Σωκράτης σώζει την ζωή του Αλκιβιάδη σε μάχη.
Του Δημήτρη Βόγγολη

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
(Σκηνὴ: ἡ Ἀγορά τῶν Ἀθηνῶν. Ἀνατολὴ ἡλίου. Ὁ Χορός τῶν Νέων Ἀθηναίων εἰσέρχεται.)
ΧΟΡΟΣ
Ὦ πόλις Ἀθηνῶν, μήτηρ σοφίας,
ποὺ ἐγέννησες ἀνδρείας καὶ λόγου τέκνα,
σήμερον ἀνακαλεῖς ἀπὸ τὸν πόλεμον
δύο ψυχὰς ἀντίθετες, ἀλλὰ δεμένες·
τὸν Σωκράτην, τὸν ἄνδρα τῆς ἀληθείας,
καὶ τὸν Ἀλκιβιάδην, τὸν ἄνδρα τῆς φλογός.
Ἐν τῇ Ποτιδαίᾳ ἡ μοῖρα τοὺς ἔνωσε,
ἐν τῷ Δηλίῳ ἡ ἀρετὴ τοὺς ἐδοκίμασε,
καὶ ἐν τῇ πόλει ἡ φιλοσοφία
θὰ ἀποκαλύψῃ τὸν ἄνθρωπον.
ΠΑΡΟΔΟΣ
(Ὁ Χορός ἀναγγέλλει τὴν ἄφιξιν τῶν δύο ἀνδρῶν.)
ΧΟΡΟΣ
Ἰδοὺ ἔρχονται·
ὁ μὲν ἡσύχιος ὡς πέτρα,
ὁ δὲ φλέγων ὡς πυρσός.
Ἡ μοῖρα τοὺς ὁδηγεῖ
πρὸς λόγον μέγαν.
Διάλογος: «Σωκράτης καὶ Ἀλκιβιάδης ἐν Ποτιδαίᾳ»
Σκηνὴ:
Ἡ νύξ ἐπικρέμαται ἐπάνω στὴν Ποτίδαια. Ἡ γῆ τρέμει ἀπὸ τὴν σύγκρουσιν. Ἀσπίδες, δόρατα, κραυγὲς καὶ καπνὸς. Ὁ Ἀλκιβιάδης, τραυματισμένος, πέφτει στὸ χώμα. Ὁ Σωκράτης, ὁ φιλόσοφος-ὁπλίτης, ὁρμᾷ πρὸς αὐτόν.
Ἀλκιβιάδης:
Ὦ Σωκράτη… ἡ λόγχη μὲ ἔπληξε… ἡ ὄψις μου σκοτεινιάζει… ἄφες με, φύγε, μὴ χαθῇς γιὰ ἐμέ!
Σωκράτης:
Ἄνθρωπε ἀγαπητέ, ὁ θάνατος δὲν εἶναι φυγή, ἀλλὰ δοκιμή. Ὁ ἀνδρεῖος δὲν ἀποστρέφεται τὸ χρέος. Ἐὰν ὁ φίλος πέσῃ, ὁ φιλόσοφος ὀφείλει νὰ σταθῇ ὡς τείχος.
Ἀλκιβιάδης:
Ἀλλὰ τὸ στράτευμα ὑποχωρεῖ! Ἡ γραμμὴ ἔσπασε! Ὁ θάνατος ἔρχεται ὡς κύμα!
Σωκράτης:
Ἡ ψυχὴ ὅταν ἔχει ἀρετή, δὲν γνωρίζει κύμα. Ἐγὼ θὰ σταθῶ ἐμπρὸς σου, ὡς ὁ λόγος ἐμπρὸς στὴν ἄγνοια. Ἄνδρες Ἀθηναῖοι! Πρὸς τὸν τραυματία! Μὴ ἀφήνετε τὸν Ἀλκιβιάδην!
(Ὁ Σωκράτης ἀνασηκώνει τὸν Ἀλκιβιάδην, ἀσπίδα ἐπὶ τῆς ὠμοπλάτης, δόρυ ἐμπρὸς. Ἡ μάχη μαίνεται.)
Ἀλκιβιάδης:
Πῶς δύνασαι νὰ πολεμᾷς καὶ νὰ φιλοσοφεῖς ἅμα;
Σωκράτης:
Ἡ φιλοσοφία εἶναι ἡ ἀληθινὴ στρατηγία. Ὁ ἄνθρωπος ὁ ἐννοῶν τὸ καλὸν, γνωρίζει καὶ πῶς νὰ πεθάνει ἢ νὰ ζήσει. Ἡ ἀρετή εἶναι ὅπλον ἀνίκητον.
Ἀλκιβιάδης:
Ἄν σωθῶ, θὰ σὲ τιμήσω ὡς σωτῆρα.
Σωκράτης:
Μὴν τιμᾷς ἐμέ, ἀλλὰ τὴν ἀλήθειαν ποὺ σὲ ἔσωσε. Ἡ ἀλήθεια δὲν ἀποδέχεται παράσημα· ἀρκείται στὴν ἔργῳ ἀρετή.
(Ἡ μάχη κοπάζει. Ὁ Ἀλκιβιάδης ἀνασαίνει βαρέως. Ὁ Σωκράτης τὸν ἀνασηκώνει, βλέπει τὸν ὁρίζοντα.)
Σωκράτης:
Ἰδοὺ, ἡ ἡμέρα ἀνατέλλει. Ἡ ψυχὴ ὅταν ἀντέχει στὸ σκότος, βλέπει τὸ φῶς καθαρώτερα.
Ἀλκιβιάδης:
Ἐσὺ, ὦ Σωκράτη, εἶσαι ὁ μόνος ποὺ ἔμαθε νὰ νικᾷ χωρὶς νὰ θριαμβεύει.
Σωκράτης:
Καὶ σὺ, ὦ Ἀλκιβιάδη, ἔμαθες ὅτι ἡ δόξα χωρὶς ἀρετή εἶναι σκιὰ. Ἄν ποτὲ γίνῃς στρατηγός, μὴ λησμονήσεις ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὁ ἀληθινὸς νικᾷ πρῶτα τὸν ἑαυτό του.
Ἐπίλογος
Ὁ Σωκράτης ἐπέστρεψε στὴν Ἀθήνα χωρὶς νὰ δεχθῇ τὰ ἀριστεῖα.
Ὁ Ἀλκιβιάδης ἔζησε, ἀλλὰ ἡ μνήμη τῆς σωτηρίας του ἔμεινε ὡς μάθημα:
ὅτι ἡ φιλοσοφία δὲν εἶναι λόγος ἀργός, ἀλλὰ πράξις ἀνδρείας.
Διάλογος Β΄ — Ἡ Μάχη τοῦ Δηλίου (424 π.Χ.)
Σκηνὴ:
Ἡ πεδιάδα τοῦ Δηλίου, πλησίον τοῦ σημερινοῦ Δηλεσίου. Ὁ ἥλιος δύει, ἡ σκόνη καὶ ὁ καπνὸς σκεπάζουν τὸν οὐρανό. Οἱ Ἀθηναῖοι ὑποχωροῦν, ὁ στρατηγὸς Ἰπποκράτης νεκρός. Ὁ Σωκράτης μάχεται ἀκόμη, ὁ Ἀλκιβιάδης ἐμφανίζεται ἔφιππος μὲ τὴν συνοδεία του.
Ἀλκιβιάδης:
Σωκράτη! Ἔλα! Ἡ γραμμὴ ἔσπασε, οἱ Θηβαῖοι προελαύνουν! Θὰ σὲ καλύψω μὲ τὸ ἄρμα μου!
Σωκράτης:
Ἄλκιβιάδη, ὁ ἄνδρας δὲν ἀναχωρεῖ πρὶν ὁ παραστάτης του πέσῃ. Ἡ ἀρετὴ δὲν ἀναγνωρίζει φυγήν.
Ἀλκιβιάδης:
Ἐγὼ δὲν σὲ ἀφήνω νὰ χαθῇς! Ὅπως ἐσύ ἔσωσες ἐμέ στὴν Ποτίδαια, ἔτσι θὰ σὲ σώσω ἐγώ τώρα! Ἄνδρες, κύκλωμα γύρω ἀπὸ τὸν φιλόσοφο!
(Ἡ συνοδεία τοῦ Ἀλκιβιάδη σχηματίζει κύκλο. Ὁ Σωκράτης ἀνασηκώνει τὸ δόρυ, ἀποκρούει ἐπίθεσιν Θηβαίου.)
Σωκράτης:
Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνδρείου εἶναι ὡς ἄστρον· λάμπει καὶ ἐν τῷ σκότει. Ἄν ἡ μοῖρα θέλει νὰ μὲ ἀνακαλέσει, θὰ μὲ εὑρεῖ ὅρθιον.
Ἀλκιβιάδης:
Ἡ μοῖρα δὲν θὰ σὲ λάβῃ σήμερον! Ἄρμα, ἐμπρός! Ἀνασύρατε τὸν Σωκράτη!
(Ἡ ἄμαξα κινείται, ὁ Σωκράτης ἀνασηκώνεται, ἀκόμη κρατῶν τὸ δόρυ. Ἡ μάχη ὑποχωρεῖ πρὸς τὸν ναὸ τοῦ Δηλίου Ἀπόλλωνος.)
Σωκράτης:
Ἀλκιβιάδη, ὁ λόγος σου ἔγινε πράξις. Ἡ φιλία ἐν πολέμῳ εἶναι ὡς ἱερὸς δεσμός. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος σώζει τὸν φίλον, σώζει τὴν ἰδέαν τοῦ ἀνθρώπου.
Ἀλκιβιάδης:
Ἐσὺ μὲ ἔμαθες ὅτι ἡ δόξα χωρὶς ἀρετή εἶναι σκιὰ. Ἐγὼ σήμερον ἀπέδειξα ὅτι ἡ ἀρετὴ γεννᾶ ἀνδρείαν.
Σωκράτης:
Ἡ ἀνδρεία, ὦ Ἀλκιβιάδη, δὲν εἶναι ἡ ἀπουσία φόβου, ἀλλὰ ἡ νίκη ἐπ᾽ αὐτοῦ. Ὅταν ὁ φόβος ὑποτάσσεται στὸ καθῆκον, τότε ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἥρως.
(Ἡ μάχη παύει. Ἡ νύξ ἐπικρατεῖ. Ὁ Ἀλκιβιάδης κατεβαίνει ἀπὸ τὸ ἄρμα, ἀγγίζει τὸν ὦμον τοῦ Σωκράτη.)
Ἀλκιβιάδης:
Ἀπὸ σήμερον, ὦ διδάσκαλε, δὲν εἶσαι μόνον ὁ φιλόσοφος τῆς ἀγοράς, ἀλλὰ καὶ ὁ φιλόσοφος τῆς μάχης.
Σωκράτης:
Ἡ φιλοσοφία, ὦ νέε, δὲν ἔχει τόπον· ὅπου ὁ ἄνθρωπος ἀναζητεῖ τὸ καλὸν, ἐκεῖ εἶναι ἡ σχολή της. Ἐν τῷ πεδίῳ, ἐν τῇ ἀγορᾷ, ἐν τῇ ψυχῇ.
Ἐπίλογος
Ὁ Σωκράτης καὶ ὁ Ἀλκιβιάδης ἐπέστρεψαν στὴν Ἀθήνα.
Ἡ φιλία τους ἔμεινε ὡς παράδειγμα ἀνδρείας καὶ φιλοσοφίας·
ὅτι ὁ λόγος καὶ ἡ πράξις, ὅταν ἑνωθοῦν, γεννοῦν ἥρωες.
Διάλογος Γ΄ — Σωκράτης καὶ Ἀλκιβιάδης μετὰ τὴν μάχη τοῦ Δηλίου
Τόπος: Ἀθήναι, ἐν τῇ Ἀγορᾷ.
Χρόνος: Ὀλίγαι ἡμέραι μετὰ τὴν συμφορὰν τοῦ Δηλίου.
Σκηνὴ ἀρχίζει
Οἱ Ἀθηναῖοι ἐπανέρχονται σιωπηλοί. Ὁ πόλεμος ἔχει χαράξει τὰ πρόσωπα.
Ὁ Σωκράτης βαδίζει ἀργά, ἀτάραχος, ὡς ἄνθρωπος ποὺ ἔχει συνομιλήσει μὲ τὸν θάνατο καὶ δὲν ἐταράχθη.
Ὁ Ἀλκιβιάδης τὸν πλησιάζει.
Ἀλκιβιάδης:
Σωκράτη… ἡ πόλις ὁμιλεῖ γιὰ τὴν ἀνδρεία σου. Ἐν τῷ πεδίῳ ἔδειξες ὅτι ὁ φιλόσοφος δὲν ὑστερεῖ τοῦ πολεμιστοῦ.
Σωκράτης:
Ἀλκιβιάδη, ὁ πόλεμος δὲν ἀποκαλύπτει ἀνδρείας· ἀποκαλύπτει ψυχὰς.
Ὁ ἀνδρεῖος δὲν εἶναι ὁ ἀφόβος, ἀλλ᾽ ὁ ἄνθρωπος ποὺ γνωρίζει τί πρέπει νὰ φοβηθῇ.
Ἀλκιβιάδης:
Καὶ τί πρέπει νὰ φοβηθῇ ὁ ἄνθρωπος;
Σωκράτης:
Τὸ ἄδικον.
Τὴν ὕβριν.
Τὴν ἀμαθίαν.
Οὐχὶ τὰ βέλη, οὐχὶ τὰ ξίφη. Ἐκεῖνα πληγώνουν τὸ σῶμα· τὰ ἄλλα πληγώνουν τὴν ψυχήν.
Ἀλκιβιάδης:
Ἐν τῇ μάχῃ, ὅταν σὲ εἶδα ὄρθιον, ἡσύχιον, ὡς ἂν ἡ μάχη νὰ μὴν ἦν παρά σκιά, ἐθαύμασα.
Πῶς δύναται ἄνθρωπος νὰ μένῃ ἀτάραχος ἐν τῷ θανάτῳ;
Σωκράτης:
Ἐπειδὴ, ὦ Ἀλκιβιάδη, ὁ θάνατος δὲν εἶναι κακόν.
Τὸ κακόν εἶναι νὰ ζῇ τις ἄνευ ἀρετῆς.
Ὁ θάνατος ἔρχεται μίαν φοράν· ἡ ἀτιμία συνοδεύει τὸν ἄνθρωπον ὅλην τὴν ζωήν.
Ἀλκιβιάδης:
Καὶ ἡ δόξα;
Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὦ Σωκράτη, ὅτι ἡ δόξα μὲ ἔλκει.
Θέλω νὰ διακριθῶ, νὰ ἀναγνωρισθῶ, νὰ ἀναβῶ ψηλά.
Σωκράτης:
Ἡ δόξα, ὦ φίλε, εἶναι ὡς ἄνεμος.
Ἔρχεται, παρέρχεται, καὶ ὁ ἄνθρωπος μένει ὁ αὐτός.
Ἄν ἡ ψυχὴ σου εἶναι μικρά, ἡ δόξα δὲν θὰ τὴν μεγαλώσῃ.
Ἄν εἶναι μεγάλη, δὲν τὴν χρειάζεται.
Ἀλκιβιάδης:
Ἀλλὰ πῶς θὰ κυβερνήσω τὴν πόλιν, ἂν δὲν ἐπιδιώξω τὴν δόξαν;
Πῶς θὰ ἡγηθῶ, ἂν δὲν ἀναγνωρισθῶ;
Σωκράτης:
Ἡ ἡγεσία δὲν εἶναι τέχνη τοῦ φαίνεσθαι, ἀλλὰ τοῦ εἶναι.
Ὁ ἄνθρωπος ποὺ θέλει νὰ κυβερνᾷ ἄλλους, πρέπει πρῶτα νὰ κυβερνᾷ τὸν ἑαυτόν του.
Καὶ ἐσύ, ὦ Ἀλκιβιάδη, ἔχεις δύναμιν, ἔχεις φλόγαν·
ἀλλὰ ἡ φλόγα ἢ φωτίζει ἢ καίει.
Ἀλκιβιάδης:
Ἄρα τί πρέπει νὰ πράξω;
Σωκράτης:
Νὰ γνωρίσεις τὸν ἑαυτόν σου.
Νὰ μάθεις τί ἀγαπᾷς, τί φοβᾶσαι, τί ἐπιθυμεῖς.
Νὰ ἀναζητᾷς τὸ καλόν, ὄχι τὸ ἡδύ.(ευχάρστο)
Νὰ ἐπιθυμεῖς τὴν ἀρετήν, ὄχι τὸ χειροκρότημα.
Ἀλκιβιάδης:
Καὶ ἂν ὁ λαὸς δὲν κατανοεῖ τὴν ἀρετήν;
Ἄν ζητᾷ ἄλλον δρόμον;
Σωκράτης:
Τότε ὁ ἡγεμὼν ὀφείλει νὰ διδάσκῃ.
Ὁ ἡγεμὼν δὲν ἀκολουθεῖ τὸ πλήθος·
τὸ ὁδηγεῖ.
Ὅπως ὁ κυβερνήτης δὲν ρωτᾷ τὸ κύμα ποῦ θέλει νὰ πάει.
Ἀλκιβιάδης:
Σωκράτη… ἄλλοι λέγουν ὅτι εἶσαι παράξενος, ἄλλοι ὅτι εἶσαι σοφός.
Ἐγὼ λέγω ὅτι εἶσαι ἀναγκαῖος.
Σωκράτης:
Ἐγὼ λέγω ὅτι εἶμαι ἄνθρωπος ποὺ ἀναζητεῖ.
Καὶ ἐσύ, ὦ Ἀλκιβιάδη, εἶσαι ἄνθρωπος ποὺ δύναται νὰ εὑρεθῇ —
ἂν δὲν χαθῇ πρῶτα ἐν τῇ φιλοδοξίᾳ του.
Ἀλκιβιάδης:
Θὰ βαδίσω τὸν δρόμον ποὺ λες.
Ἀλλὰ θέλω νὰ βαδίζεις δίπλα μου.
Σωκράτης:
Θὰ βαδίζω ὅσον ἡ ψυχὴ σου ἀναζητεῖ τὸ καλόν.
Ἄν στραφῇς πρὸς τὴν ὕβριν, θὰ σὲ ἀκολουθήσῃ μόνον ἡ σκιά σου.
Ἐπίλογος
Ἡ συνομιλία ἐκείνη ἔμεινε ὡς ἕνα ἀπό τὰ λαμπρότερα παραδείγματα
τοῦ πῶς ἡ φιλοσοφία μπορεῖ νὰ σταθῇ ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς,
ὑπὲρ τῆς δόξης, ὑπὲρ τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς.
Διάλογος Δ΄ — Περὶ Σωφροσύνης καὶ Ἡγεμονίας
Τόπος: Ἀθήναι, ἐν τῷ Λυκείῳ.
Χρόνος: Ὀλίγον καιρὸν μετὰ τὴν μάχη τοῦ Δηλίου.
Σκηνὴ
Ὁ Σωκράτης βαδίζει ὑπὸ τὴν σκιά τῶν δένδρων. Ὁ Ἀλκιβιάδης, νεανικὸς, λαμπρὸς, ἀλλὰ ταραγμένος, τὸν πλησιάζει. Ἡ πόλις ἀνασαίνει ἀκόμη τὴν ὀσμὴν τοῦ πολέμου.
Ἀλκιβιάδης:
Σωκράτη… ἡ πόλις μὲ ἀτενίζει. Ἄλλοι μὲ θαυμάζουν, ἄλλοι μὲ φοβοῦνται.
Ἐγὼ ὅμως δὲν γνωρίζω ἂν εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἡγηθῶ.
Σωκράτης:
Ὁ ἄνθρωπος ποὺ νομίζει ὅτι εἶναι ἕτοιμος, ὦ Ἀλκιβιάδη, εἶναι ὁ πλέον ἀνέτοιμος.
Ἡ ἡγεσία ἀρχίζει ἀπὸ τὴν σωφροσύνην.
Ἀλκιβιάδης:
Καὶ τί ἐστὶ σωφροσύνη;
Νὰ ἀρνηθῶ τὰς ἐπιθυμίας μου; Νὰ ζήσω ὡς ἀσκητής;
Σωκράτης:
Οὔ.
Ἡ σωφροσύνη δὲν εἶναι στέρησις· εἶναι ἄρχουσα ἁρμονία.
Νὰ ἔχεις ἐπιθυμίας, ἀλλὰ νὰ μὴν ἔχουν ἐκεῖναι ἐσένα.
Νὰ ἔχεις φιλοδοξίαν, ἀλλὰ νὰ μὴν γίνῃς δούλος της.
Ἀλκιβιάδης:
Ἐγὼ ὅμως ἔχω φλόγα μέσα μου.
Θέλω νὰ ὑπερβῶ τοὺς ἄλλους, νὰ ἀναδειχθῶ, νὰ ἀφήσω ὄνομα.
Σωκράτης:
Ἡ φλόγα, ὦ Ἀλκιβιάδη, ἢ φωτίζει ἢ κατακαίει.
Ἡ σωφροσύνη εἶναι ὁ λύχνος ποὺ τὴν συγκρατεῖ.
Ἀλκιβιάδης:
Καὶ πῶς θὰ γνωρίσω ὅτι βαδίζω τὸν ὀρθὸν δρόμον;
Σωκράτης:
Ἐὰν ὁ δρόμος σου ὠφελεῖ τὴν πόλιν, εἶναι ὀρθός.
Ἐὰν ὠφελεῖ μόνον ἐσένα, εἶναι ὁλισθηρός.
Ἐὰν ὠφελεῖ οὔτε ἐσένα οὔτε τὴν πόλιν, εἶναι ἀνόητος.
Ἀλκιβιάδης:
Ἄρα ὁ ἡγεμὼν πρέπει νὰ θυσιάζει τὸν ἑαυτόν του;
Σωκράτης:
Ὁ ἡγεμὼν δὲν θυσιάζει τὸν ἑαυτόν του·
θυσιάζει τὸν ἐγωισμόν του.
Ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔμαθε νὰ ἄρχει ἑαυτοῦ, δὲν θὰ ἄρξῃ ἄλλων.
Ἀλκιβιάδης:
Καὶ ἡ ἡδονή;
Ἡ δύναμις;
Ἡ δόξα;
Ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι ἀνθρώπινα;
Σωκράτης:
Ἀνθρώπινα, βεβαίως.
Ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος ὁ ἀληθινὸς δὲν ὑποτάσσεται στὰ ἀνθρώπινα·
τὰ ὑψώνει.
Ἡ σωφροσύνη εἶναι ἡ τέχνη τοῦ νὰ ἐπιθυμεῖς ὅσα πρέπει.
Ἀλκιβιάδης:
Σωκράτη… ἄλλοι λέγουν ὅτι ἡ πόλις χρειάζεται ἄνδρα ἰσχυρόν.
Ἄλλοι λέγουν ὅτι χρειάζεται ἄνδρα σοφόν.
Τί λέγεις ἐσύ;
Σωκράτης:
Ἡ πόλις χρειάζεται ἄνδρα δίκαιον.
Ἡ ἰσχύς χωρὶς δικαιοσύνην γίνεται τυραννίς.
Ἡ σοφία χωρὶς δικαιοσύνην γίνεται πανουργία.
Ἡ δικαιοσύνη ὅμως ἑνώνει τὴν ἰσχὺν καὶ τὴν σοφίαν.
Ἀλκιβιάδης:
Καὶ ἄν ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ κυβερνήσω, θὰ εἶσαι δίπλα μου;
Σωκράτης:
Θὰ εἶμαι δίπλα σου ὅσον ἡ ψυχὴ σου ἀναζητεῖ τὸ καλόν.
Ἄν στραφῇς πρὸς τὴν ὕβριν, θὰ σὲ ἀκολουθήσῃ μόνον ἡ φιλοδοξία σου.
Καὶ αὐτὴ δὲν ἔχει φίλους.
Ἀλκιβιάδης:
Ἄρα ἡ σωφροσύνη εἶναι ὁ φύλαξ τῆς ψυχῆς;
Σωκράτης:
Ὄχι μόνον φύλαξ·
εἶναι ὁ κυβερνήτης της.
Ἄνευ σωφροσύνης, ὁ ἄνθρωπος πλέει ὡς πλοῖον ἄνευ πηδαλίου.
Με σωφροσύνη, γίνεται ὁδηγὸς ἑαυτοῦ καὶ τῆς πόλεως.
Ἐπίλογος
Ὁ Ἀλκιβιάδης ἔφυγε ἐκείνην τὴν ἡμέραν σιωπηλός,
ὄχι ἐπειδὴ ἡττήθη, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐνίκησε τὸν ἑαυτόν του γιὰ μία στιγμή.
Καὶ ὁ Σωκράτης ἔμεινε ὡς φάρος,
ὑπενθυμίζων ὅτι ἡ ἀληθινὴ ἡγεσία ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ψυχὴν.
Διάλογος Ε΄ — Περὶ Ἐλευθερίας καὶ Ψυχῆς
Τόπος: Ἀθήναι, πλησίον τῆς Ἀκαδημίας.
Χρόνος: Μετὰ τὰ γεγονότα τοῦ Δηλίου, ὅταν ἡ πόλις ἀναζητεῖ ἀνάσα καὶ νόημα.
Σκηνὴ
Ὁ Σωκράτης καθήμενος ὑπὸ τὴν σκιά ἐνὸς πλατάνου.
Ὁ Ἀλκιβιάδης πλησιάζει ἀνήσυχος, ὡς ἄνθρωπος ποὺ ἔχει μέσα του θύελλαν.
Ἡ πόλις ἀκούει φήμες πολέμου, ἀναταραχῆς, φιλοδοξιῶν.
Ἀλκιβιάδης:
Σωκράτη… ὅλοι μιλῶσι περὶ ἐλευθερίας.
Ἄλλοι λέγουν ὅτι ἐλευθερία εἶναι νὰ πράττῃς ὅ,τι θέλεις.
Ἄλλοι λέγουν ὅτι εἶναι νὰ μὴν ὑπακούῃς εἰς κανέναν.
Ἐγὼ δὲν γνωρίζω τί ἐστὶν ἀληθῶς ἐλευθερία.
Σωκράτης:
Ἐλευθερία, ὦ Ἀλκιβιάδη, δὲν εἶναι ἡ ἄρσις τῶν δεσμῶν,
ἀλλὰ ἡ ἄρσις τῆς ἀγνοίας.
Ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν γνωρίζει τί ἐστὶ καλόν,
γίνεται δούλος τῶν ἐπιθυμιῶν του.
Ἀλκιβιάδης:
Ἄρα ὁ δούλος δύναται νὰ εἶναι ἐλεύθερος,
καὶ ὁ ἐλεύθερος δούλος;
Σωκράτης:
Ἀκριβῶς.
Ὁ δούλος ποὺ ἔχει ψυχὴν ἐγκρατῆ εἶναι ἐλεύθερος.
Ὁ ἄρχων ποὺ ἔχει ψυχὴν ἀκόλαστον εἶναι δούλος.
Ἡ ἐλευθερία εἶναι κατάστασις τῆς ψυχῆς,
ὄχι τῶν χειρῶν.
Ἀλκιβιάδης:
Ἀλλὰ ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ ἡγηθῶ.
Νὰ ὁδηγήσω τὴν πόλιν.
Νὰ ἀναδειχθῶ.
Αὐτὸ δὲν εἶναι ἐλευθερία;
Σωκράτης:
Ἐὰν ἡ ἐπιθυμία σου ἄρχει ἐσέ,
τότε δὲν ἡγεῖσαι·
ἄγεσαι.
Ἐὰν ἡ πόλις σὲ ὠθεῖ,
δὲν ἡγεῖσαι·
συμπαρασύρῃ.
Ἐὰν ἡ φιλοδοξία σὲ κυβερνᾷ,
δὲν ἡγεῖσαι·
δουλεύεις.
Ἀλκιβιάδης:
Καὶ τί ἐστὶν ἡ ἀληθινὴ ἐλευθερία τοῦ ἡγεμόνος;
Σωκράτης:
Νὰ δύναται νὰ εἴπῃ «οὔ» εἰς τὸν ἑαυτόν του.
Νὰ δύναται νὰ εἴπῃ «ναί» εἰς τὸ καθῆκον.
Νὰ δύναται νὰ ἀκούῃ τὸν λόγον καὶ ὄχι τὸ πάθος.
Νὰ δύναται νὰ ἄρχει ἑαυτοῦ,
πρὶν ἄρξῃ ἄλλων.
Ἀλκιβιάδης:
Ἄνθρωποι λέγουν ὅτι ἡ ἐλευθερία εἶναι νὰ μὴν ὑπακούῃς εἰς κανέναν.
Σωκράτης:
Αὐτὸ εἶναι ἀναρχία,
ὄχι ἐλευθερία.
Ἡ ἐλευθερία χρειάζεται νόμον,
ὅπως τὸ πλοῖον χρειάζεται πηδάλιον.
Ἄνευ νόμου, ὁ ἄνθρωπος πνίγεται ἐν τῇ ἰδίᾳ ἀταξίᾳ.
Ἀλκιβιάδης:
Καὶ ὁ νόμος ἀπὸ ποῦ γεννᾶται;
Σωκράτης:
Ἀπὸ τὴν δικαιοσύνην.
Ἡ δικαιοσύνη ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν.
Ἡ ἀλήθεια ἀπὸ τὴν ἔρευναν.
Ἡ ἔρευνα ἀπὸ τὴν ἐλευθερίαν τῆς ψυχῆς.
Ἄρα ἡ ἐλευθερία εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος.
Ἀλκιβιάδης:
Σωκράτη… ἄνθρωποι λέγουν ὅτι ἐγὼ εἶμαι γεννημένος γιὰ μεγάλα πράγματα.
Ἐσύ τί λέγεις;
Σωκράτης:
Λέγω ὅτι ἔχεις δύναμιν μεγάλην,
ἀλλὰ ἡ δύναμις ἄνευ ἐλευθερίας γίνεται ὕβρις.
Καὶ ἡ ὕβρις γεννᾷ τὴν νέμεσιν.
Ἐὰν θέλεις νὰ γίνῃς μέγας,
μάθε πρῶτα νὰ εἶσαι ἐλεύθερος.
Ἀλκιβιάδης:
Καὶ πῶς θὰ μάθω;
Σωκράτης:
Ἐλευθερία ἐστὶν ἡ γνώσις τοῦ ἀγαθοῦ.
Ἄν θέλεις νὰ εἶσαι ἐλεύθερος,
μάθε τί ἐστὶ τὸ ἀγαθόν.
Καὶ ἄν θέλεις νὰ ἡγεῖσαι,
μάθε νὰ ὁδηγεῖς τὴν ψυχὴν σου πρῶτα.
Ἐπίλογος
Ὁ Ἀλκιβιάδης ἔμεινε σιωπηλός.
Ἐντός του ἡ φιλοδοξία ἔκαιε,
ἀλλὰ γιὰ πρώτη φορά ἔνιωσε ὅτι ἡ φλόγα μπορεῖ νὰ φωτίσει,
ὄχι μόνον νὰ κατακάψει.
Ὁ Σωκράτης ἐχαμογέλασε ἠρέμως.
Ἤξερε ὅτι ὁ δρόμος τοῦ Ἀλκιβιάδη θὰ εἶναι μακρύς,
ἀλλὰ ἡ ψυχὴ του εἶχε ἀγγίξει τὴν ἀλήθειαν,
ἔστω καὶ δι᾽ ὀλίγον.
Διάλογος Ζ — Περὶ Ἔρωτος καὶ Παιδείας
Τόπος: Ἀθήναι, ἐν τῇ Ἀκαδημίᾳ, ὑπὸ τὴν δροσερὰν σκιά τῶν δένδρων.
Χρόνος: Μετὰ τὰς μάχας, ὅταν ἡ πόλις ἀναζητεῖ ἀνάταση καὶ νόημα.
Σκηνὴ
Ὁ Σωκράτης καθήμενος ἐπὶ λίθου, ἡσύχιος, ὡς ἄνθρωπος ποὺ ἀκούει τὴν ψυχὴν τοῦ κόσμου.
Ὁ Ἀλκιβιάδης πλησιάζει, ὄχι πλέον ὡς ὁρμητικὸς νέος, ἀλλὰ ὡς ἄνθρωπος ποὺ ἔχει ἀρχίσει νὰ ἐννοεῖ τὸ βάρος τῆς ἀρετῆς.
Ἀλκιβιάδης:
Σωκράτη… ἔχω ἕνα πάθος μέσα μου, ἕνα ἄναμμα ποὺ δὲν σβήνει.
Ἄλλοτε μὲ ὠθεῖ εἰς μεγάλα, ἄλλοτε μὲ ρίπτει εἰς ἀκρότητας.
Τί ἐστὶν αὐτὸ τὸ πάθος; Εἶναι ἔρως; Εἶναι φιλοδοξία; Εἶναι ἀρετή;
Σωκράτης:
Ὅ,τι κινεί τὴν ψυχὴν, ὦ Ἀλκιβιάδη, λέγεται ἔρως.
Ἔρως δὲν εἶναι μόνον ἡ ἐπιθυμία τοῦ σώματος·
εἶναι ἡ δίψα τῆς ψυχῆς γιὰ τελειότητα.
Ἀλκιβιάδης:
Ἄρα ὁ ἔρως δύναται νὰ ὁδηγῇ εἰς τὸ καλόν;
Σωκράτης:
Ἐὰν ὁ ἔρως στραφῇ πρὸς τὸ καλόν, γίνεται πτέρυξ.
Ἐὰν στραφῇ πρὸς τὸ ἡδύ, γίνεται δεσμὸς.
Ἐσύ, ὦ Ἀλκιβιάδη, ἔχεις ἔρωτα μέγαν·
ἀλλὰ ἀκόμη δὲν ἔμαθες ποῦ νὰ τὸν στρέφεις.
Ἀλκιβιάδης:
Καὶ πρὸς ποῦ πρέπει νὰ τὸν στρέψω;
Σωκράτης:
Πρὸς τὸ καλόν, πρὸς τὴν ἀρετήν, πρὸς τὴν σοφίαν.
Ἡ παιδεία εἶναι ὁ δρόμος τοῦ ἔρωτος ὅταν ὁ ἔρως ἀναζητεῖ τὸ ἀληθινόν.
Ἀλκιβιάδης:
Ἡ παιδεία;
Ἐγὼ νόμιζα ὅτι ἡ παιδεία εἶναι γιὰ τοὺς ἄλλους, γιὰ τοὺς ἥσυχους, γιὰ τοὺς θεωρητικούς.
Ὄχι γιὰ ἄνδρα ποὺ θέλει νὰ ἡγεῖται.
Σωκράτης:
Ἄνευ παιδείας, ὁ ἡγεμὼν γίνεται τύραννος.
Ἄνευ παιδείας, ὁ ἰσχυρὸς γίνεται ἄφρων.
Ἄνευ παιδείας, ὁ ἔρως γίνεται ὕβρις.
Ἀλκιβιάδης:
Καὶ τί εἶναι ἡ παιδεία;
Νὰ μαθαίνω λόγους; Νὰ ἀκούω διδασκάλους;
Σωκράτης:
Ἡ παιδεία εἶναι ἡ τέχνη τοῦ νὰ γεννᾷς τὴν ἀλήθειαν μέσα σου.
Οὐχὶ νὰ γεμίζεις τὸν νοῦν, ἀλλὰ νὰ ἀνοίγεις τὴν ψυχήν.
Ἡ παιδεία δὲν εἶναι ἀποθήκη·
εἶναι φῶς.
Ἀλκιβιάδης:
Καὶ ὁ ἔρως; Πῶς συνδέεται μὲ τὴν παιδείαν;
Σωκράτης:
Ὁ ἔρως εἶναι ἡ ὁρμὴ.
Ἡ παιδεία εἶναι ὁ δρόμος.
Ἡ ἀρετή εἶναι ὁ προορισμός.
Ὁ ἔρως χωρὶς παιδείαν γίνεται ἀγριότης.
Ἡ παιδεία χωρὶς ἔρωτα γίνεται ψυχρότης.
Ὅταν ὁ ἔρως καὶ ἡ παιδεία ἑνωθοῦν,
γεννᾶται ὁ ἄνθρωπος ὁ μέγας.
Ἀλκιβιάδης:
Σωκράτη… ἄλλοι λέγουν ὅτι ἐγὼ ἔχω ἔρωτα γιὰ τὴν δόξαν.
Ἐσύ τί βλέπεις;
Σωκράτης:
Βλέπω ὅτι ἔχεις ἔρωτα γιὰ τὸ μέγα.
Ἀλλὰ ὁ ἔρως τοῦ μεγάλου ἢ ὑψώνει τὸν ἄνθρωπον ἢ τὸν καταστρέφει.
Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν παιδείαν.
Ἀλκιβιάδης:
Καὶ πῶς θὰ μάθω νὰ ἀγαπῶ τὸ καλόν;
Σωκράτης:
Ἀναζητῶντας τὸ καλόν ἐν παντὶ.
Ἐν τῇ πόλει, ἐν τῇ μάχῃ, ἐν τῇ φιλία, ἐν τῇ ψυχῇ σου.
Ἡ παιδεία δὲν εἶναι μάθημα·
εἶναι τρόπος ζωῆς.
Ἀλκιβιάδης:
Σωκράτη… ἄνθρωποι λέγουν ὅτι ἐγὼ θὰ γίνω ἢ μέγας ἢ καταστροφή.
Τί λέγεις ἐσύ;
Σωκράτης:
Λέγω ὅτι ὁ ἔρως σου εἶναι ὡς ποταμός.
Ἄν τὸν ὁδηγήσῃ ἡ παιδεία,
θὰ ποτίσῃ τὴν πόλιν.
Ἄν τὸν ἀφήσῃς ἄναρχον,
θὰ τὴν πνίξῃ.
Ἐπίλογος
Ὁ Ἀλκιβιάδης ἔφυγε ἐκείνην τὴν ἡμέραν μὲ βλέμμα βαθύ.
Ἐντός του ἡ φλόγα ἔκαιε,
ἀλλὰ γιὰ πρώτη φορά ἔνιωσε ὅτι ἡ φλόγα μπορεῖ νὰ γίνει φῶς.
Ὁ Σωκράτης ἔμεινε ἡσύχιος,
ὡς ἄνθρωπος ποὺ γνωρίζει ὅτι ἡ παιδεία δὲν ἐπιβάλλεται·
γεννιέται.
Τόπος: Ἀθήναι, ἐν τῷ Λυκείῳ.
Χρόνος: Ὀλίγον καιρὸν μετὰ τὴν μάχη τοῦ Δηλίου.
Σκηνὴ
Ὁ Σωκράτης βαδίζει ὑπὸ τὴν σκιά τῶν δένδρων. Ὁ Ἀλκιβιάδης, νεανικὸς, λαμπρὸς, ἀλλὰ ταραγμένος, τὸν πλησιάζει. Ἡ πόλις ἀνασαίνει ἀκόμη τὴν ὀσμὴν τοῦ πολέμου.
Ἀλκιβιάδης:
Σωκράτη… ἡ πόλις μὲ ἀτενίζει. Ἄλλοι μὲ θαυμάζουν, ἄλλοι μὲ φοβοῦνται.
Ἐγὼ ὅμως δὲν γνωρίζω ἂν εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἡγηθῶ.
Σωκράτης:
Ὁ ἄνθρωπος ποὺ νομίζει ὅτι εἶναι ἕτοιμος, ὦ Ἀλκιβιάδη, εἶναι ὁ πλέον ἀνέτοιμος.
Ἡ ἡγεσία ἀρχίζει ἀπὸ τὴν σωφροσύνην.
Ἀλκιβιάδης:
Καὶ τί ἐστὶ σωφροσύνη;
Νὰ ἀρνηθῶ τὰς ἐπιθυμίας μου; Νὰ ζήσω ὡς ἀσκητής;
Σωκράτης:
Οὔ.
Ἡ σωφροσύνη δὲν εἶναι στέρησις· εἶναι ἄρχουσα ἁρμονία.
Νὰ ἔχεις ἐπιθυμίας, ἀλλὰ νὰ μὴν ἔχουν ἐκεῖναι ἐσένα.
Νὰ ἔχεις φιλοδοξίαν, ἀλλὰ νὰ μὴν γίνῃς δούλος της.
Ἀλκιβιάδης:
Ἐγὼ ὅμως ἔχω φλόγα μέσα μου.
Θέλω νὰ ὑπερβῶ τοὺς ἄλλους, νὰ ἀναδειχθῶ, νὰ ἀφήσω ὄνομα.
Σωκράτης:
Ἡ φλόγα, ὦ Ἀλκιβιάδη, ἢ φωτίζει ἢ κατακαίει.
Ἡ σωφροσύνη εἶναι ὁ λύχνος ποὺ τὴν συγκρατεῖ.
Ἀλκιβιάδης:
Καὶ πῶς θὰ γνωρίσω ὅτι βαδίζω τὸν ὀρθὸν δρόμον;
Σωκράτης:
Ἐὰν ὁ δρόμος σου ὠφελεῖ τὴν πόλιν, εἶναι ὀρθός.
Ἐὰν ὠφελεῖ μόνον ἐσένα, εἶναι ὁλισθηρός.
Ἐὰν ὠφελεῖ οὔτε ἐσένα οὔτε τὴν πόλιν, εἶναι ἀνόητος.
Ἀλκιβιάδης:
Ἄρα ὁ ἡγεμὼν πρέπει νὰ θυσιάζει τὸν ἑαυτόν του;
Σωκράτης:
Ὁ ἡγεμὼν δὲν θυσιάζει τὸν ἑαυτόν του·
θυσιάζει τὸν ἐγωισμόν του.
Ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔμαθε νὰ ἄρχει ἑαυτοῦ, δὲν θὰ ἄρξῃ ἄλλων.
Ἀλκιβιάδης:
Καὶ ἡ ἡδονή;
Ἡ δύναμις;
Ἡ δόξα;
Ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι ἀνθρώπινα;
Σωκράτης:
Ἀνθρώπινα, βεβαίως.
Ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος ὁ ἀληθινὸς δὲν ὑποτάσσεται στὰ ἀνθρώπινα·
τὰ ὑψώνει.
Ἡ σωφροσύνη εἶναι ἡ τέχνη τοῦ νὰ ἐπιθυμεῖς ὅσα πρέπει.
Ἀλκιβιάδης:
Σωκράτη… ἄλλοι λέγουν ὅτι ἡ πόλις χρειάζεται ἄνδρα ἰσχυρόν.
Ἄλλοι λέγουν ὅτι χρειάζεται ἄνδρα σοφόν.
Τί λέγεις ἐσύ;
Σωκράτης:
Ἡ πόλις χρειάζεται ἄνδρα δίκαιον.
Ἡ ἰσχύς χωρὶς δικαιοσύνην γίνεται τυραννίς.
Ἡ σοφία χωρὶς δικαιοσύνην γίνεται πανουργία.
Ἡ δικαιοσύνη ὅμως ἑνώνει τὴν ἰσχὺν καὶ τὴν σοφίαν.
Ἀλκιβιάδης:
Καὶ ἄν ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ κυβερνήσω, θὰ εἶσαι δίπλα μου;
Σωκράτης:
Θὰ εἶμαι δίπλα σου ὅσον ἡ ψυχὴ σου ἀναζητεῖ τὸ καλόν.
Ἄν στραφῇς πρὸς τὴν ὕβριν, θὰ σὲ ἀκολουθήσῃ μόνον ἡ φιλοδοξία σου.
Καὶ αὐτὴ δὲν ἔχει φίλους.
Ἀλκιβιάδης:
Ἄρα ἡ σωφροσύνη εἶναι ὁ φύλαξ τῆς ψυχῆς;
Σωκράτης:
Ὄχι μόνον φύλαξ·
εἶναι ὁ κυβερνήτης της.
Ἄνευ σωφροσύνης, ὁ ἄνθρωπος πλέει ὡς πλοῖον ἄνευ πηδαλίου.
Με σωφροσύνη, γίνεται ὁδηγὸς ἑαυτοῦ καὶ τῆς πόλεως.
Ἐπίλογος
Ὁ Ἀλκιβιάδης ἔφυγε ἐκείνην τὴν ἡμέραν σιωπηλός,
ὄχι ἐπειδὴ ἡττήθη, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐνίκησε τὸν ἑαυτόν του γιὰ μία στιγμή.
Καὶ ὁ Σωκράτης ἔμεινε ὡς φάρος,
ὑπενθυμίζων ὅτι ἡ ἀληθινὴ ἡγεσία ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ψυχὴν.
Διάλογος ΣΤ΄ — Περὶ Ἐλευθερίας καὶ Ψυχῆς
Τόπος: Ἀθήναι, πλησίον τῆς Ἀκαδημίας.
Χρόνος: Μετὰ τὰ γεγονότα τοῦ Δηλίου, ὅταν ἡ πόλις ἀναζητεῖ ἀνάσα καὶ νόημα.
Σκηνὴ
Ὁ Σωκράτης καθήμενος ὑπὸ τὴν σκιά ἐνὸς πλατάνου.
Ὁ Ἀλκιβιάδης πλησιάζει ἀνήσυχος, ὡς ἄνθρωπος ποὺ ἔχει μέσα του θύελλαν.
Ἡ πόλις ἀκούει φήμες πολέμου, ἀναταραχῆς, φιλοδοξιῶν.
Ἀλκιβιάδης:
Σωκράτη… ὅλοι μιλῶσι περὶ ἐλευθερίας.
Ἄλλοι λέγουν ὅτι ἐλευθερία εἶναι νὰ πράττῃς ὅ,τι θέλεις.
Ἄλλοι λέγουν ὅτι εἶναι νὰ μὴν ὑπακούῃς εἰς κανέναν.
Ἐγὼ δὲν γνωρίζω τί ἐστὶν ἀληθῶς ἐλευθερία.
Σωκράτης:
Ἐλευθερία, ὦ Ἀλκιβιάδη, δὲν εἶναι ἡ ἄρσις τῶν δεσμῶν,
ἀλλὰ ἡ ἄρσις τῆς ἀγνοίας.
Ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν γνωρίζει τί ἐστὶ καλόν,
γίνεται δούλος τῶν ἐπιθυμιῶν του.
Ἀλκιβιάδης:
Ἄρα ὁ δούλος δύναται νὰ εἶναι ἐλεύθερος,
καὶ ὁ ἐλεύθερος δούλος;
Σωκράτης:
Ἀκριβῶς.
Ὁ δούλος ποὺ ἔχει ψυχὴν ἐγκρατῆ εἶναι ἐλεύθερος.
Ὁ ἄρχων ποὺ ἔχει ψυχὴν ἀκόλαστον εἶναι δούλος.
Ἡ ἐλευθερία εἶναι κατάστασις τῆς ψυχῆς,
ὄχι τῶν χειρῶν.
Ἀλκιβιάδης:
Ἀλλὰ ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ ἡγηθῶ.
Νὰ ὁδηγήσω τὴν πόλιν.
Νὰ ἀναδειχθῶ.
Αὐτὸ δὲν εἶναι ἐλευθερία;
Σωκράτης:
Ἐὰν ἡ ἐπιθυμία σου ἄρχει ἐσέ,
τότε δὲν ἡγεῖσαι·
ἄγεσαι.
Ἐὰν ἡ πόλις σὲ ὠθεῖ,
δὲν ἡγεῖσαι·
συμπαρασύρῃ.
Ἐὰν ἡ φιλοδοξία σὲ κυβερνᾷ,
δὲν ἡγεῖσαι·
δουλεύεις.
Ἀλκιβιάδης:
Καὶ τί ἐστὶν ἡ ἀληθινὴ ἐλευθερία τοῦ ἡγεμόνος;
Σωκράτης:
Νὰ δύναται νὰ εἴπῃ «οὔ» εἰς τὸν ἑαυτόν του.
Νὰ δύναται νὰ εἴπῃ «ναί» εἰς τὸ καθῆκον.
Νὰ δύναται νὰ ἀκούῃ τὸν λόγον καὶ ὄχι τὸ πάθος.
Νὰ δύναται νὰ ἄρχει ἑαυτοῦ,
πρὶν ἄρξῃ ἄλλων.
Ἀλκιβιάδης:
Ἄνθρωποι λέγουν ὅτι ἡ ἐλευθερία εἶναι νὰ μὴν ὑπακούῃς εἰς κανέναν.
Σωκράτης:
Αὐτὸ εἶναι ἀναρχία,
ὄχι ἐλευθερία.
Ἡ ἐλευθερία χρειάζεται νόμον,
ὅπως τὸ πλοῖον χρειάζεται πηδάλιον.
Ἄνευ νόμου, ὁ ἄνθρωπος πνίγεται ἐν τῇ ἰδίᾳ ἀταξίᾳ.
Ἀλκιβιάδης:
Καὶ ὁ νόμος ἀπὸ ποῦ γεννᾶται;
Σωκράτης:
Ἀπὸ τὴν δικαιοσύνην.
Ἡ δικαιοσύνη ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν.
Ἡ ἀλήθεια ἀπὸ τὴν ἔρευναν.
Ἡ ἔρευνα ἀπὸ τὴν ἐλευθερίαν τῆς ψυχῆς.
Ἄρα ἡ ἐλευθερία εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος.
Ἀλκιβιάδης:
Σωκράτη… ἄνθρωποι λέγουν ὅτι ἐγὼ εἶμαι γεννημένος γιὰ μεγάλα πράγματα.
Ἐσύ τί λέγεις;
Σωκράτης:
Λέγω ὅτι ἔχεις δύναμιν μεγάλην,
ἀλλὰ ἡ δύναμις ἄνευ ἐλευθερίας γίνεται ὕβρις.
Καὶ ἡ ὕβρις γεννᾷ τὴν νέμεσιν.
Ἐὰν θέλεις νὰ γίνῃς μέγας,
μάθε πρῶτα νὰ εἶσαι ἐλεύθερος.
Ἀλκιβιάδης:
Καὶ πῶς θὰ μάθω;
Σωκράτης:
Ἐλευθερία ἐστὶν ἡ γνώσις τοῦ ἀγαθοῦ.
Ἄν θέλεις νὰ εἶσαι ἐλεύθερος,
μάθε τί ἐστὶ τὸ ἀγαθόν.
Καὶ ἄν θέλεις νὰ ἡγεῖσαι,
μάθε νὰ ὁδηγεῖς τὴν ψυχὴν σου πρῶτα.
Ἐπίλογος
Ὁ Ἀλκιβιάδης ἔμεινε σιωπηλός.
Ἐντός του ἡ φιλοδοξία ἔκαιε,
ἀλλὰ γιὰ πρώτη φορά ἔνιωσε ὅτι ἡ φλόγα μπορεῖ νὰ φωτίσει,
ὄχι μόνον νὰ κατακάψει.
Ὁ Σωκράτης ἐχαμογέλασε ἠρέμως.
Ἤξερε ὅτι ὁ δρόμος τοῦ Ἀλκιβιάδη θὰ εἶναι μακρύς,
ἀλλὰ ἡ ψυχὴ του εἶχε ἀγγίξει τὴν ἀλήθειαν,
ἔστω καὶ δι᾽ ὀλίγον.
*************************************************************
ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΚΑΙ ἈΛΚΙΒΙΑΔΗΣ
Φιλοσοφικὸν Δράμα ἐν Πέντε Πράξεσιν
ΠΡΑΞΙΣ Α΄ — Ἡ ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΠΟΤΙΔΑΙΑΣ
(Σκηνὴ: πεδίον μάχης. Καπνὸς, κραυγαί, σύγχυσις.)
Ἀλκιβιάδης (τραυματισμένος):
Σωκράτη… ἄφες με. Ἡ λόγχη μὲ ἔπληξε.
Φύγε, μὴ χαθῇς γιὰ ἐμέ.
Σωκράτης:
Ὁ ἀνδρεῖος δὲν ἀπολείπει τὸν φίλον.
Ἡ ἀρετὴ δὲν γνωρίζει φυγήν.
Ἐγὼ θὰ σταθῶ ὡς τείχος.
(Μάχη. Ὁ Σωκράτης σώζει τὸν Ἀλκιβιάδην.)
ΧΟΡΟΣ (στάσιμον Α΄):
Ὦ ἀρετή,
ποὺ ἐν τῷ πολέμῳ λάμπεις,
καὶ ἐν τῇ φιλία σώζεις,
ὁ Σωκράτης ἐδείξατο
ὅτι ὁ λόγος γίνεται ξίφος
ὅταν ἡ ψυχὴ εἶναι καθαρά.
ΠΡΑΞΙΣ Β΄ — Ἡ ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΔΗΛΙΟΥ
(Σκηνὴ: ὑποχώρησις Ἀθηναίων. Ὁ Σωκράτης μένει ὄρθιος.)
Ἀλκιβιάδης (ἔφιππος):
Σωκράτη! Ἔλα! Θὰ σὲ καλύψω!
Σήμερον ἐγὼ θὰ σὲ σώσω!
Σωκράτης:
Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνδρείου
δὲν λυγίζει ἐν τῷ σκότει.
Ἄν ἡ μοῖρα θέλει,
θὰ μὲ εὑρεῖ ὄρθιον.
(Ὁ Ἀλκιβιάδης τὸν σώζει.)
ΧΟΡΟΣ (στάσιμον Β΄):
Ἀνταπόδοσις ἀρετῆς·
ὁ σωθείς σώζει,
ὁ σωτήρ σώζεται.
Ἡ φιλία γίνεται ὅρκος
ἐν τῷ πεδίῳ τοῦ θανάτου.
ΠΡΑΞΙΣ Γ΄ — ΠΕΡΙ ΔΟΞΗΣ ΚΑΙ ΣΩΦΡΟΣΥΝΗΣ
(Σκηνὴ: Ἀγορά. Ὁ Ἀλκιβιάδης ἀναζητεῖ νόημα.)
Ἀλκιβιάδης:
Θέλω νὰ ἀναδειχθῶ.
Νὰ ἀναβῶ ψηλά.
Νὰ ἀφήσω ὄνομα.
Σωκράτης:
Ἡ δόξα εἶναι ἄνεμος.
Ἄν ἡ ψυχὴ σου εἶναι μικρά,
δὲν θὰ τὴν μεγαλώσῃ.
Ἄν εἶναι μεγάλη,
δὲν τὴν χρειάζεται.
ΧΟΡΟΣ (στάσιμον Γ΄):
Ὦ νέε,
ἡ δόξα ὡς κύμα ἀναβαίνει
καὶ ὡς κύμα καταπίπτει.
Μόνον ἡ σωφροσύνη
μένει ὡς πέτρα.
ΠΡΑΞΙΣ Δ΄ — ΠΕΡΙ ἘΛΕΥΘΕΡΙΑΣ
(Σκηνὴ: Ἀκαδημία. Ἡσυχία.)
Ἀλκιβιάδης:
Τί ἐστὶν ἐλευθερία;
Νὰ πράττω ὅ,τι θέλω;
Σωκράτης:
Ὄχι.
Ἐλευθερία ἐστὶν ἡ νίκη ἐπὶ τῶν ἐπιθυμιῶν.
Ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἄρχει ἑαυτοῦ,
δὲν ἄρχει οὐδενός.
ΧΟΡΟΣ (στάσιμον Δ΄):
Ἐλευθερία,
ὄχι ἄνευ νόμου,
ἀλλὰ ἄνευ δεσμῶν ἀγνοίας.
Ὁ σοφὸς ἐλεύθερος,
ὁ ἄφρων δούλος.
ΠΡΑΞΙΣ Ε΄ — ΠΕΡΙ ἜΡΩΤΟΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΕΙΑΣ
(Σκηνὴ: Ἀκαδημία, ὑπὸ πλατάνῳ.)
Ἀλκιβιάδης:
Ἔχω φλόγα μέσα μου.
Ἄλλοτε μὲ ὑψώνει, ἄλλοτε μὲ κατακαίει.
Τί εἶναι αὐτὸ τὸ πάθος;
Σωκράτης:
Ἔρως.
Ὁ ἔρως ὁδηγεῖ τὴν ψυχὴν
ἢ πρὸς τὸ καλὸν ἢ πρὸς τὸ ἡδύ.
Ἡ παιδεία εἶναι ὁ δρόμος
ποὺ μετατρέπει τὴν φλόγα εἰς φῶς.
Ἀλκιβιάδης:
Καὶ ἄν θέλω νὰ γίνω μέγας;
Σωκράτης:
Μάθε πρῶτα νὰ εἶσαι ἐλεύθερος.
Μάθε νὰ ἀγαπᾷς τὸ καλόν.
Μάθε νὰ ἄρχεις ἑαυτοῦ.
ΧΟΡΟΣ (στάσιμον Ε΄):
Ὦ παιδεία,
μήτηρ ἀρετῆς,
ὁδηγὸς ἔρωτος,
φῶς ἀνθρώπου.
Ἄνευ σοῦ,
ὁ ἄνθρωπος πλανάται.
Μετὰ σοῦ,
ὁ ἄνθρωπος ἀναβαίνει.
ἜΞΟΔΟΣ
(Σκηνὴ: ἡ Ἀγορά. Ὁ Σωκράτης καὶ ὁ Ἀλκιβιάδης βαδίζουν.)
Σωκράτης:
Ἀλκιβιάδη,
ὁ δρόμος σου θὰ εἶναι μακρύς.
Ἄλλοτε θὰ ὑψωθῇς,
ἄλλοτε θὰ πέσῃς.
Ἀλλὰ ἂν ἡ ψυχὴ σου ἀναζητεῖ τὸ καλόν,
ποτὲ δὲν θὰ χαθῇς.
Ἀλκιβιάδης:
Διδάσκαλε…
ὁ ἔρως μου θὰ γίνει φῶς.
ΧΟΡΟΣ (τελικόν):
Ἡ πόλις ἀκούει,
ἡ πόλις βλέπει,
ἡ πόλις μαθαίνει.
Ὁ Σωκράτης ὁδηγεῖ,
ὁ Ἀλκιβιάδης ἀκολουθεῖ,
καὶ ἡ ἀρετὴ ὑψοῦται
ὡς ἥλιος ἐπὶ τὴν Ἀθήναν.
ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ

