Τὸ Διδασκαλεῖο τιμᾷ τὸν Κ. Π. Καβάφη
Του Δημήτρη Βόγγολη

, τὸν ποιητὴ ποὺ ἀναγνωρίστηκε διεθνῶς καὶ ἀπέσπασε τὸ πρῶτο παγκόσμιο βραβεῖο ποίησης. Ὁ Δημήτρης Λιαντίνης ὑπογραμμίζει ὅτι ἡ καβαφικὴ εἰρωνεία λειτουργεῖ ὅπως τὰ αἱμοπετάλια στὸ αἷμα: ζωτικὴ, ἀναγκαία, ἀναπόσπαστη. Θεωρεῖ τὸν Καβάφη «μέγιστον τῶν ποιητῶν», διότι ἔδωσε στὴν τέχνη μία «νομοθεσία» μὲ τὰ ποιήματά του, ἐκεῖ ποὺ ἄλλοι χρειαζόταν ὀγκώδεις θεωρητικὲς μελέτες.
Ἡ κρίση αὐτὴ ἀποδείχθηκε προφητική. Ἐνώ στὴν Ἀθήνα τῆς δεκαετίας τοῦ 1880 κυριαρχεῖ ὁ Παλαμᾶς, ὁ Καβάφης, ἀπομονωμένος στὴν Ἀλεξάνδρεια, δημιουργεῖ ἕνα ἔργο ποὺ ὑστερότερα θὰ ἀναδειχθεῖ κεντρικὸ στὴ νεοελληνικὴ ποίηση καὶ θὰ καθορίσει τὴν πορεία της ἕως σήμερα.
Τὰ ποιήματά του ἀποτελοῦν ἕνα κράμα διαμαρτυρίας, ὑπαρξιακῆς ἀγωνίας καὶ ἐσωτερικοῦ παραπόνου γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ τὴν ἀτέλεια τοῦ κόσμου. Στὸ ποίημα «Τὰ κεριά» ἡ ἐλπίδα ἐκφράζεται μὲ τὰ «ζεστὰ καὶ ζωηρὰ κεριά» ποὺ συμβολίζουν τὶς μέρες τοῦ μέλλοντος.
Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ δήλωσή του:
«Εἶμαι κι ἐγὼ Ἑλληνικός. Ὄχι Ἕλλην, οὔτε Ἑλληνίζων, ἀλλὰ Ἑλληνικός.»
Μία φράση ποὺ ἀποτυπώνει τὴν ἰδιότυπη, βαθιὰ προσωπική καὶ ἀπροκατάληπτη σχέση του μὲ τὴν ἑλληνικὴ ταυτότητα.

