαν με εφευρετικούς τρόπους να σοφίζονται μαγειρέματα για να κρατήσουν στη ζωή τα παιδιά τους .

Αυτό που ο λαός λέει “πενία τέχνας κατεργάζεται” στην κατοχή είχε τα πρωτεία.

Στη Θεσσαλία όταν σπέρνανε τα χωράφια με σιτάρι στις άκρες του χωραφιού έσπερναν και Ζαχαροκάλαμο και εμείς σαν παιδιά μη έχοντας ψωμί ή και μπομπότα πολλές φορές πηγαίναμε στα χωράφια και κόβαμε ζαχαροκάλαμο ένα πλούσιο φυτό σε ζάχαρη ,ότι καλλίτερο για παιδικές λιχουδιές.

Θυμάμαι την μάνα μου να παίρνει αλεύρι να το ανακατεύει με νερό κάνοντας το κουρκούτι γρόμπους
, γρόμπους και με λίγο αλάτι για να έχουμε λέει την αίσθηση ότι μασάμε και το έβραζε μέχρι να γίνει κρέμα.

Τα χόρτα είχαν φυτρώσει στην κοιλιά μας από τις πολλές φορές που μας τα έβραζε με αλάτι χωρίς λάδι.

Το σπεσιαλιτέ της ήταν ο καφές με ρεβύθια και κριθάρι ή ένα από τα δυο.

Μια μέρα είχε ρίξει σε μια Κατσαρόλα νερό και την έβαλε στη φωτιά πάνω σε ΄ενα μεταλλικό τρίγωνο (προστιά όπως τη λέμε οι Βλάχοι) και από το απόγευμα μέχρι το βράδυ το νερό έβραζε κι εμείς
τη ρωτούσαμε συνέχεια : Άντε ρε μάνα πότε θα φάμε; για να πάρουμε την απάντηση κάθε φορά που
τη ρωτούσαμε “σε λίγο παιδιά μου σε λίγο”Αυτό το σε λίγο μας βρήκε η νύχτα και αντί για φαγητό μας πήρε ο ύπνος.

Σοφότατη η κυρία Σοφία αφού δεν είχε τίποτε να μαγειρέψει δεν ήθελε ν αφήσει νηστικά τα παιδιά της και μας χόρτασε ύπνο.

Και καθώς γουργούριζε πάλι το πρωί η κοιλιά μας παραπονιόμασταν!!!

Ήταν τότε που ακούγαμε την τραγουδίστρια την Νίκης την Σοφία Βέμπο να τραγουδάει το ” Κάνε κουράγιο Ελλάδα μου κι όσο μπορείς κρατήσου και στα παλιά παπούτσια σου γράψε ότι λέν οι εχθροί σου.Κάνε κουράγιο Ελλάδα μας μη μας αρρωστήσεις γιατί το θέλει κι ο θεός να ζήσεις και θα ζήσεις”

Και μας έλεγε ακόύσατε παιδιά μου τη Βέμπο μας; κάντε κουράγιο κι εσείς μαζί με την Ελλάδα μας!!!!!

-Βλάχικες Παροιμίες,Αποφθέγματα, και Χαριεντίσματα
-Τζιόνι ντι τζουνιάπινι κούρου λουάϊ κα πιάπινι (Παλικάρι της παλικαριάς τον κώλο έχεις σαν πεπόνι)

(χαιρετισμός του Καλούσιου Ευαγγελούσιου, συμπατριώτη αντιπροσωπευτικού χαρακτήρα Ζωόφιλου και καλοσινάτου Ανθρώπου που μιλούσε με την Μαιρούλα(Φοράδα του ωσάν να ήταν Άνθρωπος)
-Τι κάπου αλούϊ στι τζούα αλούϊ (Επί κατάρας πανάθεμά τον)

-Στι ντά κίκουτα(κατάρα: να σε χτυπήσει σταγόνα)

Σ΄λιά πουλτάρια ( Να τσακιστεί ,επί κατάρας)

-Ούν΄σ΄του μέ;ν΄( ένα και στο χέρι)
-Μέρου σουμ’ μέρου κά:ντι
(Το μήλο κάτω από την μηλιά πέφτει)

-Λούπου πέρου αρούκ΄ μα μίντεα νου ου μούτι
(Ο λύκος την τρίχα την ρίχνει αλλά το μυαλό δεν το αλλάζει) Αντάπουρι πι μίνι= στηρίξου επάνω μου
Κούμ βας αστέρι ασέ βας ντόρνιϊ (όπως στρώσεις θα πλαγιάσεις)

Ούν κούκ΄ νου αντούτσι πριμβεάρα (ένας κούκος δεν φέρνει την Άνοιξη)
Μπούμ,Μπούμ,Μπούμ,κούρου αλ Νάσιου σκουάτι φούμ!!( ο κώλος του Νάσιου βγάζει καπνό)

Ντι αούμπρα ντι άκου’ κάσα νου σ’ φάτσι
(Από την σκιά της καρφίτσας σπίτι δεν γίνεται)

-Αντούν΄, κέ:ντ’ χίι τίνιρι’ , σ’ άι κέ:ντ’ αουσέστι (Μάζευε, όταν είσαι νέος, για να ‘χεις όταν γεράσεις)
Κάλεα κάλεα τσι νιτζιάμ΄ Πιτουρίκια νιϊ αφλάμ΄ τρούπουλϊι αρουκάμ΄ σ΄ πεάνιλι μ΄εκάμ΄( Δρόμο δρόμο πήγαινα πέρδικα συνάντησα ,το κορμί της πέταγα τα φτερά της έτρωγα)(σταφύλι)
Κάπ΄ντι σκέ:μπ΄(ξεροκέφαλος)

-Αχτάρι κάπου’, αχτάρι μίντι (Τέτοιο κεφάλι, τέτοιο μυαλό)
-Αλάσ΄ μούλα ακάτσ΄ πούλα ( άσε το μουλάρι και πιάσε το πέος) Αρμένου σέστι σ΄ας άη ουν όκλιου (βλάχος νάσαι και ας έχεις ένα μάτι)
Λίμπα ουάσι νου άρη σ΄ ουάσι φρέ:ντζι΄(η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει)

-Ανιήα νι άρντι κάπου φώκου’ σ’ αλούι λι άρντι τι τζιόκ’ου
(Εμένα μου καίει φωτιά το κεφάλι και εκείνου του καίει για χορό)

-Ντι άπα τσι ντουάρμι σ’ τσ΄ χίμπ΄ φρίκ΄ (Από το νερό που “κοιμάται” να φοβάσαι)

-Κα πέρου ντι λούπου βέντου γράματλι
(Σαν τις τρίχες του λύκου βλέπω τα γράμματα)

-Άπα, φώκου σ’ μουλιάρεα νου άρου πίστι
(Το νερό, η φωτιά και η γυναίκα δεν έχουν εμπιστοσύνη)

-Α:βντ΄ σ’ τάτσ’ άμα βρέι σ’ μπανέτζ’ (Άκουγε και σώπαινε αν θέλεις να ζήσεις)

-“Νι ασουντά κούρου, βας αλαξιάστ΄ κιρόλου” ( Μου ίδρωσε ο κώλος, θ΄ αλλάξει ο καιρός )

Ατσά τσι π΄τσέ;μ, π΄τσέ:μ τσί βας π΄τσέ:μ νου στίμ (Τι πάθαμε πάθαμε, τι θα πάθουμε δεν ξέρουμε)

-Μπόουλου σ’ λεάγκ΄ ντι κουάριλι σ’ όμου ντι λίμπ΄
(Το βόδι δένεται από τα κέρατα και ο άνθρωπος από την γλώσσα)

-Αρμέ:νου ‘ν κάλικάτου’ ι βα σ’ ντουάρμι΄ ι βας σ’ κέ;ντ΄ (Ο Βλάχος καβάλα ή θα κοιμάται ή θα τραγουδάει)

-Ντι λα τζέτσι π΄ν’ λα φάτσι, μπουβαλίτσια σ’ φιάτσι βάκα
(Από το να το πει μέχρι να το κάνει, το μοσχαράκι έγινε αγελάδα)

-Αρμέ:νου φιάτσι σ΄ ντράκου σ’ κρεάπ΄
(Ο Βλάχος έκανε και τον διάολο να σκάσει)

-Κάι φουρέ: άκου φουρέ; σ’ σάκκου
( Όποιος έκλεψε τη βελόνα έκλεψε και το σακκί)

  • Όμου ιάστι ντούλτσι κα νιάρι, σ’ γκρέου κα σάρι

(Ο άνθρωπος είναι γλυκός σαν μέλι και βαρύς σαν αλάτι )

-Μπόου βίνις΄, σ΄ μπόου φουτζίς΄ (Βόδι ήρθες και βόδι έφυγες)

-Σκέ:μπα κριάπ΄, όμου νου κριάπ΄
(Η πέτρα ραγίζει, ο άνθρωπος δε ραγίζει)

Αναθεματικά

Βατραστιάσ΄,ούσια κλείσια,Στιμπινάτα, κουμ σιακριάπ΄ντι σανσάρ΄, Στιασ΄λουνίϊνα, Ντιουκλιόσιου,Ντισκλινάτου, Βιντουκλιόσου.Στι μό:λιϊ.

ΠΟΛΥΦΩΝΙΚΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΚΑΙ ΧΟΡΟΙ

(Αντιπροσωπευτικό τμήμα πολυφωνικού του Πολιτιστικού Συλλόγου Αρβαντοβλάχων Αργυροπουλίου με πρόεδρο τον Χρήστο Κερκένη και τον Δάσκαλο Αθανάσιο Κουτίνα)

Παραθέτω κατωτέρω διασωθέντα πολυφωνικά τραγούδια και συλλεγχθέντα από τον λαϊκό παραδοσιακό τραγουδοποιό Αθανάσιο Κουτίνα και προς τιμή του διότι αφήνει πολιτιστικό και παραδοσιακό πλούτο στην ιδιαιτέρα μικρή πατρίδα του το Αργυροπούλι.« Ο τραγουδοποιός , αντί φωνήεντος μεταξύ -α και ε – κάνει χρήση του αστερίσκου»

  1. ΟΥΝΤ*ΛΟΥ ΑΤΣΕΛΟΥ ΑΛΜΠΟΥ 1.ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟ ΑΣΠΡΟ

Ε Ουντλου ατσέλου άλμπου μόϊ Το δωμάτιο το άσπρο Ουντλου ατσέλου άλμπου γεμάτο από άντρες
Ε Ουντλου ατσέλου άλμπου μόϊ έσπρωξα την πόρτα και μπήκα πλίνου ντι μπρμπάτσ* τους είπα καλώς ήρθατε
Ε πίμσιου ούσια σι ιντράι μόϊ μόνη μου βρέθηκα

πίμσιου ούσια σι ιντράι με δυο παιδάκια

Ε πίμσιου ούσια σι ιντράι μόϊ τι να τους βάλω να φάνε

σλ* τζ*σιου γκίνι βίνιτου βρε άντρα μαύρε

Ε σίνγκουρ* μιαφλάι μόϊ πιάτο με στραγάλια

σίνγκουρ* μιαφλάι και δυο σταφίδες Ε σίνγκουρ* μιαφλάι μόϊ έβαλαν τα γέλια
κου ντόι τσιλιμάνιοι και άρχισαν το τραγούδι Ε τσι σλ* μπακου τα σμκ λι
Τσι σλ* μπακου τα σμ*κ

Ε τσι σλ* μπακου τα σμκ λι Μπρμπατου λαϊου μουλιατου Ε πιάτου κου νι μπιλμπέι μόϊ πιάτου κου νι μπιλμπέι Ε πιάτου κου νι μπιλμπέι μόϊ ζντάου ν στ* φίντζ*
Ε μπ* γκάρ* σα ρ* ντ* μόϊ μπ* γκάρ* σα ρ* ντ*
Ε μπ* γκάρ* σα ρ* ντ* μόϊ

σια χουρχίρ* τας κντ

  1. ΝΑΜΙΣΑ ΝΤΙΑ ΤΣΕΛΙΟΙ ΝΤΟΪ ΜΟΥΝΤΣ*

Νάμισα ντια τσέλιοι ντόϊ μούντσ* έλου μόϊ ανα μόϊ ανάμισα ϊαρά σ΄ούν* φουντ* ν* αράτσι έλου μοϊ ανα μόϊ ανάμισα
ιαρα σ΄ούν τζιόνι β΄τ΄μάτου έλου μοϊ ανα μόϊ ανάμισα (Εδώ από τον πρωτοπόρο τραγουδιστή Ναούμ Φουρτούνα και την Αλεξάνδρα-Χρυσάνθη Βόγγολη-Σκούπρα το κληρονόμησα «σκοτωμένο»αντί πληγωμένο που κυκλοφορεί.
του τ* μπάρι αβ*ρτίτου έλου μόϊ ανα μόϊ ανάμισα

του πρνάρι αρουκουτίτου έλου μοϊ ανα μόϊ ανάμισα πούλιοι τουτς λέ:οι αβιργκραρ* έλου μοϊ ανα μόϊ ανάμισα
βόι λι πουλιοι τσια νκι ουρατσ έλου μοϊ ανα μοι ανάμισα (πούλιοι αντί έλου ) τούτου τρέγκου σνου μη μκατσ πούλιοι μοϊ ανα μοι ανάμισα -»»
μ* να ντριάπτα σνιά λ* σατσ* πούλιοι μοϊ ανα μοι ανάμισα τας γρ*ιψέστου ουν λάι ντι κάρτι πούλιοι μοϊ ανα μοι ανάμισα
τας πιτρέκου λα ντάντα σ’ λα λάϊου ντι τάτε έλου μοϊ ανα μοι ανάμισα . 2.ΑΝΑΜΕΣΑ ΑΠΟ ΔΥΟ ΒΟΥΝΑ
Ανάμεσα από δυο βουνά αυτός μωρέ ανάμεσα, ήταν μια κρύα βρύση αυτός μωρέ ανάμεσα ,ήταν κι ένα παλικάρι σκοτωμένο αυτός μωρέ ανάμεσα , στην κάπα τυλιγμένος ,αυτός μωρέ ανάμεσα ,στο πουρνάρι γκρεμισμένος αυτός μωρέ ανάμεσα, όλα τα πουλιά τον περιτύλιξαν αυτός μωρέ ανάμεσα ,εσείς πουλιά που κελαηδάτε πουλιά μωρέ ανάμεσα, ολόκληρο μην με φάτε πουλιά μωρέ ανάμεσα ,το δεξί μου χέρι να μ αφήστε πουλιά μωρέ ανάμεσα, για να γράψω ένα πένθιμο γράμμα πουλιά μωρέ ανάμεσα , να στείλω στη μάνα και τον καημένο πατέρα αυτός μωρέ ανάμεσα.

  1. ΤΙ ΟΥΝ* ΒΙΑΡ* ΜΟΪ ΤΣΙ ΝΒΙ ΒΙΡΑΙ* 3.ΈΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΠΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑΣΑ

Τιούν* βιάρ* βιάρ* μοϊ τσι νβι βιράι* Ένα καλοκαίρι που καλοκαίριασα τσιν βιράι* του λαϊα πάντε που ξεκαλοκαίριασα στη μαύρη πεδιάδα σιάρα τσι νμι ντούσιου μοϊ το βράδυ που πήγα μωρέ
μπίη άπ* α , μπίη άπ* σι μη μπ* γκάϊ ήπια νερό και κοιμήθηκα

κάτου νιάτζ* νοάπτι μοϊ κατά τα μεσάνυχτα μωρέ

τσι σκουρμ* τσι σκουρμ* ν* λαϊ ντι στιάου που κόπηκε ένα μαύρο αστέρι ντι ν* βινι ν* χ* μπάρι μοϊ που μας ήρθε ένα χαμπέρι μωρέ Δημητράκη Δημητράκη νούλου β* τ* μάρ* Δημητράκη τον σκοτώσανε Δημητράκη ατσέλου μοϊ Δημητράκης αυτός μωρέ
πέρλιοι α λούϊ πέρλιοι α λούι νιάλι νιάλι τα μαλλιά του δαχτυλίδια δαχτυλίδια πέρλιοι α λούϊ νιάλ ινιάλι μόϊ σιά ρου κάτσ* τα μαλλιά του δαχτυλίδια δαχτυλίδια σιά ρου κάτσ* πι σουφρτσιάλι και ριγμένα στα φρύδια ακό τζιάν του κουπάτσιου μοϊ εκεί πάνω στις βελανιδιές ( δάσος ) πλντζι ντά πλντζι ντάντα αλ Δημητράκη κλαίει η μάνα του Δημητράκη σκάμα ντζιάν* του λιανούρ* μοϊ πλντζι λά παραπάνω στο ξέφωτο πλντζι λάϊα σόρου Γιαννούλ* κλαίει η μαύρη αδερφή Γιαννούλα πλντζι μη λα σόρου ζγκιλιάμε μοϊ κλάψε με βρε αδερφή και ούρλιαξε κ μινέ κ* μινέ βα νέγκου τουξιάνε γιατί εγώ θα πάω στα ξένα

  1. ΣΟΥΚΑΚΙΑ ΤΣΙ ΛΟΥΑΪ 4. ΤΟ ΣΟΚΑΚΙ ΠΟΥ ΠΗΡΑ

Ε Σουκάκια τσι λοαϊ λ*ϊ Το σοκάκι που πήρα βρε

Σουκάκια τσι λοαϊ δεν ξέρω που θα με βγάλει

Ε Σουκάκια τσι λοαϊ λ*ϊ στο σπίτι της αγαπημένης βρε

νούστου ιου βα μη σκοάτ* χτύπησα στην πόρτα

Ε λά κάσα άλλη βρούτε λ*ϊ έβγα αγαπημένη έξω μωρέ

λά κάσα άλλη βρούτε για να με δεις λίγο

Ε λά κάσα άλλη βρούτε λ*ϊ να δεις το κορμί το δικό μου μωρέ

νιά γκουντίοι πι ούσε γεμάτο από πληγές

Ε ες βρουτ* ναφοάρ* μοϊ πέρνα παλικάρι σπίτι μωρέ

ες βρουτ* ναφοάρ* γιατί σ’ έχω στρωμένα

Ε ες βρουτ* ναφοάρ* μοϊ τρεις βελέντζες καινούριες μωρέ

τας μη βέντζ* νι χιάμ* μία πάνω στην άλλη

Ε σνιοι βέντζ* τρούπου αμέλου μοι θέλεις στη γωνία κάθεσαι σνιοι βέντζ* τρούπου αμέλου θέλεις αγκαλιά σε μένα
Ε σνιοι βέντζ* τρούπου αμέλου μοι πλίνο ντι πληγίοι μοϊ
Ε τριέτσ* λϊ τζιόνε νκάσ λί τριέτσ λϊ τζιόνε νκάσ
Ε τριέτσ* λϊ τζιόνε νκάσ λί κ τσάμου αστεράτ*
Ε τρέι βιλέντζ* νάλι λϊ τρέι βιλέντζ νάλι

Ε τρέι βιλέντζ* νάλι λϊ ούν πι στιαλάντ*
Ε βρέι του κόχιου στάι λϊ βρέι του κόχιου στάι Ε βρέι του κόχιου στάι λϊ βρέι μπράτσ* λα μίνε

  1. ΛΑ ΚΤΣΙΟΥΛ ΣΤΡΜΠ 5. ΒΡΕ ΚΑΠΕΛΟ ΣΤΡΑΒΟ

Άιντε λα κτσιουλ μοϊ στρμπ στρμπ Άιντε βρε καπέλο μωρέ στραβό στραβό μα νου γίνιοι μοϊ κάθε στμν* γιατί δεν έρχεσαι κάθε βδομάδα
άιντε σμίνι ο μοι λα βρούτ* βόι άιντε και γω βρε αγάπη θέλω

νοάμου κάρι σα λάσου λα όι δεν έχω ποιόν ν΄αφήσω στα πρόβατα άιντε ντν λίρ* λϊ τιουν σιάρ* άιντε δώσε μία λίρα για ένα βράδυ σια λάσιλι λι σκρέτιλι ζγκιάρ και άφησέ τα τα έρμα να βελάξουν
άιντε κα σλια λάσου λι σκρέτιλι ζγκιάρ άμα τα αφήσουμε τα έρμα να βελάξουν βα νλη καφτ* μοϊ ντι πρίμ βιάρ* θα μου τα ζητήσουνε μωρέ την άνοιξη άιντε φούντζ στ* φούντζ λϊ ντια ούμπρα τάου φύγε να φύγεις απ’τον ίσκιο το δικό σου νου τσου ρ ου λ*Ϊ ντι νιάτα αμιάου δεν λυπάσαι απ’τα νιάτα τα δικά μου

  1. ΤΙΟΥΝΟΥ Ρ* Μ*ΝΟΥ ΝΤΙ ΠΛΙΑΣΑ 6.ΓΙΑ ΕΝΑ ΒΛΑΧΟ ΑΠ’ ΤΗ ΠΛΙΑΣΑ

Τιούνου ρ* μνου ντι πλιάσα Για ένα βλάχο απ’ τη Πλιάσα Τιούνου ρ μ*νου ντι πλιάσα ορε με νεύρα φωνάζει
κου ινάτι γκριάστι με νεύρα φωνάζει

κου ινάτι γκριάστι το πιστόλι αρπάζει

κου ινάτι γκριάστι ορε το πιστόλι αρπάζει

ριβόλια αρ*κιάστι επαναστάτης ξεκινάει

ριβόλια αρ*κιάστι στη Μακεδονία

ριβόλια αρ*κιάστι ορε φωνάζει ο Κόλης Γκίζας

παναστάτου κισιάστι με τη φωνή πιασμένη

παναστάτου κισιάστι γύρισε βρε Σπύρο

παναστάτου κισιάστι ορε γύρισε βρε Σπύρο του Μακεδονιε γύρισε βρε αδερφέ
γκριάστι Κόλη Γκίζα δε γυρίζω ρε φίλοι

γκριάστι Κόλη Γκίζα ορε δε γυρίζω βρε αδέρφια

κου μποάτσια α κτσάτ γιατί θα πάω να κάψω

τοάρ* τη λϊ Πίλια δυο χωριά από διαόλια τοάρ τη λϊ Πίλια ορε τοάρ τη λ*ϊ φράτε

νου μη τόρου λϊ σότσ νου μη τόρου λϊ σότσ ορε νου μη τόρου λι φρατς
κ* βα νέγκου τασάρντου

κ* βα νέγκου τασάρντου ορε ντάου χώροι ντι ντρατσ*

  1. ΝΤΙ ΚΟΥ ΝΙΟΙΚ* ΤΙΑΣΤΙ ΠΤΑ ΜΟΥ 7. ΑΠΟ ΜΙΚΡΗ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΑ

Άιντε ντι κου νιοικ* μοϊ λα νιοίκα μιάου Άιντε από μικρή βρε μικρούλα μου άιντε ντι κου νιοίκ* μοϊ τια στι πτα μου άιντε από μικρή βρε σε περίμενα άιντε τια στι πταμου μοϊ λα νίοικα μιάου άιντε σε περίμενα βρε μικρούλα μου
άιντε τια στι πταμου μοϊ π* ν* σακρέστι άιντε σε περίμενα βρε για να μεγαλώσεις άιντε τα σακρέστι μοϊ λα νιοίκα μιάου άιντε για να μεγαλώσεις βρε μικρούλα μου άιντε τα σακρέστι μοϊ τα στιλιάου άιντε για να μεγαλώσεις για να σε πάρω άιντε νια κρίς κούσι μοϊ λα νιοίκα μιάου άιντε μεγάλωσες βρε μικρούλα μου
άιντε νια κρις κούσι μοϊ σι τι μρτάσι άιντε μεγάλωσες βρε και παντρεύτηκες άιντε νου νιοιφού ρου μοϊ λα νιοίκα μιάου άιντε δεν μου κακοφάνηκε βρε μικρούλα
άιντε νου νιοιφού ρου μοϊ κ τι μρτάσι άιντε δεν μου κακοφάνηκε γιατί παντρεύτηκες άιντε κ νιοιφού ρου μοϊ λα νιοίκα μιάου άιντε γιατί μου κακοφάνηκε βρε μικρούλα άιντε κ νιοιφού ρου μοϊ νου μια κλιμάσι άιντε γιατί μου κακοφάνηκε δεν με κάλεσες άιντε τας γινού νούνου μοϊ λα νιοίκα μιάου άιντε για να’ρθώ νονός μωρέ μικρούλα μου άιντε τας γινού νούνου τας τι κρούνου άιντε για να’ρθώ νονός να σε στεφανώσω.

  1. ΤΣΙ ΤΣΟΥ ΠΟΡΤΣ* Κ* ΤΣΙΟΥΛΑ

Ε τσι τσού πορτσ* κ* τσιούλα μόϊ , τσι τσού πορτσ* κ* τσιούλα ,τσι τσού πορτσ* κ τσιούλα μόϊ τζιάν* πι μ* γιάου ντριάτζε γκαζεπλίε μόϊ ντριάτζε γκαζεπλίε ντριάτζε γκαζεπλίε μόϊ λαϊα σου φρτσιάου ε μέ:νι βας νέγκου π` ζάρι μόϊ μέ:νι βας νέγκου πζάρι , μέ:νι β ας νέγκου πζάρι μόϊ τζ νιοι τσι βρεϊ σ΄τσα αντούκου ε- νιμπιλμπέϊ του κάρτι μόϊ ε-νιμπιλμπέϊ του κάρτι ε-νιμπιλμπέϊ του κάρτι μόϊ σ΄ντάου ν στ* φιτζ*

8.ΤΙ ΦΟΡΑΣ ΤΟ ΚΑΠΕΛΟ ΣΟΥ



Τι φοράς το καπέλο σου

τι φοράς το καπέλο σου

τι φοράς το καπέλο σου



επάνω στη φράντζα σου

φτιάξε ομορφούλα μου

φτιάξε ομορφούλα μου

φτιάξε ομορφούλα μου

τα μαύρα σου τα φρύδια

αύριο θα πάω στο παζάρι

αύριο θα πάω στο παζάρι

αύριο θα πάω στο παζάρι

πες μου τι θέλεις να σου φέρω

στραγάλια στο χαρτί




στραγάλια στο χαρτί στραγάλια στο χαρτί και δυο σταφίδες
  1. ΛΑ ΤΟΥΜΠ* ΔΙΑΜΑΝΤΙ 9.ΒΡΕ ΜΠΟΥΚΕΤΟ ΔΙΑΜΑΝΤΕΝΙΟ

Κντου τριτσιάϊ σουκάκια σούσου Όταν περνούσες στο σοκάκι επάνω λα τούμπ διαμάντι βρε μπουκέτο από διαμάντι
τούμπ* ντι βασι βασιλικό μπουκέτο από βασι βασιλικό νιασπριαϊ βλ στάρου ντιά λούν* φαινόσουν βλαστάρι από φουντουκιά λα τούμπ* διαμάντι βρε μπουκέτο από διαμάντι
τούμπ* ντι βασι βασιλικό μπουκέτο από βασι βασιλικό

νου νιαράμου βλστάρου ντιά λούν δεν ήμουν μπουκέτο από φουντουκιά λα τούμπ* διαμάντι βρε μπουκέτο από διαμάντι
τούμπ* ντι βασι βασιλικό μπουκέτο από βασι βασιλικό

κ* νιαράμου ούνου τζιόνε αλέπτου γιατί ήμουν ένα παλικάρι διαλεκτό λα τούμπ* διαμάντι βρε μπουκέτο από διαμάντι
τούμπ* ντι βασι βασιλικό μπουκέτο από βασι βασιλικό

  1. ΦΟΥΡΙΓΚΑ Κ* ΡΚΑΤ* 10. ΜΥΡΜΗΓΚΙ ΦΟΡΤΩΜΕΝΟ

Φούριγκα κ* αρκάτ* Μυρμήγκι φορτωμένο

φούριγκα κ* αρκάτ* λι μυρμήγκι φορτωμένο μωρέ κούνου γκ ρούτσου ντι γκρου με ένα σπυρί από σιτάρι λαμοάρ βρια σνιαγκ* στο μύλο πηγαίνει
λαμοάρ* βρια σνιαγκ* λι στο μύλο πηγαίνει μωρέ σματσιν φιρίνα να αλέσει το αλεύρι
τα σφακ* κουλάκου για να κάνει την κουλούρα

τα σφακ* κουλάκου λ*ι για να κάνει την κουλούρα μωρέ

τι νούνου στη φ*ρτάτς για τον νονό και τα μπρατήμια

μη κλιούσια η βιάστ* η μουσίτσα είναι νύφη

μη κλιούσια η βιάστ* λ*ι η μουσίτσα είναι νύφη μωρέ

σγαμπρόλου μπιντούκλιου και ο γαμπρός η ψείρα

μαραμάγκα νουν* η μαραμάγκα νονά

μαραμάγκα νουν* λ*ι η μαραμάγκα νονά μωρέ

ζιουζιουνάρου πρέφτου σ η χρυσόμιγα παπάς κι

σπάγκου λιοι κ* ρούν* κι ο ιστός (αράχνης) τους στεφανώνει

  1. Ε ΤΟΑΪΣΤ ΚΑΣ* ΜΟΪ ΤΣΙ Ν* ΧΙΜΟΥ 11.Σ΄ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΠΟΥ ΕΙΜΑΣΤΕ

Ε τοαϊστ κασ* μόι τσι ν* χίμου Σ’ αυτό το σπίτι που είμαστε

αϊντε βα ν* μπέμου μοι ζβα σκντμου αϊντε θα πιούμε και θα τραγουδίσουμε ε ντόλιοι νοϊ μοϊ στζιουμπλέα τούτ* εμείς οι δυο και η παρέα όλη
αϊντε σνικοκύρου κου τούτ* κάσ* αίντε κι ο νοικοκύρης με όλο το σπίτι ε ζ γαμπρόλου μοϊ κου τούτ* βιάστ* και ο γαμπρός με τη νύφη
αϊντε σλιά πλάδα μόι σν* κιρισιάσκ* να πάρει το δίσκο να μας κεράσει ε σλιαουρμου μόι τας μπνιάτζ* να τους πούμε να ζήσουν
αϊντε σι κα όλυμπου σαλγκιάστ* και σαν τον Όλυμπο ν΄ασπρίσουν

  1. ΝΑΡΚ* 12. ΝΑΡΚΗ

‘Αιντε Σ* μπ* τα μωρέ ο μοι του μιριντάρε Σάββατο μωρέ το απόγευμα νιαφλάι χάρου μόι καλιαμάρι βρήκα το χάρο στο μεγάλο δρόμο λάιλιου νου μωρέ ο μοι νου νιοαστηπτάμου ο μαύρος δεν το περίμενα
σνιάφλου χάρου μόι ιου ημνάμου να βρω το χάρο εκεί που περπατούσα ωχ λα ναρκ* μωρέ ο μόι ο λα σκρέτ* ωχ μωρέ νάρκη ρουφιάνα
ιου τια φλας μόι τοά μιάου ετ* που βρέθηκες στο δικά μου χρόνια τι κ* λκαϊ κόρμπ* ο μοι σι πλ* σκ* νίσε σε πάτησα μαύρη και έσκασες στι τσόρου μόι νιοάρ* σπ* ντίσε και το πόδι μου το σκόρπησες
μπ* γκαϊ μποάτσα μωρέ ο μοι ντι ζγκηλίε έβαλα μια φωνή και έσκουξα κουλιά φιτσιόρι μόι μι πλιγκουίε προς τα’δω παιδιά λαβώθηκα ια ντητέτς * μωρέ ο μοι χ* μπάρι χοάρ* για ειδοποιήστε στο χωριό σγήν* τσαλ* μόι χιλέα τροάρ* να’ρθει η Αχιλλέαινα γρήγορα
τσαλ* χιλέα μωρέ ο μοι μουλιάρι τουρούτ* Αχιλλέαινα μωρέ γυναίκα πονεμένη

μα τσ* νιοι μίντι τσιαβέμ τρικούτ* για θυμήσου τι έχουμε περάσει τσαλ* χιλέα μωρέ ο μοι κουμούλτου ντόρου Αχιλλέαινα με πολλή αγάπη
τα* νιοινιοι κάπου μοι κ* βασμόρου κρατησέ μου το κεφάλι γιατι πεθαίνω

  1. ΛΑ ΤΟΥΜΠ* ΜΟΥΣΙΆΤ* 13.ΒΡΕ ΜΠΟΥΚΕΤΟ ΟΜΟΡΦΟ

Άιντε λα τούμπ* μόι τουμπ* μουσιάτ* Άιντε βρε μπουκέτο όμορφο άιντε ντνιοι ουκλου άιντε δώσε μου τον οκά μωρέ
τας ζμπιάου άπ* για να πιώ νερό

άιντε ζμπιάου απ* μ’οι άιντε για να πιώ νερό μωρέ

σμι φ* ν* τέστου για να χορτάσω

άιντε στάϊ προάστ* μοι άιντε για να κάτσω όρθια μωρέ

τας τι μουτρέστου για να σε κοιτάξω

άιντε ντι λα κάπου μόι άιντε απ’ το κεφάλι μωρέ

π*νλά τσιτσοάρι μέχρι τα πόδια

να θιμάτσ* μόι μτα τσι τιάρι ανάθεμα μωρέ τη μάνα σου που σ’ έχει Αιντε σμίνι τιά μου μόι του μούλτ βριάρι άιντε κι γω σ’ έχω μωρέ σε μεγάλη αγάπη Αιντε σβόι στι λιάου μοι τι μουλιάρι και θέλω να σε πάρω για γυναίκα
Αιντε τζονε καρα μοι μιαϊ του βριαρι Αιντε παλικάρι μου σαν μ’αγαπάς Αιντε ζινιοι λα τατ* νιου τσι μιαρι να ρθεις στον πατέρα μου που μ’έχει Άιντε ζινιοι λα τα τ* νιου λϊ τσι μιάρι να ρθεις στον πατέρα μου που μ’έχει Αιντε τας μι καφτς λϊ τι μουλιαρ Αιντε να με ζητήσεις για γυναίκα σου

  1. ΟΥΝ ΦΙΑΤ* ΜΟΥΣΙΑΤ* 14.ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ ΟΜΟΡΦΟ

Εν φιατ* μουσιάτ* μόι Ένα κορίτσι όμορφο μωρέ

ν* φιατ* μουσιάτ* ένα κορίτσι όμορφο

Ε ν φιατ* μουσιάτ* μόι ένα κορίτσι όμορφο μωρέ

σιάτι μιντουϊτ* κάθεται σκεπτική

Ε ντι λαϊλιου ντι τζιόνι μόι για το μαύρο παλικάρι μωρέ ντι λαϊλιου ντι τζιόνι για το μαύρο παλικάρι
Ε ντι λαϊλιου ντι τζιόνι μόι για το μαύρο παλικάρι μωρέ τσι καύτ* τας φούγκ* που ζητάει να φύγει
Ε τζιόνε κάρα σφούτζ* παλικάρι μου σαν θα φύγεις μωρέ τζιονε καρα σφούτζ* παλικάρι μου σαν θα φύγεις
Ε τζιονε καρα σφούτζλι παλικάρι μου σαν θα φύγεις μωρέ σι τρετς* πιλα ουσι να περάσεις απ’ την πόρτα μου
Ε στς* μπάκου χαϊμαλίε λι να σου βάλω φυλαχτό μωρέ στς μπάκου χαϊμαλίε να σου βάλω φυλαχτό
Ε στς* μπάκου χαϊμαλίε λι να σου βάλω φυλαχτό μωρέ τάσου πορτς ντιγκούσιε να το φορέσεις στο λαιμό σου Ε κ τι ορι σου βετζ* λι όσες φορές θα το βλέπεις μωρέ κ τι ορι σου βετζ* όσες φορές θα το βλέπεις
Ε κ* τι ορι σου βετζ* λ*ι όσες φορές θα το βλέπεις μωρέ

τας μια ντούτς ντιά μίντε για να φέρνεις στο μυαλό σου

  1. ΛΑ ΦΟΥΝΤΝ ΝΤΙΤΟΥ ΑΛΟΥΝΟΥ 15.ΡΕ ΦΑΝΤΙΝΑ ΑΠ’ΤΗ ΦΟΥΝΤΟΥΚΙΑ

Αιντε λα φουντν μοι ντιτου αλούνου Αιντε ρε φαντίνα απ’τη φουντουκια Αιντε τσ* νιοι καλου μοι τας ντι πουνου Αιντε κράτα το άλογο να κατεβώ Αιντε τσ* νιοι καλου μοι τας ντι πουνου Αιντε κράτα το άλογο να κατεβώ
Αιντε σκουνου λι λαλι μοι τας σμια ντουνου Αιντε και μένα θείο μου να ανταμώσω Αιντε κλημιτσιουνιοι λι σπιτρέκου λα τατι Αιντε καλέσμα να στείλω στον πατέρα Αιντε κασε μη νταντιρ* αχντου ντι παρτι Αιντε γιατί με δώσανε τόσο μακριά Αιντε κασε μη νταντιρ αχντου ντι παρτι Αιντε γιατί με δώσανε τόσο μακριά Αιντε ντι νου βέντου λι νιοι σορου νιοι φρατι Αιντε και δεν βλέπω ούτε αδερφή ούτε αδερφό Αιντε νταντη μπρμπατου ντιβανέσκου Αιντε μου’δωσε άντρα μισότρελο Αιντε στουτ χοάρα κου έλου αρ* ντου Αιντε και όλο το χωριό με αυτόν γελάει Αιντε στουτ* χοάρα κου έλου αρ* ντου Αιντε και όλο το χωριό με αυτόν γελάει

Αιντε σιό μ* ράτα βόι τα σκρέπου Αιντε και εγώ η μαύρη θέλω να σκάσω

  1. ΝΑ ΛΑ ΦΙΑΤ* ΙΟΥ ΚΙΣΙΣΗ 16.ΒΡΕ ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΟΥ ΞΕΚΙΝΗΣΕΣ

Ο να λα φιατ* μοϊ ιου νγκσιση Βρε κορίτσι που ξεκίνησες

Αϊντε ντι λοαση καλια μοϊ ντι φουτζίση Αιντε και πήρες το δρόμο και έφυγες Αϊντε τζιονε μινι βασνεγκου τι λιαμη Αιντε παλικάρι εγώ πηγαίνω για ξύλα Αϊντε κου νταου λϊ σοατσ ντια μιαλη Αιντε με δυό φίλες δικές μου
Αϊντε στϊ λα φιατ μοϊ κ* τι βοϊ Αιντε κάτσε κορίστι γιατί σε θέλω

Αϊντε τα στσ* τζ* κου μοϊ ουνου ζμπορου τι νοϊ Αιντε να σου πω μια κουβέντα για μας Αϊντε τζιονε ζτ* λϊ τσιαϊ ντι τσιτσιαρι Αιντε παλικάρι μου πες μου τι θέλεις Αϊντε κ εστου φιατ* λϊ ντι σουσιαρι Αιντε γιατί είμαι κορίτσι για αρραβώνα Αϊντε ντολιοι νοϊ μοϊ τα σν σουσίμου Αιντε οι δυό μας να αρραβωνιαστούμε Αϊντε σνιαλιλι μοϊ τα σλιαλ* ξήμου Αιντε και τα δαχτυλίδια να αλλάξουμε Αϊντε τζιονε καρα λϊ βρεϊ σουσιαρι Αιντε παλικάρι αν θέλεις αρραβώνα Αϊντε ζηνιοι λα τατ νιου λϊ τσι μιαρι Αιντε να ρθείς στον πατέρα μου που μ’έχει Αϊντε ζηνιοι λα τατ νιου λ*ϊ τσι μιαρι Αιντε να ρθείς στον πατέρα μου που μ’έχει

Αϊντε τα σμι καφτσ* λ*ϊ τι μουλιαρι Αιντε να με ζητήσεις για γυναίκα σου

  1. Κ* ΝΤΗΚΟΥ ΑΛ* ΖΗΣΗ 17.ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΖΗΣΗ

Αϊντε Ζηση αλ* τσιουτση λϊ ουλου βτ* μαρ* Αιντε τον Ζήση Τσιουτση τον σκότωσαν Αϊντε νιασηρ λϊ νοαπτια ντι λϊοι γκριρ Αιντε πήγαν νύχτα και τον φώναξαν Αϊντε σκου τ* ποαρα μοϊ λιου κ* ρτσ* νιρ Αιντε με το τσεκούρι τον χτύπησαν Αϊντε στου τ* μπαρι λϊ λοαβ ρτηρ Αιντε στην κάπα τον τύλιξαν
Αϊντε στου π* ρναρι λϊ λοα ρουκουτιρ Αιντε στην πουρναριά τον έριξαν Αϊντε νιαση μσα λϊ ταχινα Αιντε πήγε η μάνα του το πρωί Αϊντε σμπ* γκ* μποατσια λϊ ντι ζγκιλια Αιντε και έβγαλε μεγάλη φωνή Αϊντε σμπ γκ* μποατσια λ*ϊ ντι ζγκιλια Αιντε και έβγαλε μεγάλη φωνή

Αϊντε νακα β* τζουτου λ*ϊ Ζήση ιουβά Αιντε μήπως είδατε τον Ζήση πουθενά

  1. ΚΟΠΟΥ ΤΣΙ ΜΗ ΝΤΟΑΡΙ

Εε κάπου τσι μη ντοάρι μοϊ κάπου τσι μη ντοαρι

Εε κάπου τσι μη ντοάρι μοϊ σμήντια νου νιοα μου τουτ* Εε ντι λαϊλιου ντι τζιονι μοϊ ντι λαϊλιου ντι τζιονι
Εε ντι λαϊλιου ντι τζιονι μοϊ τσι καφτ* τασφουγκ* Εε τζιονε κάρα σφουτζ* λϊ τζιονε καρα σφουτζ Εε τζιονε κάρα σφουτζ* λϊ σι τρετσ πηλα ουση
Εε στσ* μπαγκου χαϊμαλιη λϊ στσ μπαγκου χαϊμαλιη Εε στσ* μπαγκου χαϊμαλιη λϊ τα σου πορτσ ντι γκουση Εε κ* τι ορη σου βετζ* λϊ κ τι ορη σου βετζ*
Εε κ* τι ορη σου βετζ* λ*ϊ τα σμιαντουτς ντιαμηντι

  1. ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΠΟΥ ΜΕ ΠΟΝΑΕΙ

Εε το κεφάλι που με πονάει και το μυαλό δεν το’ χω όλο Εε για το μαύρο παλικάρι που ζητάει να φύγει
Εε παλικάρι μου σαν φύγεις να περάσεις απ’ τη δική μου πόρτα Εε να σου βάλω φυλαχτό να το φορέσεις στο λαιμό

Εε όσες φορές να το βλέπεις να με φέρνεις στο μυαλό σου

  1. ΛΑ ΝΤΕΛΗ ΤΖΙΑΪΡΚ*

Νιαμου ασιαρ* σιαζ λα ντελη τζιαϊρκ*

Νου πουτουϊ κορμπ* μοϊ κορμπ* στη βεντου Μα σνου τι βεντου σιασταρ λα ντελη τζιαϊρκ* Πν ταχινά μοϊ κορμπ* βα σκρεπου Μουναφλικα ητρ* του μεση λα ντελη τζιαϊρκ* Σνου να αλασ* τα μοϊ σν* βηντέ μου
Γκούρα νιοαϊ τι μίνη λα ντελη τζιαϊρκ*

Σμηντια οαϊ μοϊ κορμπ* αλιουρια ή (Τρούπου ουάϊ τι άλτου)

  1. ΡΕ ΚΟΠΕΛΑ ΟΜΟΡΦΗ

Έχω χτες και σήμερα βρε κοπέλα όμορφη Δεν μπόρεσα μαύρη μου να σε δω
Άμα δεν σε δω και το βράδυ ρε κοπέλα όμορφη Μέχρι το πρωί θα σκάσω
Η σπιούνα μπήκε στη μέση ρε κοπέλα όμορφη Και δεν μ’ αφήνει να βλεπόμαστε
Το στόμα το’ χεις για μένα βρε κοπέλα όμορφη

Και το μυαλό σου μαύρη μου το’ χεις αλλού ή(το κορμί για άλλον)

  1. ΤΩΡΑ ΒΙΑΡΑ ΜΙΝΗ

Εε τώρα βιάρα μίνη λ*ϊ τωρα βιαρα μίνη

Εε τώρα βιάρα μίνη λϊ νιαμου ουν ζαλουρ*

Εε νιαμου ουν* ζαλουρ* λϊ νιαμου ουν ζαλουρ* Εε νιαμου ουν* ζαλουρ* λϊ σιουν αντραλ κάπου Εε μνη ανεκγου πζαρι λϊ μνη ανεκγου πζαρι
Εε μνη ανεκγου πζαρι λϊ τζ νιοι τσι βρεϊ στσαντουκου Εε μπαϊρου ντι φλουριη λϊ μπαϊρου ντι φλουριη Εε μπαϊρου ντι φλουριη λϊ τα σου πορτς ντικγουσι Εε κ* τι ορη σου βετζ* λϊ κ τη ορη σου βετζ*
Εε κ* τι ορη σου βετζ* λϊ τα σμιαντουτσ ντιαμιντι

  1. ΤΩΡΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΕΓΩ

Εε τώρα το καλοκαίρι εγώ έχω μια ζαλάδα Εε έχω μια ζαλάδα και αντράλα στο κεφάλι
Εε αύριο πάω στο παζάρι πες μου τι θέλεις να σου φέρω Εε αρμάθα από φλουριά να τα φορέσεις στο λαιμό σου

Εε όσες φορές να τη βλέπεις να με φέρνεις στο μυαλό σου

  1. ΟΥΝ* ΣΟΡΟΥ ΣΜΡΙΤ ΝΧΟΑΡ* 21.ΜΙΑ ΑΔΕΡΦΗ ΠΑΝΤΡΕΥΕΤΑΙ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ

Ουν* σορου σμριτ νχοαρ* Μια αδερφή παντρεύεται στο χωριό

Σφρατισου τρατζι τα σμοαρ* Και ένας αδερφός τραβάει για πεθαμό

Πλτζι σορου νιγκα νιχιαμ Κλάψε αδερφή μου ακόμα λίγο

Σιασ* κουσκριλι πιτζιαν* Μέχρι να βγούν τα συμπεθέρια στο βουνό Τσι στσ* πλγκου λαϊου ντι φρατι Τι να κλάψω βρε μαύρε αδερφέ Πι γκουσι λι σι τιαμπ* τατι Στο σβέρκο να σ’έχει ο πατέρας μου

Πι γκουσι λι σι τιαμπ τατι Στο σβέρκο να σ’έχει ο πατέρας μου

Τσι ντιαντη ατσα ζ’ νατι Που σ’έδωσε αυτό το επάγγελμα

Κουν* νιοιλιοι ντι ν* μαλιοι Με χίλια πρόβατα

Νου σιαφλ* ουν* τας ταλιοι Δεν βρέθηκε μία για να κόψει

Νου σιαφλ* ουν* τας ταλιοι Δεν βρέθηκε μία για να κόψει

Λιμ* καρ* πικουραλιοι Τα έφαγαν οι τσομπάνηδες

Πικουραλιοι ντι λα οϊ Οι τσομπάνηδες από τα πρόβατα

Γινου α κασ* στα κα μποϊ Έρχονται στο σπίτι και κάθονται σαν βόδια

Πικουραλιοι ντι λα στιαρπ* Οι τσομπάνηδες από τα στείρα

Γινου ακασ* καφτ* βιαστι Έρχονται σπίτι και ζητάν νύφες

Τινι σορου τιαστιαπτ* σοκρου Εσένα αδερφή σε περιμένει ο πεθερός Σμινι σορου μια στιαπτ* λοκου Εσένα αδερφή σε περιμένει το χώμα Τινι σορου τιαστιαπτσοακρα Εσένα αδερφή σε περιμένει η πεθερά Σμινι σορου μια στιαπτ γκροαπα Και εμένα αδερφή με περιμένει η γούρνα Ατσια σορου τσανταρ βερι Εσένα αδερφή σε κάνουν βέρες

Σιανιοια σορου νιαπριντου τσερι Και εμένα αδερφή μ’ ανάβουν κεριά Ατσ* ιασορου τσντρεγκου καλου Εσένα αδερφή σου ετοιμάζουν τ’ άλογο Σμίνι σορου μιαστιαπτ χαρου Και εμένα αδερφή με περιμένει ο χάρος

  1. ΙΑΡΑ ΟΥΝ ΜΠ*ΧΤΣΕ ΚΟΥ ΜΙΑΡΙ 22.ΗΤΑΝ ΕΝΑ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΜΕ ΜΗΛΑ

Ιαρα ουν μπχτσε κου μαρι μοι ο λε λε Ήταν ένα περιβόλι με μήλα Ιαρα ουν μοι μπχτσε κου μιαρι Άσπρα κόκκινα γλυκά σαν μέλι Αλμπι ροσι ντουλτσι κανιαρι μοι ο λε λε Πόσο τα πουλάει ο κερατάς Αλμπι ροσι μοι ντουλτσι κανιαρι Μια δραχμή τα πουλάει την οκά

Κτου λιβιντι κιρτλου μοι ο λε λε Πώς να κάνουμε να τα κλέψουμε Κτου λιβιντι μοι κιρτλου Μα θα μας δεί ο κεχαγιάς
Ουν δραχμη λι ντα ουκλου μοι ο λε λε Θα μας βγάλουν όνομα κακό Ουν δραχμη μοι λι ντα ουκλου Και όνομα άσχημο
Κουμου σφιτσεμου τασλι φουρμου μοι ο λε λε Και θα το χουμε σε όλη μας τη ζωή Κουμου σφιτσεμου μοι τασλι φουρμου
Βαν* βιαντ* κιχ* ελου μοι ο λε λε Βαν* βιαντ* μοι κιχ* ελου
Βαν* σκουατ* νουμ* σλαμπ* μοι ο λε λε Βαν* σκουατ* μοι νουμ* σλαμπ*
Νουμ* σλαμπ* νουμ* ουρουτ* μοι ο λε λε Νουμ* σλαμπ* μοι νουμ* ουρουτ*
Βασο αβεμου του μπανα τουτ* μοι ο λε λε

Βασο αβεμου μοι του μπανα τουτ*

  1. ΙΑΝΝΙΝΑ Π* Ν* ΖΑΓΟΡΙ

Ιαννινα π* ν* ζαγόρι μοι ιαννινα μοι π* ν* ζαγορι

νουμα αλνακι ντουσι μπολι μοϊ σιαλ* χτρ* σιρ* λϊ τουτη χωρλη Νακι νιποτο αλη τετι λϊ νακι λϊ νι μοι ποτου αλη τετι καπιτανου του βιλαετι λι τσι ιαραϊ λϊ κα ουν ντοβλετη
Νακι παλ* ντι κουραου λϊ νακι παλ λϊ ντι κουραου τσι σκπ* λϊ λαϊα ντουνιαου λϊ ντι λ* βηνη ουν χαραου
Νακι παλ* κιντησιτ λϊ νακι παλ λ*ϊ κιντησιτ

Μηρ* λαϊ τσαβια γρ* ψιτ* λϊ μα σαβιαϊ λϊ νακι φουτζιτ*

  1. ΓΙΑΝΝΕΝΑ ΜΕΧΡΙ ΣΤΑ ΖΑΓΟΡΙΑ

Γιάννενα μέχρι τα ζαγόρια το όνομα του Νάκη πήγε στην πόλη και λαχτάρησαν όλα τα χωριά
Νάκη ανηψιέ της θείας καπετάνιος σ’ όλη την περιφέρεια Που ήσουν σαν μία ξαστεριά
Νάκη λουρί από δέρμα που γλίτωσε όλος ο ντουνιάς και τους ήρθε μια χαρά
Νάκη λουρί κεντημένο, μοίρα μαύρη ήταν γραμμένη

Μακάρι να Νάκη να είχες φύγει

  1. ΓΚΡΕΜΠΙΝΙ ΚΟΥΛΙΑ ΝΤΙ ΠΟΥΝΤΙ 24.ΓΡΕΒΕΝΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΑΠ’ ΤΗ ΓΕΦΥΡΑ

Αϊντε γκρεμπινι μοϊ κουλια ντι πουντι Γρεβενά μπροστά από τη γέφυρα Αϊντε κιντουριρ* μοϊ φουμελιοι τουτι Σταμάτησαν όλες οι οικογένειες Αϊντε ακο σφιατσι μοϊ ν* φασαριοι Εκεί έγινε μια φασαρία
Αϊντε κου ουνου φρατη μοϊ αλη σουφιοι Μ’ έναν αδερφό της Σοφίας Αϊντε η φιατα μοϊ ν* παραντατσ* Ή το κορίτσι μας παραδίνετε
Αϊντε η αοα μοϊ βαστατσ* σβηρατσ* Ή εδώ θα μείνετε να καλοκαιριάσετε

Αϊντε ιου οαϊ φιατα μοϊ τσαλ* νασιου αλ* ντημα Που το’χεις το κορίτσι ρε Θανάσαινα Ντήμα Αϊντε οαρη Γιωργου μοϊ ατσια χήμα Το ‘ χει ο Γιώργος αυτού πιο κάτω
Αϊντε τση ν* τζση λϊ Γιώργη φουρτούν* Τι μας είπε ο Γιώργος ο Φουρτούνας Αϊντε ντι ν* ντιαντι λϊ ουν μηντι μπουν* Και μας έδωσε ένα μυαλό καλό
Αϊντε ια λοατσ* φιατα μοϊ σου ντριμπ* μου Για πάρτε το κορίτσι να το ρωτήσουμε Αϊντε καϊ φιτσιορου μοϊ βρια σλιοι ντιντεμου Ποιο παιδί θέλει να τις δώσουμε
Αϊντε νου βοϊ πανου μοϊ ατσέλου σουσίτου Δεν θέλω τον Πάνο τον αρραβωνιαστικό Αϊντε κ* βοϊ Γιώργου μοϊ αγπησητου Και θέλω τον Γιώργο τον αγαπητικό Αϊντε τσι τζσι λϊ Αντρέα αλ Κόννα Τι είπε ο Αντρέας ο Κόννας
Αϊντε αλ* σατσου λϊ τα σφουγκ βρόμα Αφήστε την να φύγει η βρόμα Αϊντε τηνη λα τσαλ Νασιο αλ ντήμα Εσύ μωρέ Θανάσαινα Ντήμα

Αϊντε να προποτζιλι σντνιοι κ λτσινα Πάρε τις κάλτσες και δώσε τα τσερέπια

  1. Π*ΝΤΟΥΡΙΑ ΤΣΙ ΝΤΑ

Ε πντουρια τσι ντα λι πντουρια τσι ντα Ε πντουρια τσι ντα λι λόκου τσι σβιρτζα Ε λόκου τσι σβιρτζα λι λόκου τσι σβιρτζα Ε λόκου τσι σβιρτζα λι σπντουρια κντα Ε νου σαβντζ βρου κουκου λι νου σαβντζ* βρου κουκου Ε νου σαβντζ βρου κουκου λι κουκου τασκντ
Ε νι βρου κουκου τασκντ* λι ν βρου κουκου τασκντ* Ε νι βρου κουκου τασκντ* νι βρου κλοπουτου σμπατ
Ε νι βρου κλοπουτ σμπατ λϊ νι βρου κλοπουτου σμπατ* Ε νι βρου κλοπουτ σμπατ λϊ νι βρου νιέλου τασγκιαρ* Ε νι βρου νιελου τας γκιαρ λι νι βρου νιελου τας γκιαρ* Ε νι βρου νιελου τας γκιαρ λι νι βρου κνι σαλατρ*
Ε νι βρου νιελου τας γκιαρ λι νι βρου νιελου τας γκιαρ* Ε νι βρου νιελου τας γκιαρ λι νι βρου ομου σαουρ

  1. ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΠΟΥ ΑΝΘΙΖΕΙ

Ε το δάσος που ανθίζει και ο τόπος που πρασινίζει Ε ο τόπος που πρασινίζει το δάσος που τραγουδά

Ε δεν ακούστηκε ούτε ένας κούκος, κούκος να τραγουδήσει Ε ούτε ένας κούκος να τραγουδήσει
Ε ούτε ένα κουδούνι να ακουστεί, ούτε αρνί να βελάξει

Ε ούτε ένα αρνί να βελάξει, ούτε ένα σκυλί να γαβγίζει

Ε ούτε ένα αρνί να βελάξει, ούτε ένας άνθρωπος να φωνάζει

  1. ΜΗ ΛΟ ΣΟ ΜΟΥ 26. ΜΕ ΠΗΡΕ Ο ΥΠΝΟΣ

Μηλο σόμου ορέ σνού νου πω Με πήρε ο ύπνος και δεν μπορώ νου πότου τας ντόρμου δεν μπορώ να κοιμηθώ
του ίνι μ* ορέ σιά πρή στην καρδιά ορε ορε μ’άναψε

σιά πρή ντι ούνου φόκου μ’άναψε μια φωτιά

κάρα σμόρου ορέ νού βοϊ αμα πεθάνω ορε δεν θέλω νου βοϊ πλ* τζιάρε δεν θέλω κλάματα
σμιγκρουπατς ορε να με παραχώσετε ορε

τις κα τις καλιαμαρε στη μέση του δρόμου

στριάκ* ατσά ορέ τσιαμού να περάσει αυτήν ορε που έχω τσιαμού του βριάρε που έχω αγαπήσει
τα σμή πλ* γκ* ορέ τα σμή για να με κλάψει ορε να με

τα σμή ζηλιάσκ* να με θρηνήσει

  1. ΛΟΥΝ* ΛΟΥΝ* Κ*ΝΤΟΥ ΝΤΙ ΝΤΙΑΪ 27.ΦΕΓΓΑΡΙ ΜΟΥ ΟΤΑΝ ΕΒΓΑΙΝΕΣ

Αιντε λουνλουν κντου ντι ντιαϊ Αιντε φεγγάρι μου όταν έβγαινες Αιντε ιαρά νιόρου μοι σνου τι βιντιαϊ Αιντε συννέφιασε και δεν βλεπόσουν Αιντε τουφέκια κου ουν αμινάρι Αιντε το τουφέκι μ’ ένα ρίξιμο
Αιντε μι λο πλιουμπου μοι του πουλταρι Αιντε με πήρε το βόλι στην πλάτη Αιντε του πουλτάρι μοι μια γκουντιρ* Αιντε στην πλάτη με χτύπησαν Αιντε του αριπ* μια ρουκουτιρ* Αιντε στην πλαγιά έπεσα
Αιντε μιαρουκουτιοι του ρπντιν* Αιντε έκανα τούμπες στην κατηφόρα Αιντε σι ουμπλου μοι πέρτσια ντιαριν* Αιντε και γέμισε το μέτωπο από σκόνη Αιντε βοϊ λϊ σοτσ λϊ βοϊ λϊ φρατς Αιντε εσείς φίλοι εσείς αδέρφια
Αιντε σντζιλι λϊ σι νιου αντουνατς Αιντε το αίμα μου να το μαζέψετε Αιντε του ατσα πάντι μοι σλου γκρουπατς Αιντε στην πεδιάδα να το θάψετε Αιντε σακριαστ* τζαντι μοι σακριαστ* σφατζ Αιντε να μεγαλώσω οξιές και δέντρα Αιντε στριακ* οϊλι μοι σαμιριτζ* Αιντε να πανε πρόβατα να σταλίσουν

Αιντε στριακ* σφουμελιοι μοι τας ντισκαρκ* Αιντε να πάνε οικογένειες να ξεφορτώσουν

  1. ΛΑ ΣΙΓΚΟΥΝΙ ΒΙΝΙΤ* 28.ΒΡΕ ΦΟΥΣΤΑΝΙ ΜΕΛΑΝΙ

Άιντε λα σιγκούνι μοι* βινιτ* Άντε βρε φόρεμα μωρέ μελανί

Άιντε φόκου σπιρ* μοι* του ινιμ* Άιντε φωτιά και φλόγα στην καρδιά

Άιντε τη ζμπόρού μοι* τσι τσαβιαμου τζσ Άιντε για την κουβέντα που σου είχα πει Άιντε λα παρπάσ* νιοισιάσι αρ* σ* Άιντε μωρέ μπερμπάτισα βγήκες γελασμένη Άιντε τη ζμπόρου μοι τσι ντμνταϊ Άιντε για την κουβέντα που σου παρήγγελα Άιντε βίνιου ακιάσ* μοι* σνου τιαφλαϊ Άιντε ήρθα σπίτι μωρέ και δεν σε βρήκα Άιντε ιου νιαλατζ* μοι* παλιου παρπασ* Άιντε που γκιζηράς μωρέ μπερμπάτισα Άιντε νου τιαφλάι μοι* ουνουαρ* ακασ* Άιντε δεν σε βρήκα μια φορά σπίτι
Άιντε του γκρντην λι* νιαλγκαμου Άιντε στον κήπο μωρέ περπατούσα Άιντε λιλίτση γκαλμπίνη νιαντουνάμου Άιντε λουλούδια κίτρινα μάζευα Άιντε τούμπη τουμπη λϊ λια ντουνάμου Άιντε τούφες τούφες τα έδενα Άιντε σπι τζιουνάμι λ*ϊ λι ντιντιαμου Άιντε και στα παλικάρια τα άδικα

372

  1. ΘΑΝΑΣΗ ΜΠΑΡΔΑ 29. ΘΑΝΑΣΗ ΜΠΑΡΔΑ

Άιντε τίνι ο λϊ Θανάση αλ μπάρδα Άιντε εσύ βρε Θανάση Μπάρδα

Άιντε ίου λοαϊ Ντήμα λϊ καπητάνου Άιντε που τον έχεις τον Ντήμα τον καπετάνιο Άιντε ντούσι σλιαγκλϊ γραμουστιάνου Άιντε πήγε να δέσει ένα γραμουστιάνο Άιντε τα σλίοι καφτ λϊ λύρι τσιτσισούτι Άιντε για να ζητήσει λύρες πεντακόσιες Άιντε νου λϊ Ντήμα κ* σντου μούλτη Άιντε όχι βρε Ντήμα γιατί είναι πολλές Άιντε νιοι λη λο λϊ μπεου του μούντι Άιντε μας την πήρε ο μπέης στα βουνά Άιντε Ντήμα χίλιου λϊντη νοικουκύρου Άιντε Ντήμα γιός του νοικοκύρη Άιντε τσι κ φτασι λϊ λα μνστήρου Άιντε τη ζητούσες στο μοναστήρι Άιντε μνστήρου λϊ ντη ντηλέργια Άιντε το μοναστήρι απ΄ τα Δελέρια
Άιντε Ντήμα λϊ λου τρικούρ αλέργια Άιντε τον Ντήμα τον πέρασαν σκοτωμένο

  1. ΟΥΝ* ΦΙΑΤ* ΜΟΥΣΙΑΤ* 30.ΜΙΑ ΚΟΠΕΛΑ ΟΜΟΡΦΗ

Ε ν* φιατ* μουσιτλϊ ν* φιατ* μουσιατ* Ε ένα κορίτσι όμορφο ένα κορίτσι όμορφο

Ε ν* φιατ* μουσιτλϊ κά λούνα κτου ντά Ε ένα κορίτσι όμορφο σαν το φεγγάρι όταν βγαίνει Ε αμαρτίη ιάστη λϊ αμαρτίη ιάστη Ε αμαρτία είναι μωρέ αμαρτία είναι
Ε αμαρτίη ιάστη λϊ πικουράρου σουλιά Ε αμαρτία είναι μωρέ τσομπάνος να την πάρει Ε πικουράρου ατσέλου λϊ πικουράρου ατσέλου Ε ο τσομπάνος αυτός μωρέ ο τσομπάνος αυτός
Ε πικουράρου ατσέλου λϊ τσή νιάτζη λα οϊ Ε ο τσομπάνος αυτός μωρέ που πάει στα πρόβατα Ε φάτσι ούνου μέσου ντή τζλη λϊ Ε κάνει ένα μήνα μωρέ κάνει ένα μήνα φάτση ούνου μεσου ντή τζλι

Ε φάτσι ούνου μέσου ντή τζλη λϊ σης τοαρ* ν*ποϊ Ε κάνει ένα μήνα μωρέ να γυρίσει πίσω

Ε μάσου βριά αλξιαρη λϊ μασου βρια αλξιαρη Ε το μαντρί θέλει άλαγμα μωρέ το μαντρί θέλει άλαγμα Ε μάσου βριά αλξιαρη λι σνουμιρού ούλου ντοάρι Ε το μαντρί θέλει άλαγμα μωρέ και όμως τον μπαγάσι Ε νούμιρου ουλου ντοαρι λϊ νουμιρού ούλου ντοάρι Ε ο ώμος τον πονάει ο ώμος τον πονάει
Ε νούμιρου ουλου ντοαριλϊ ντή λαϊα τμπαρι Ε ο ώμος τον πονάει μωρέ από την μαύρη κάπα

32.Κ* ΝΤΙΚΟΥ ΑΛ* ΝΟΥΝΟΥ

Ε εσύ νουνέ ναφοαρ* λϊ εσύ νουνέ ναφοαρ

Ε εσύ νουνέ ναφοαρ* λϊ καστιαπτ φ*ρατσιλιοι

Ε κου τζιονλιοι ντή νχοάρ* λϊ κου τζιινλιοι ντη νχοαρ Ε κου τζιονλιοι ντή νχοάρ* λϊ ες τινη λϊ νούνε
Ε κ* βρεϊ σκρούνιοι λϊ κ* βρέι σκ* ρούνιοι Ε κ* βρεϊ σκρούνιοι λϊ σοάριλη κου λούνα Ε εσύ τίνη ναφοαρ* λϊ εσύ τίνη ναφοαρ

Ε εσύ τίνη ναφοαρ* λϊ σκουατι σβρ* μπιάρι Ε τίνη τας νμεστη λϊ τίνη τας νμεστη Ε τίνη τας νμεστη λϊ σταρουρ μου σμπ* νιατζ*

Ε σταουρ* μου σμπ* νιατζ* λΪ σταρουρ μου σμπ* νιατζ* Ε σταουρ* μου σμπ* νιατζ* λΪ τας σλιοι χρ*σεστη

32.ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΝΟΝΟΥ

Έβγα νουνέ έξω εβγα νουνέ έξω

Έβγα νουνέ έξω σε περιμένουν τα μπρατίμια

Με τα παλικάρια του χωριού με τα παλικάρια του χωριού Με τα παλικάρια του χωριού έβγα εσύ βρε νούνε
Γιατί θέλεις να στεφανώσεις γιατί θέλεις να στεφανώσεις Γιατί θέλεις να στεφανώσεις τον ήλιο και το φεγγάρι Έβγα εσύ εξω έβγα εσύ εξω
Έβγα εσύ εξω βγάλε και ένα ποτό

Εσύ να μας κεράσεις εσύ να μας κεράσεις

Εσύ να μας κεράσεις να σου φωνάξουμε να ζήσουν

Να σου φωνάξουμε να ζήσουν ,να σου φωνάξουμε να ζήσουν

Να σου φωνάξουμε να ζήσουν, να ζήσουν να τους χαίρεσαι

ΛΕΛΟΥΔΩ

Ένα τραγούδι αγαπημένο Βλάχικο στην Ελληνική

«Πέσαν τ’ απόσκια πέσανε, Λελούδω μ’ στην αυλή σου και σύ Λελούδω μ’ νύχτωσες στο μύλο μην πηγαίνεις, γιατί ‘ναι νιος ο μυλωνάς και σε διπλοξαγιάζεί·
σου παίρνει ξάγι* για τ’ άλεσμα, και ξάγι για τεσένα, σου κόβει τα θηλύκια σου, φιλεί τα δυό σου μάτια
και μαραγκιάζει ο κόρφος σου χαλάει το πρόσωπό σου…»

Ομοίως Το τραγούδι Αρμένισσα αναφέρεται στις ωμότητες των Τούρκων κατά των Αρμενίων και τραγουδιέται στα βλαχοχώρια των Γρεβενών και ιδιαίτερα στην Αβδέλλα.`

Άιντε, μια Κυριακή, ώρε Kίτσαμ το πρωί Άιντε, κι ένα Σαββάτο βράδυ μας κλέψαν την Αρμένισσα. Άιντε μας κλέψαν, την Αρμένισσα μαζί με τον υγιό της, παίρνουν και σφάζουν τον υγιο. Άιντε, παίρνουν και σφάζουν τον υγιό, και στο σουβλί τον βάζουν κι η μάνα του παιδιά `μ τον έκλαιγε. Το παραπάνω τραγούδι υποδηλώνει ένα μέρος της φρίκης που βίωσε ο αρμένικος πληθυσμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Στην Αβδέλλα τραγουδιώνταν στην αρχή μόνο επιτραπέζια (νουμπέτι πολυφνικό) και αργότερα με συνοδεία οργάνων. Το τραγούδι αυτό από αναφορές ηλικιωμένων ήρθε στην Αβδέλλα από Αβδελλιώτες κυρατζήδες ( αγωγιάτες) που όργωναν εκείνη την περίοδο με τα ζώα τους όλη της Βαλκανική χερσόνησο. Κάποιοι λοιπόν αγωγιάτες είδαν αυτές τις φρικαλεότητες και τις αποτύπωσαν σε στίχους – τραγούδι,

Συνεχίζει να συνθέτει μέχρι και σήμερα αφήνοντας αξιόλογη κληρονομιά στο χωριό και τούτο προς τιμή του.

Απόγνωση Γυναικός για τον άστατο Άνδρα της.

Λ΄ϊ μπ΄ρμπάτου μουλιάτου,σνου ϊαράϊ αφλάτου,βίνις μι κ΄φτάσς,τι βιτζούϊ μουσιάτου ,μ΄αρέσισς,ντι μι λουάσς,μ΄ ράτα ντι μίνι τσι ντισίϊ κου τίνι.Νιές τουτ΄νουαφουάρ΄ στι τόρι του παραουάρ΄.κου μιζέ σ΄κου μπιάρι σκού μ΄σλάτι μάρι.Ν΄γίνι κ΄τ΄βρουάρ΄, τας τι κλιέτζου ναφουάρ΄. Μα ίνεμα νου μ΄αλάσς ταςνου ντι μπάγκου γκάσς΄.

Άνδρα μου χαζέ να μη βρισκόσουν ,ήρθες και με ζήτησες ,σε είδα όμορφον ,με ξεγέλασες και με πήρες την καημένη που μλεξα με σένα .Βγαίνεις έξω και γυρνάς σε περασμένη ώρα,με μεζέ και πιοτό και πολύ κουβέντα, μούρχεται καμιά φορά να σε κλείσω απέξω .Μα η καρδιά μου δεν μαφήνει να μην σε βάλλω σπίτι.

Οι Φίλοι από Βλαχόφωνες περιοχές

Ντζιάν΄,Κρυσταλοπηγή ,Δενδροχώρι, Ξηροπηγή .Μα νου αβτζέ:τσς βόϊ λ΄έ:ϊ σότσς σ΄έ:ντ Ρ΄μέ:νλιοι Φ¨ρσιρότσς

Ν΄ βινίρ΄ ντι βλαχοχώρι ,ντι Μουσαλάρ΄σ΄ντι Καρατζίλι. Ιά προυκιά ντι μισάλι, λουάτσς του μέ:ν΄ σ΄β΄έρ΄ μπιάρι, βας μ΄κ΄έμ βας μπιέμ΄ τούτσς νταντούν΄ βας κ΄ντέ:μ΄. Βας τζιτσέμ΄ουν κ΄έντικου Ρ΄μ΄νέστ΄ σ΄νάβντ΄ σ΄Ρ΄μ΄νλιοι ντι Σέσκου.Βας τζιτσέμ΄ κ΄ντιτσι ντουρούτι τσι κ΄ντά τζιόνλιοι του μούντι. Βας κ΄ντέ:μ΄ κ΄ντιτσι μουσιάτι τσι κ΄ντά Φιτσιόρ΄κου Φιάτι.

Επάνω στην Κρυσταλοπηγή, Δενδροχώρι, Ξηροπηγή, δεν ακούτε εσείς φίλοι,είναι Βλάχοι Φαρσεραιώτες,πούρθαν από το βλαχοχώρι από το Μουσαλάρι(Ροδιά)και Καρατζιόλι(Αργυροπούλι) για πλησιάστε στο τραπέζι πάρτε και κανένα ποτό θα φάμε θα πιούμε όλοι μαζί,θα τραγουδίσουμε ,θα πούμε βλάχικο τραγούδι να μας ακούσει το Σέσκο. Θα πούμε πονεμένα τραγούδια που τραγουδούσαν τα παλληκάρια στο βουνό.Θα τραγουδίσουμε τραγούδια που τραγουδούσαν αγόρια και κορίτσια.

ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΣ

Νου μπιάου γίνου , νου μπιάου ρ΄κίϊ ,βας τας φάκου ικουνουμίϊ,τας σ΄σλιάου ούν΄φλουρίϊ,τας σου πόρτσς τίνι ντι γκούσι.

Κ΄έντ΄ τ΄αστέπτ΄μινι λα ούσι , κ΄έντ΄έσς τινι ναφουάρ΄,βόϊ στι βέντου νίγκα ουνουάρ΄, τιάμ΄ του μούλτου βριάρι.Βόϊ στι λιάου στι φάκου αμιά μουλιάρι.

Δεν πίνω κρασί,δεν πίνω ρακί,για να κάνω οικονομία,να σου πάρω ένα φλουρί να φοράς στο λαιμό σου. Όταν σε περιμένω στην πόρτα κι όταν βγαίνεις εσύ έξω,να σε δω ακόμα μια φορά,γιατί πολύ σ αγαπώ.

Θέλω δική μου γυναίκα να σε κάνω.

.ΛΑ ΦΙΑΤ* ΚΑΡΑΤΖΙΟΛΙΑΝ*

Αιντε λα φιατ* μοϊ καρατζολιαν*

Αιντε ντη λοάσι κάλια μόϊ ντή λόασι τζιάνα

Άιντε ντη ισιάσι μοϊ τήνι του μουντσ*

Άιντε στη κφτάρ μοϊ φιτσιοριλιοι τούτσ*

Άιντε καρατζιουλιαν* μοϊ μούλτου μουσιάτ*

‘Αιντε νου αφλαϊ μοϊ αχτάρι νιάτ*

Άιντε φιατ* τίνη ντινιποϊ στη τόρι

Άιντε κ* φιτσιόρλιοι μοϊ τουτσ* βας μώρι

Άιντε φιτσιόρου μοϊ φιατ* τσι βριάϊ

Άιντε τα σλου λιάϊ μόί σλιοι μπάτσ* κρούν

Άιντε σιατσέλιοι φιτσιόροι μίντια σαντούν΄

.ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΡΑΤΖΟΛΙ

Άιντε κορίτσι απ’το Καρατζόλι

Άιντε που πήρες το δρόμο μωρέ που πήρες τα βουνά

Άιντε και βγήκες εσύ μωρέ στα βουνά

Άιντε και σε ζητούσαν μωρέ όλα τα παιδιά

Άιντε καρατζιολίτισα μωρέ πολύ όμορφη

Άιντε που την βρήκες τέτοια ομορφιά

Άιντε εσύ πίσω να γυρίσεις

Άιντε γιατί τα παιδιά μωρέ όλα θα πεθάνεις

Άιντε το αγόρι κορίτσι μου που ήθελες

Άιντε έλα να το πάρεις –

Άιντε να το πάρεις μωρέ και στεφάνι να του βάλεις

Άιντε κι εκείνα τα παιδιά το μυαλό τους να

μαζέψουν

ΓΝΩΡΙΜΙΑ    ΤΡΙΩΝ ΦΙΛΩΝ

Κ΄ν΄σκούϊ μίνι ντόϊ σότσς,ντόϊ Ρ΄μ΄ένιοι ντόϊ Φ΄ρ΄σιρότσς.Κ΄έντ τρικούϊ ντι Καρατζόλι βριάμ΄ σ΄άφλου ούν σότσς ντι ντόϊ.Καρατζόλι μάρι χουάρ΄, βριάμ τας τρέγκου νίγκα ούνάρ΄, σ΄κ΄νόσκου Ρ΄μ΄έ:νλιοι Φ΄ρ΄σιρότσς να κα νιάφλου ακό σντόϊλιοι σότσς.Καρατζόλι έστ μούλτου ντούλτσι ντι κ΄τσς ν΄γίνου ,βαί:ρ΄ νου φούτζι.

Γνώρισα δύο φίλους δύο Βλάχους Φαρσεριώτες, σαν περάσω από το Καρατζόλι θάθελα να βρώ έναν φίλο απ τους δυό.Καρατζόλι μεγάλη πόλη ,θάθελα να περάσω άλλη μια φορά.Να γνωρίσω βλάχους Φαρσεριώτες μήπως βρω εκεί και τους δύο φίλους.Καρατζόλι είσαι πολύ γλυκό χωριό κι απόσους μας έρχονται ,κανείς δεν θέλει να φύγει.

Το πόνημα υποβάλλεται στην Ακαδημία Αθηνών ως ελαχίστη προσφορά προς την μικρή πατρίδα Αργυροπούλι Λαρίσης, υφάντρα της ζωής μου. (Ως διατριβή μου)

Σαρωνίδα 2016

Δημήτρης Βόγγολης

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή