ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ

Του Δημήτρη Βόγγολη

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η ελληνική γλώσσα είναι ένα ζωντανό σύστημα νοημάτων, σχέσεων και μουσικής.

Στο βιβλίο αυτό παρουσιάζονται όλα τα μέρη του λόγου, με φωνητική συλλαβισμένη και αγγλική μετάφραση, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν:

από παιδιά που μαθαίνουν τις πρώτες τους λέξεις,

από ενήλικες που θέλουν πλήρη γραμματική εικόνα,

από εκπαιδευτικούς που χρειάζονται καθαρό υλικό,

από σπουδαστές ξένων γλωσσών που μαθαίνουν ελληνικά.

Στο τέλος υπάρχει ευρετήριο, ώστε να βρίσκεις κάθε λέξη γρήγορα.

Με την χρήση των phonetics θα τονίζουμε τα κεφαλαία γράμματα σε κάθε λέξη .

Using phonetics we will emphasize the capital letters in each word

‘οπου ΕΕ θα τα προφέρουμε όπως στο προβατο  sheep  ή βλέπω με τα δύο ee or see.

‘where EE we will pronounce them as in sheep with the two ee or see.

Όπου Θ =ΤΗΕ ‘Όπως thunderstorm,  thanks

‘Οπου Δ=ΤΗΕ ‘όπως mother,father

«The vowel combinations αυ, ευ are pronounced in two different ways:

a) They are pronounced [av], [ev] when followed by a vowel or a voiced consonant: παύω /pávo/, αυλή /avlí/, αύριο /ávrio/, Αύγουστος /ávɣustos/, Εύα /éva/, εφεύρεση /efévresi/, ευλογώ /evloɣó/

b) They are pronounced [af], [ef] when followed by a voiceless consonant: ναύτης /náftis/, ευχάριστος /efxáristos/, ευτυχία /eftiçía/»

ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

1. Άρθρο (Article)

το — to — the 

η — i — the (fem.) 

οι — i — the (plural)

2. Πρόθεση (Preposition)

σε — se — to / in / at 

με — me — with 

από — a–po — from

3. Αντωνυμία (Pronoun)

εγώ — e–γo — I 

εσύ — e–si — you 

αυτός — a–f–tos — he

4. Σύνδεσμος (Conjunction)

και — ke — and 

ή — i — or 

όμως — o–mos — however / though

5. Ρήμα (Verb)

τρέχω — tre–ho — run 

γράφω — ghra–fo — write 

μιλάω — mi–la–o — speak / talk

6. Επίρρημα (Adverb)

γρήγορα — ghri–go–ra — quickly / fast 

πάντα — pa–n–ta — always 

εκεί — e–ki — there

7. Ουσιαστικό (Noun)

παιδί — pe–di — child 

σπίτι — spi–ti — house / home 

άνθρωπος — a–nth–ro–pos — human / person

8. Επίθετο (Adjective)

όμορφος — o–mor–fos — beautiful / handsome 

μεγάλος — me–ga–los — big / large / great 

καλός — ka–los — good / kind ψηλός — ψηλή — ψηλό

psi–los — psi–li — psi–lo tall

2️⃣ Ομάδα –ος, –α, –ο (θηλυκό σε –α)

μεγάλος — μεγάλη — μεγάλο

me–ga–los — me–ga–li — me–ga–lo big / large

μικρός — μικρή — μικρό

mi–kros — mi–kri — mi–kro small / little

ωραίος — ωραία — ωραίο

o–re–os — o–re–a — o–re–o nice / beautiful

3️⃣ Ομάδα –ικός, –ική, –ικό

εθνικός — εθνική — εθνικό

eth–ni–kos — eth–ni–ki — eth–ni–ko national

οικογενειακός — οικογενειακή — οικογενειακό

o–i–ko–ge–ni–a–kos — o–i–ko–ge–ni–a–ki — o–i–ko–ge–ni–a–ko family-related

4️⃣ Ομάδα –ύς, –ιά, –ύ (λόγια)

γλυκύς — γλυκιά — γλυκύ

gly–kys — gly–kia — gly–ky sweet

βαθύς — βαθιά — βαθύ

va–thys — va–thia — va–thy deep

5️⃣ Ομάδα ουδέτερα –ο / –ι (διγενή)

σταθερό — σταθερή — σταθερός

sta–the–ro — sta–the–ri — sta–the–ros stable

ελαφρύ — ελαφριά — ελαφρύς

e–la–fry — e–la–fri–a — e–la–frys light (weight)

6️⃣ Αμετάβλητα επίθετα (ξενικά — ένα γένος για όλα)

μπλε — ble — blue

ροζ — roz — pink

μοβ — mov — purple

μοντέρνo — mon–dern — modern

(ίδιος τύπος για αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο)

7️⃣ Μονογενή επίθετα

έγκυος (μόνο θηλυκό)

en–gi–os pregnant

9-10η σειρά

Πρόθεση: εκτός από — ek–tos a–po — except for 

Αντωνυμία: αυτή — a–f–ti — she 

11η σειρά

ρόθεση: εντός του — en–tos tu — within 

Αντωνυμία: αυτό — a–f–to — it 

Πρόθεση: κατά μήκος — ka–ta mi–kos — along 

Αντωνυμία: αυτοί — a–f–ti — they (masc.) 

Πρόθεση: κατά πάνω — ka–ta pa–no — upwards 

Αντωνυμία: αυτές — a–f–tes — they (fem.) 

Πρόθεση: κατά κάτω — ka–ta ka–to — downwards 

Αντωνυμία: αυτά — a–f–ta — they (neut.) 

Πρόθεση: σύμφωνα προς — sim–fo–na pros — according to / towards 

Αντωνυμία: κάποιος — ka–pi–os — someone 

Πρόθεση: παρά το — pa–ra to — despite / although 

Αντωνυμία: κάποια — ka–p–ia — some (fem.) 

Πρόθεση: έως ότου — e–os o–tu — until 

Αντωνυμία: κάτι — ka–ti — something 

Πρόθεση: μέχρι να — me–hri na — until / up to the point that  Αντωνυμία: κανένας — ka–ne–nas — no one / nobody

Πρόθεση: δίχως να — di–hos na — without (doing) 

Αντωνυμία: τίποτα — ti–po–ta — nothing 

Πρόθεση: σύμφωνα με — sim–fo–na me — according to 

Αντωνυμία: ορισμένοι — o–ri–s–me–ni — some people 

Πρόθεση: εκ μέρους — ek me–rous — on behalf of 

Αντωνυμία: ποιος — pi–os — who 

Πρόθεση: ενάντια σε — e–nan–ti–a se — against 

Αντωνυμία: τι — ti — what 

Πρόθεση: μακριά από — ma–kri–a a–po — far from 

Αντωνυμία: πόσος — po–sos — how much / how many (masc.) 

Πρόθεση: πάνω σε — pa–no se — on / upon 

Αντωνυμία: όποιος — o–pi–os — whoever / anyone who 

Πρόθεση: κάτω από — ka–to a–po — under / below 

Αντωνυμία: ο οποίος — o o–pi–os — who / which (masc.) 

Πρόθεση: μπροστά σε — bro–sta se — in front of 

Αντωνυμία: ο εαυτός μου — o e–a–f–tos mu — myself 

Πρόθεση: δίπλα σε — di–pla se — next to / beside 

Αντωνυμία: ο εαυτός σου — o e–a–f–tos su — yourself 

Πρόθεση: πέρα από — pe–ra a–po — beyond 

Αντωνυμία: ο ένας τον άλλον — o e–nas ton a–lon — each other 

Πρόθεση: κατά μήκος — ka–ta mi–kos — along / lengthwise 

Αντωνυμία: εαυτός — e–a–f–tos — self 

Πρόθεση: κατά πάνω — ka–ta pa–no — upwards 

Αντωνυμία: εαυτοί — e–a–f–ti — selves (masc.) 

ΚΛΙΣΗ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ

🟦 1. Μαθητής

μαθητής → ma-thi-TÍS → μαθητής / student

Ενικός αριθμός

  • Ο μαθητής → ο μαθητής → ma-thi-TÍS
  • Του μαθητή → του μαθητή → ma-thi-TÍ
  • Τον μαθητή → τον μαθητή → ma-thi-TÍ

Πληθυντικός αριθμός

  • Οι μαθητές → οι μαθητές → ma-thi-TÉS
  • Των μαθητών → των μαθητών → ma-thi-TÓN
  • Τους μαθητές → τους μαθητές → ma-thi-TÉS

🟦 2. Αθλητής

αθλητής → a-thli-TÍS → αθλητής / athlete

Ενικός

  • Ο αθλητής → ο αθλητής → a-thli-TÍS
  • Του αθλητή → του αθλητή → a-thli-TÍ
  • Τον αθλητή → τον αθλητή → a-thli-TÍ

Πληθυντικός

  • Οι αθλητές → οι αθλητές → a-thli-TÉS
  • Των αθλητών → των αθλητών → a-thli-TÓN
  • Τους αθλητές → τους αθλητές → a-thli-TÉS

🟦 3. Εργάτης

εργάτης → er-GÁ-tis → εργάτης / worker

Ενικός

  • Ο εργάτης → ο εργάτης → er-GÁ-tis
  • Του εργάτη → του εργάτη → er-GÁ-ti
  • Τον εργάτη → τον εργάτη → er-GÁ-ti

Πληθυντικός

  • Οι εργάτες → οι εργάτες → er-GÁ-tes
  • Των εργατών → των εργατών → er-ga-TÓN
  • Τους εργάτες → τους εργάτες → er-GÁ-tes

🟦 4. Άνδρας

άνδρας → ÁN-dras → άντρας / man

Ενικός

  • Ο άνδρας → ο άντρας → ÁN-dras
  • Του άνδρα → του άντρα → ÁN-dra
  • Τον άνδρα → τον άντρα → ÁN-dra

Πληθυντικός

  • Οι άνδρες → οι άντρες → ÁN-dres
  • Των ανδρών → των αντρών → an-DRÓN
  • Τους άνδρες → τους άντρες → ÁN-dres

🟦 5. Αγώνας

αγώνας → a-GÓ-nas → αγώνας / contest

Ενικός

  • Ο αγώνας → ο αγώνας → a-GÓ-nas
  • Του αγώνα → του αγώνα → a-GÓ-na
  • Τον αγώνα → τον αγώνα → a-GÓ-na

Πληθυντικός

  • Οι αγώνες → οι αγώνες → a-GÓ-nes
  • Των αγώνων → των αγώνων → a-GÓ-non
  • Τους αγώνες → τους αγώνες → a-GÓ-nes

🟦 6. Πίνακας

πίνακας → PÍ-na-kas → πίνακας / painting

Ενικός

  • Ο πίνακας → ο πίνακας → PÍ-na-kas
  • Του πίνακα → του πίνακα → PÍ-na-ka
  • Τον πίνακα → τον πίνακα → PÍ-na-ka

Πληθυντικός

  • Οι πίνακες → οι πίνακες → PÍ-na-kes
  • Των πινάκων → των πινάκων → pi-NÁ-kon
  • Τους πίνακες → τους πίνακες → PÍ-na-kes

🟦 7. Φοιτητής

φοιτητής → foi-ti-TÍS → φοιτητής / university student

Ενικός

  • Ο φοιτητής → ο φοιτητής → foi-ti-TÍS
  • Του φοιτητή → του φοιτητή → foi-ti-TÍ
  • Τον φοιτητή → τον φοιτητή → foi-ti-TÍ

Πληθυντικός

  • Οι φοιτητές → οι φοιτητές → foi-ti-TÉS
  • Των φοιτητών → των φοιτητών → foi-ti-TÓN
  • Τους φοιτητές → τους φοιτητές → foi-ti-TÉS

🟦 8. Ναύτης

ναύτης → NÁF-tis → ναύτης / sailor

Ενικός

  • Ο ναύτης → ο ναύτης → NÁF-tis
  • Του ναύτη → του ναύτη → NÁF-ti
  • Τον ναύτη → τον ναύτη → NÁF-ti

Πληθυντικός

  • Οι ναύτες → οι ναύτες → NÁF-tes
  • Των ναυτών → των ναυτών → naf-TÓN
  • Τους ναύτες → τους ναύτες → NÁF-tes

🌸 ΘΗΛΥΚΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ

🟦 1. Μαθήτρια

μαθήτρια → ma-THÍ-tria → A = female student

Ενικός

  • Η μαθήτρια → the student (female) → ma-THÍ-tria
  • Της μαθήτριας → of the student → ma-THÍ-trias
  • Τη μαθήτρια → the student (object) → ma-THÍ-tria

Πληθυντικός

  • Οι μαθήτριες → the students (female) → ma-THÍ-tries
  • Των μαθητριών → of the students → ma-thi-TRIÓN
  • Τις μαθήτριες → the students (object) → ma-THÍ-tries

🟦 2. Αθλήτρια

αθλήτρια → a-THLÍ-tria → A = female athlete

Ενικός

  • Η αθλήτρια → the athlete (female) → a-THLÍ-tria
  • Της αθλήτριας → of the athlete → a-THLÍ-trias
  • Την αθλήτρια → the athlete (object) → a-THLÍ-tria

Πληθυντικός

  • Οι αθλήτριες → the athletes (female) → a-THLÍ-tries
  • Των αθλητριών → of the athletes → a-thli-TRIÓN
  • Τις αθλήτριες → the athletes (object) → a-THLÍ-tries

🟦 3. Εργάτρια

εργάτρια → er-GÁ-tria → A = female worker

Ενικός

  • Η εργάτρια → the worker (female) → er-GÁ-tria
  • Της εργάτριας → of the worker → er-GÁ-trias
  • Την εργάτρια → the worker (object) → er-GÁ-tria

Πληθυντικός

  • Οι εργάτριες → the workers (female) → er-GÁ-tries
  • Των εργατριών → of the workers → er-ga-TRIÓN
  • Τις εργάτριες → the workers (object) → er-GÁ-tries

🟦 4. Γυναίκα

γυναίκα → yi-NÉ-ka → A = woman

Ενικός

  • Η γυναίκα → the woman → yi-NÉ-ka
  • Της γυναίκας → of the woman → yi-NÉ-kas
  • Τη γυναίκα → the woman (object) → yi-NÉ-ka

Πληθυντικός

  • Οι γυναίκες → the women → yi-NÉ-kes
  • Των γυναικών → of the women → yi-ne-KÓN
  • Τις γυναίκες → the women (object) → yi-NÉ-kes

🟦 5. Ναύτισσα

ναύτισσα → NÁF-ti-sa → A = female sailor

Ενικός

  • Η ναύτισσα → the sailor (female) → NÁF-ti-sa
  • Της ναύτισσας → of the sailor → NÁF-ti-sas
  • Τη ναύτισσα → the sailor (object) → NÁF-ti-sa

Πληθυντικός

  • Οι ναύτισσες → the sailors (female) → NÁF-ti-ses
  • Των ναυτισσών → of the sailors → naf-ti-SÓN
  • Τις ναύτισσες → the sailors (object) → NÁF-ti-ses

🟦 6. Φοιτήτρια

φοιτήτρια → foi-TÍ-tria → A = female university student

Ενικός

  • Η φοιτήτρια → the student (female) → foi-TÍ-tria
  • Της φοιτήτριας → of the student → foi-TÍ-trias
  • Τη φοιτήτρια → the student (object) → foi-TÍ-tria

Πληθυντικός

  • Οι φοιτήτριες → the students (female) → foi-TÍ-tries
  • Των φοιτητριών → of the students → foi-ti-TRIÓN
  • Τις φοιτήτριες → the students (object) → foi-TÍ-tries

🟩 ΟΥΔΕΤΕΡΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ

🟦 1. Παιδί

παιδί → pe-DÍ → A = child

Ενικός

  • Το παιδί → the child → pe-DÍ
  • Του παιδιού → of the child → pe-di-YÚ
  • Το παιδί (αντικείμενο) → the child → pe-DÍ

Πληθυντικός

  • Τα παιδιά → the children → pe-THIÁ
  • Των παιδιών → of the children → pe-thi-ÓN
  • Τα παιδιά → the children (object) → pe-THIÁ

🟦 2. Δέντρο

δέντρο → DÉN-tro → A = tree

Ενικός

  • Το δέντρο → the tree → DÉN-tro
  • Του δέντρου → of the tree → DÉN-trou
  • Το δέντρο → the tree (object) → DÉN-tro

Πληθυντικός

  • Τα δέντρα → the trees → DÉN-tra
  • Των δέντρων → of the trees → DÉN-tron
  • Τα δέντρα → the trees (object) → DÉN-tra

🟦 3. Άστρο

άστρο → ÁS-tro → A = star

Ενικός

  • Το άστρο → the star → ÁS-tro
  • Του άστρου → of the star → ÁS-trou
  • Το άστρο → the star (object) → ÁS-tro

Πληθυντικός

  • Τα άστρα → the stars → ÁS-tra
  • Των άστρων → of the stars → ÁS-tron
  • Τα άστρα → the stars (object) → ÁS-tra

🟦 4. Βιβλίο

βιβλίο → vi-VLÍ-o → A = book

Ενικός

  • Το βιβλίο → the book → vi-VLÍ-o
  • Του βιβλίου → of the book → vi-vli-YÚ
  • Το βιβλίο → the book (object) → vi-VLÍ-o

Πληθυντικός

  • Τα βιβλία → the books → vi-VLÍ-a
  • Των βιβλίων → of the books → vi-vli-ÓN
  • Τα βιβλία → the books (object) → vi-VLÍ-a

🟦 5. Σπίτι

σπίτι → SPÍ-ti → A = house

Ενικός

  • Το σπίτι → the house → SPÍ-ti
  • Του σπιτιού → of the house → spi-TYÚ
  • Το σπίτι → the house (object) → SPÍ-ti

Πληθυντικός

  • Τα σπίτια → the houses → SPÍ-thia
  • Των σπιτιών → of the houses → spi-thi-ÓN
  • Τα σπίτια → the houses (object) → SPÍ-thia

🌟 1. Ουρανός

ουρανός → ou-ra-NÓS → A = sky

Ενικός

  • Ο ουρανός → the sky → ou-ra-NÓS
  • Του ουρανού → of the sky → ou-ra-NÚ
  • Τον ουρανό → the sky (object) → ou-ra-NÓ

Πληθυντικός

  • Οι ουρανοί → the skies → ou-ra-NÍ
  • Των ουρανών → of the skies → ou-ra-NÓN
  • Τους ουρανούς → the skies (object) → ou-ra-NÚS

🌟 2. Φίλος

φίλος → FÍ-los → A = friend (male)

Ενικός

  • Ο φίλος → the friend → FÍ-los
  • Του φίλου → of the friend → FÍ-lou
  • Τον φίλο → the friend (object) → FÍ-lo

Πληθυντικός

  • Οι φίλοι → the friends → FÍ-li
  • Των φίλων → of the friends → FÍ-lon
  • Τους φίλους → the friends (object) → FÍ-lous

🌟 3. Κίνδυνος

κίνδυνος → KÍN-thy-nos → A = danger

Ενικός

  • Ο κίνδυνος → the danger → KÍN-thy-nos
  • Του κινδύνου → of the danger → kin-DÍ-nou
  • Τον κίνδυνο → the danger (object) → KÍN-thy-no

Πληθυντικός

  • Οι κίνδυνοι → the dangers → KÍN-thy-ni
  • Των κινδύνων → of the dangers → kin-DÍ-non
  • Τους κινδύνους → the dangers (object) → KÍN-thy-nous

🌟 4. Αντίλαλος

αντίλαλος → an-TÍ-la-los → A = echo

Ενικός

  • Ο αντίλαλος → the echo → an-TÍ-la-los
  • Του αντίλαλου → of the echo → an-TÍ-la-lou
  • Τον αντίλαλο → the echo (object) → an-TÍ-la-lo

Πληθυντικός

  • Οι αντίλαλοι → the echoes → an-TÍ-la-li
  • Των αντιλάλων → of the echoes → an-ti-LÁ-lon
  • Τους αντιλάλους → the echoes (object) → an-TÍ-la-lous

🌟 5. Παππούς

παππούς → pa-POÚS → A = grandfather

Ενικός

  • Ο παππούς → the grandfather → pa-POÚS
  • Του παππού → of the grandfather → pa-POÚ
  • Τον παππού → the grandfather (object) → pa-POÚ

Πληθυντικός

  • Οι παππούδες → the grandfathers → pa-POÚ-thes
  • Των παππούδων → of the grandfathers → pa-pou-THÓN
  • Τους παππούδες → the grandfathers (object) → pa-POÚ-thes

ΑΝΩΜΑΛΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.Μυς,πρύτανης

🟥 1. Μυς

μυς → MÍS → A = muscle

Το ουσιαστικό μυς είναι ανώμαλο και έχει δύο τύπους:

  • ο μυς (νεοελληνικός)
  • ο μύς (λόγιος – αρχαϊκός)

Ενικός

  • Ο μυς → the muscle → MÍS
  • Του μυός → of the muscle → mi-ÓS
  • Τον μυ → the muscle (object) → MÍ

Πληθυντικός

  • Οι μύες → the muscles → MÍ-es
  • Των μυών → of the muscles → mi-ÓN
  • Τους μύες → the muscles (object) → MÍ-es

🟥 2. Πρύτανης

πρύτανης → PRÍ-ta-nis → A = rector / chief official

Ανώμαλο ουσιαστικό της αρχαίας ελληνικής, αλλά χρησιμοποιείται και σήμερα σε λόγιο ύφος.

Ενικός

  • Ο πρύτανης → the rector / chief → PRÍ-ta-nis
  • Του πρύτανη → of the rector → PRÍ-ta-ni
  • Τον πρύτανη → the rector (object) → PRÍ-ta-ni

Πληθυντικός

  • Οι πρυτάνεις → the rectors → pri-TÁ-nis
  • Των πρυτάνεων → of the rectors → pri-TÁ-ne-on

9

🌸 1. Μητέρα

μητέρα → mi-TÉ-ra → A = mother

Ενικός

  • Η μητέρα → the mother → mi-TÉ-ra
  • Της μητέρας → of the mother → mi-TÉ-ras
  • Τη μητέρα → the mother (object) → mi-TÉ-ra

Πληθυντικός

  • Οι μητέρες → the mothers → mi-TÉ-res
  • Των μητέρων → of the mothers → mi-TÉ-ron
  • Τις μητέρες → the mothers (object) → mi-TÉ-res

🌊 2. Θάλασσα

θάλασσα → THÁ-la-ssa → A = sea

Ενικός

  • Η θάλασσα → the sea → THÁ-la-ssa
  • Της θάλασσας → of the sea → THÁ-la-ssas
  • Τη θάλασσα → the sea (object) → THÁ-la-ssa

Πληθυντικός

  • Οι θάλασσες → the seas → THÁ-la-sses
  • Των θαλασσών → of the seas → tha-la-SSÓN
  • Τις θάλασσες → the seas (object) → THÁ-la-sses

🔌 3. Διακοπή

διακοπή → dia-ko-PÍ → A = interruption / break

Ενικός

  • Η διακοπή → the interruption → dia-ko-PÍ
  • Της διακοπής → of the interruption → dia-ko-PÍS
  • Τη διακοπή → the interruption (object) → dia-ko-PÍ

Πληθυντικός

  • Οι διακοπές → the interruptions / holidays → dia-ko-PÉS
  • Των διακοπών → of the interruptions → dia-ko-PÓN
  • Τις διακοπές → the interruptions (object) → dia-ko-PÉS

🏛️ 4. Κυβέρνηση

κυβέρνηση → ky-VÉR-ni-si → A = government

Ενικός

  • Η κυβέρνηση → the government → ky-VÉR-ni-si
  • Της κυβέρνησης → of the government → ky-VÉR-ni-sis
  • Την κυβέρνηση → the government (object) → ky-VÉR-ni-si

Πληθυντικός

  • Οι κυβερνήσεις → the governments → ky-VÉR-ni-sis
  • Των κυβερνήσεων → of the governments → ky-ver-NÍ-se-on
  • Τις κυβερνήσεις → the governments (object) → ky-VÉR-ni-sis

🏙️ 5. Πόλη

πόλη → PÓ-li → A = city

Ενικός

  • Η πόλη → the city → PÓ-li
  • Της πόλης → of the city → PÓ-lis
  • Την πόλη → the city (object) → PÓ-li

Πληθυντικός

  • Οι πόλεις → the cities → PÓ-lis
  • Των πόλεων → of the cities → PÓ-le-on
  • Τις πόλεις → the cities (object) → PÓ-lis

🌺 6. Αργυρώ (κύριο όνομα)

Αργυρώ → ar-gy-RÓ → A = female name

Ενικός

  • Η Αργυρώ → Argyro → ar-gy-RÓ
  • Της Αργυρώς → of Argyro → ar-gy-RÓS
  • Την Αργυρώ → Argyro (object) → ar-gy-RÓ

(Δεν έχει πληθυντικό, είναι κύριο όνομα.)

🔔 7. Ηχώ

ηχώ → i-HÓ → A = echo (feminine) Ανώμαλο θηλυκό.

Ενικός

  • Η ηχώ → the echo → i-HÓ
  • Της ηχούς → of the echo → i-HOÚS
  • Την ηχώ → the echo (object) → i-HÓ

Πληθυντικός

  • Οι ηχοί → the echoes → i-HÍ
  • Των ηχών → of the echoes → i-HÓN
  • Τις ηχούς → the echoes (object) → i-HOÚS

🌙 8. Λητώ (αρχαίο κύριο όνομα)

Λητώ → li-TÓ → A = Leto (mythology)

Ενικός

  • Η Λητώ → Leto → li-TÓ
  • Της Λητώς → of Leto → li-TÓS
  • Τη Λητώ → Leto (object) → li-TÓ

(Δεν έχει πληθυντικό.)

👵 9. Γιαγιά

γιαγιά → ya-YÁ → A = grandmother

Ενικός

  • Η γιαγιά → the grandmother → ya-YÁ
  • Της γιαγιάς → of the grandmother → ya-YÁS
  • Τη γιαγιά → the grandmother (object) → ya-YÁ

Πληθυντικός

  • Οι γιαγιάδες → the grandmothers → ya-YÁ-des
  • Των γιαγιάδων → of the grandmothers → ya-yá-THON
  • Τις γιαγιάδες → the grandmothers (object) → ya-YÁ-des

🦊 10. Αλεπού

αλεπού → a-le-PÓU → A = fox

Ενικός

  • Η αλεπού → the fox → a-le-PÓU
  • Της αλεπούς → of the fox → a-le-POÚS
  • Την αλεπού → the fox (object) → a-le-PÓU

Πληθυντικός

  • Οι αλεπούδες → the foxes → a-le-PÓU-thes
  • Των αλεπούδων → of the foxes → a-le-pou-THÓN
  • Τις αλεπούδες → the foxes (object) → a-le-PÓU-thes

🟩 1. Βουνό

βουνό → vou-NÓ → A = mountain

Ενικός

  • Το βουνό → the mountain → vou-NÓ
  • Του βουνού → of the mountain → vou-NÚ
  • Το βουνό (object) → the mountain → vou-NÓ

Πληθυντικός

  • Τα βουνά → the mountains → vou-NÁ
  • Των βουνών → of the mountains → vou-NÓN
  • Τα βουνά → the mountains (object) → vou-NÁ

🟩 2. Δέντρο

δέντρο → DÉN-tro → A = tree

Ενικός

  • Το δέντρο → the tree → DÉN-tro
  • Του δέντρου → of the tree → DÉN-trou
  • Το δέντρο → the tree (object) → DÉN-tro

Πληθυντικός

  • Τα δέντρα → the trees → DÉN-tra
  • Των δέντρων → of the trees → DÉN-tron
  • Τα δέντρα → the trees (object) → DÉN-tra

🟩 3. Θέατρο

θέατρο → THÉ-a-tro → A = theatre

Ενικός

  • Το θέατρο → the theatre → THÉ-a-tro
  • Του θεάτρου → of the theatre → the-Á-trou
  • Το θέατρο → the theatre (object) → THÉ-a-tro

Πληθυντικός

  • Τα θέατρα → the theatres → THÉ-a-tra
  • Των θεάτρων → of the theatres → the-Á-tron
  • Τα θέατρα → the theatres (object) → THÉ-a-tra

🟩 4. Μέτωπο

μέτωπο → MÉ-to-po → A = forehead / front / front line

Ενικός

  • Το μέτωπο → the forehead / front → MÉ-to-po
  • Του μετώπου → of the forehead → me-TÓ-pou
  • Το μέτωπο → the forehead (object) → MÉ-to-po

Πληθυντικός

  • Τα μέτωπα → the foreheads / fronts → MÉ-to-pa
  • Των μετώπων → of the foreheads → me-TÓ-pon
  • Τα μέτωπα → the foreheads (object) → MÉ-to-pa

🟩 5. Χωριό

χωριό → cho-RIÓ → A = village

Ενικός

  • Το χωριό → the village → cho-RIÓ
  • Του χωριού → of the village → cho-rYÚ
  • Το χωριό → the village (object) → cho-RIÓ

Πληθυντικός

  • Τα χωριά → the villages → cho-RIÁ
  • Των χωριών → of the villages → cho-ri-ÓN
  • Τα χωριά → the villages (object) → cho-RIÁ

🟩 6. Έδαφος

έδαφος → É-da-fos → A = ground / soil

Ενικός

  • Το έδαφος → the ground → É-da-fos
  • Του εδάφους → of the ground → e-DÁ-fous
  • Το έδαφος → the ground (object) → É-da-fos

Πληθυντικός

  • Τα εδάφη → the grounds / soils → e-DÁ-fi
  • Των εδαφών → of the grounds → e-da-FÓN
  • Τα εδάφη → the grounds (object) → e-DÁ-fi

🟩 7. Σώμα

σώμα → SÓ-ma → A = body

Ενικός

  • Το σώμα → the body → SÓ-ma
  • Του σώματος → of the body → SÓ-ma-tos
  • Το σώμα → the body (object) → SÓ-ma

Πληθυντικός

  • Τα σώματα → the bodies → SÓ-ma-ta
  • Των σωμάτων → of the bodies → so-MÁ-ton
  • Τα σώματα → the bodies (object) → SÓ-ma-ta

🟩 8. Μηχάνημα

μηχάνημα → mi-HÁ-ni-ma → A = machine

Ενικός

  • Το μηχάνημα → the machine → mi-HÁ-ni-ma
  • Του μηχανήματος → of the machine → mi-cha-NÍ-ma-tos
  • Το μηχάνημα → the machine (object) → mi-HÁ-ni-ma

Πληθυντικός

  • Τα μηχανήματα → the machines → mi-cha-NÍ-ma-ta
  • Των μηχανημάτων → of the machines → mi-cha-ni-MÁ-ton
  • Τα μηχανήματα → the machines (object) → mi-cha-NÍ-ma-ta

🟩 9. Κρέας

κρέας → KRÉ-as → A = meat

Ενικός

  • Το κρέας → the meat → KRÉ-as
  • Του κρέατος → of the meat → KRÉ-a-tos
  • Το κρέας → the meat (object) → KRÉ-as

Πληθυντικός

  • Τα κρέατα → the meats → KRÉ-a-ta
  • Των κρεάτων → of the meats → kre-Á-ton
  • Τα κρέατα → the meats (object) → KRÉ-a-ta

🟩 10. Φως

φως → FÓS → A = light

Ενικός

  • Το φως → the light → FÓS
  • Του φωτός → of the light → fo-TÓS
  • Το φως → the light (object) → FÓS

Πληθυντικός

  • Τα φώτα → the lights → FÓ-ta
  • Των φώτων → of the lights → FÓ-ton
  • Τα φώτα → the lights (object) → FÓ-ta

🟩 11. Ενδιαφέρον

ενδιαφέρον → en-thia-FÉ-ron → A = interest

Ενικός

  • Το ενδιαφέρον → the interest → en-thia-FÉ-ron
  • Του ενδιαφέροντος → of the interest → en-thia-fe-RÓN-tos
  • Το ενδιαφέρον → the interest (object) → en-thia-FÉ-ron

Πληθυντικός

  • Τα ενδιαφέροντα → the interests → en-thia-FÉ-ron-ta
  • Των ενδιαφερόντων → of the interests → en-thia-fe-RÓN-ton
  • Τα ενδιαφέροντα → the interests (object) → en-thia-FÉ-ron-ta

🟦 1. Βράχος

βράχος → VRÁ-chos → A = rock

Ενικός

  • Ο βράχος → the rock → VRÁ-chos
  • Του βράχου → of the rock → VRÁ-chou
  • Τον βράχο → the rock (object) → VRÁ-cho

Πληθυντικός

  • Οι βράχοι → the rocks → VRÁ-chi
  • Των βράχων → of the rocks → VRÁ-chon
  • Τους βράχους → the rocks (object) → VRÁ-chous

🟦 2. Δεσμός

δεσμός → des-MÓS → A = bond / tie / connection

Ενικός

  • Ο δεσμός → the bond → des-MÓS
  • Του δεσμού → of the bond → des-MÚ
  • Τον δεσμό → the bond (object) → des-MÓ

Πληθυντικός

  • Οι δεσμοί → the bonds → des-MÍ
  • Των δεσμών → of the bonds → des-MÓN
  • Τους δεσμούς → the bonds (object) → des-MÚS

🟦 3. Καπνός

καπνός → kap-NÓS → A = smoke

Ενικός

  • Ο καπνός → the smoke → kap-NÓS
  • Του καπνού → of the smoke → kap-NÚ
  • Τον καπνό → the smoke (object) → kap-NÓ

Πληθυντικός

  • Οι καπνοί → the smokes → kap-NÍ
  • Των καπνών → of the smokes → kap-NÓN
  • Τους καπνούς → the smokes (object) → kap-NÚS

🟦 4. Λαιμός

λαιμός → le-MÓS → A = neck / throat

Ενικός

  • Ο λαιμός → the neck → le-MÓS
  • Του λαιμού → of the neck → le-MÚ
  • Τον λαιμό → the neck (object) → le-MÓ

Πληθυντικός

  • Οι λαιμοί → the necks → le-MÍ
  • Των λαιμών → of the necks → le-MÓN
  • Τους λαιμούς → the necks (object) → le-MÚS

🟦 5. Λαγός

λαγός → la-GÓS → A = hare

Ενικός

  • Ο λαγός → the hare → la-GÓS
  • Του λαγού → of the hare → la-GÚ
  • Τον λαγό → the hare (object) → la-GÓ

Πληθυντικός

  • Οι λαγοί → the hares → la-GÍ
  • Των λαγών → of the hares → la-GÓN
  • Τους λαγούς → the hares (object) → la-GÚS

🟦 6. Πλούτος

πλούτος → PLÚ-tos → A = wealth

Ενικός

  • Ο πλούτος → the wealth → PLÚ-tos
  • Του πλούτου → of the wealth → PLÚ-tou
  • Τον πλούτο → the wealth (object) → PLÚ-to

Πληθυντικός

  • Οι πλούτοι → the riches → PLÚ-ti
  • Των πλούτων → of the riches → PLÚ-ton
  • Τους πλούτους → the riches (object) → PLÚ-tous

🟦 7. Χρόνος

χρόνος → HRÓ-nos → A = time

Ενικός

  • Ο χρόνος → the time → HRÓ-nos
  • Του χρόνου → of the time → HRÓ-nou
  • Τον χρόνο → the time (object) → HRÓ-no

Πληθυντικός

  • Οι χρόνοι → the times → HRÓ-ni
  • Των χρόνων → of the times → HRÓ-non
  • Τους χρόνους → the times (object) → HRÓ-nous

🟦 8. Νιότη

νιότη → NYÓ-ti → A = youth

Ενικός

  • Η νιότη → the youth → NYÓ-ti
  • Της νιότης → of the youth → NYÓ-tis
  • Τη νιότη → the youth (object) → NYÓ-ti

Πληθυντικός

(Η λέξη σπάνια χρησιμοποιείται σε πληθυντικό, αλλά υπάρχει λόγιος τύπος.)

  • Οι νιότητες → the youths → NYÓ-ti-es
  • Των νιοτήτων → of the youths → nyo-TÍ-ton
  • Τις νιότητες → the youths (object) → NYÓ-ti-es

ΟΜΑΔΕΣ ΕΠΙΘΕΤΩΝ

ψηλός — ψηλή — ψηλό

psi–los — psi–li — psi–lo

tall

2️⃣ Ομάδα –ος, –α, –ο (θηλυκό σε –α)

μεγάλος — μεγάλη — μεγάλο

me–ga–los — me–ga–li — me–ga–lo

big / large

μικρός — μικρή — μικρό

mi–kros — mi–kri — mi–kro

small / little

ωραίος — ωραία — ωραίο

o–re–os — o–re–a — o–re–o

nice / beautiful

3️⃣ Ομάδα –ικός, –ική, –ικό

εθνικός — εθνική — εθνικό

eth–ni–kos — eth–ni–ki — eth–ni–ko

national

οικογενειακός — οικογενειακή — οικογενειακό

o–i–ko–ge–ni–a–kos — o–i–ko–ge–ni–a–ki — o–i–ko–ge–ni–a–ko

family-related

4️⃣ Ομάδα –ύς, –ιά, –ύ (λόγια)

γλυκύς — γλυκιά — γλυκύ

gly–kys — gly–kia — gly–ky

sweet

βαθύς — βαθιά — βαθύ

va–thys — va–thia — va–thy

deep

5️⃣ Ομάδα ουδέτερα –ο / –ι (διγενή)

σταθερό — σταθερή — σταθερός

sta–the–ro — sta–the–ri — sta–the–ros

stable

ελαφρύ — ελαφριά — ελαφρύς

e–la–fry — e–la–fri–a — e–la–frys

light (weight)

6️⃣ Αμετάβλητα επίθετα (ξενικά — ένα γένος για όλα)

μπλε — ble — blue

ροζ — roz — pink

μοβ — mov — purple

μοντέρν — mon–dern — modern

(ίδιος τύπος για αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο)

7️⃣ Μονογενή επίθετα

έγκυος (μόνο θηλυκό)

en–gi–os

pregΕΠΙΘΕΤΑ ΣΕ –ύς, –εία, –ύ (λόγια)

και 🌟 ΕΠΙΘΕΤΑ ΣΕ –ης, –ες (τρίτη κλίση)**

Με όλους τους τύπους, φωνητική απόδοση, αγγλική σημασία.

1️⃣ ΕΠΙΘΕΤΑ ΣΕ –ύς, –εία, –ύ

(λόγια, αρχαϊκής προέλευσης — τριγενή)

Παράδειγμα: γλυκύς — γλυκεία — γλυκύ

gly–KÝS — gly–KEI–a — gly–KÝ sweet

Κλίση

Αρσενικό (σε –ύς)

  • ὀνομ.: γλυκύς
  • γενικ.: γλυκέος / γλυκέως
  • δοτικ.: γλυκεῖ
  • αιτιατ.: γλυκύν
  • κλητ.: γλυκύ

Θηλυκό (σε –εία)

  • ὀνομ.: γλυκεία
  • γενικ.: γλυκείας
  • δοτικ.: γλυκείᾳ
  • αιτιατ.: γλυκείαν
  • κλητ.: γλυκεία

Ουδέτερο (σε –ύ)

  • ὀνομ.: γλυκύ
  • γενικ.: γλυκέος / γλυκέως
  • δοτικ.: γλυκεῖ
  • αιτιατ.: γλυκύ
  • κλητ.: γλυκύ

Άλλα παραδείγματα της ίδιας ομάδας

βαθύς — βαθεία — βαθύ

va–THÝS — va–THEI–a — va–THÝ deep

πλατύς — πλατεία — πλατύ

pla–TÝS — pla–TEI–a — pla–TÝ wide

2️⃣ ΕΠΙΘΕΤΑ ΣΕ –ης, –ες

(τρίτη κλίση — διγενή: αρσενικό/θηλυκό σε –ης, ουδέτερο σε –ες)

Παράδειγμα: ἀληθής — ἀληθές

a–li–THÍS — a–li–THÉS true

Κλίση

Αρσενικό / Θηλυκό (σε –ης)

  • ὀνομ.: ἀληθής
  • γενικ.: ἀληθοῦς
  • δοτικ.: ἀληθεῖ
  • αιτιατ.: ἀληθῆ
  • κλητ.: ἀληθές

Ουδέτερο (σε –ες)

  • ὀνομ.: ἀληθές
  • γενικ.: ἀληθοῦς
  • δοτικ.: ἀληθεῖ
  • αιτιατ.: ἀληθές
  • κλητ.: ἀληθές

Άλλα παραδείγματα της ίδιας ομάδας

σαφής — σαφές

sa–FÍS — sa–FÉS clear

ευγενής — ευγενές

ev–ge–NÍS — ev–ge–NÉS noble / polite

ταχύς — ταχέος / ταχέως — ταχύ

ta–HÝS — ta–HE–os — ta–HÝ fast

naΕΠΙΘΕΤΟ: πολύς — πολλή — πολύ

po–LÝS — po–LÍ — po–LÝ

much / many / a lot 

much / many / a lot

Ενικός

πολύς — po–LÝS

πολλού — po–llÚ

πολλώ — po–llÓ

πολύ / πολύν — po–LÝ / po–LÍN

πολύς — po–LÝS

Πληθυντικός

πολλοί — po–llÍ

πολλών — po–llÓN

πολλοίς — po–llÍs

πολλούς — po–llÚs

πολλοί — po–llÍ

2️⃣ ΘΗΛΥΚΟ — πολλή (po–LÍ)

Ενικός

πολλή — po–LÍ

πολλής — po–llÍs

πολλή — po–LÍ

πολλήν — po–LÍN

πολλή — po–LÍ

Πληθυντικός

πολλές — po–llÉS

πολλών — po–llÓN

πολλαίς — po–llÉs

πολλές — po–llÉS

πολλές — po–llÉS

3️⃣ ΟΥΔΕΤΕΡΟ — πολύ (po–LÝ)

Ενικός

πολύ — po–LÝ

πολλού — po–llÚ

πολλώ — po–llÓ

πολύ — po–LÝ

πολύ — po–LÝ

Πληθυντικός

πολλά — po–llÁ

πολλών — po–llÓN

πολλοίς — po–llÍs

πολλά — po–llÁ

πολλά — po–llÁ🌟

 Σύντομη παιδαγωγική σημείωση

Το επίθετο πολύς:

έχει ανώμαλη κλίση,

συνδυάζεται συχνά με ουσιαστικά:

πολύς χρόνος

πολλή δουλειά

πολύ νερό

και λειτουργεί και ως επίρρημα:

«Μου αρέσει πολύ».

ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΑ ΕΠΙΘΕΤΩΝ  (θετικός, συγκριτικός ,υπερθετικός αριθμός)

όμορφος — ομορφότερος — ο ομορφότερος

o–mor–fos — o–mor–FÓ–te–ros — o o–mor–FÓ–te–ros 

beautiful — more beautiful — most beautiful

3️⃣ καλός — καλύτερος — ο καλλίτερος (καλύτερος)

ka–LÓS — ka–LÍ–te–ros — o ka–LÍ–te–ros 

good — better — best

4️⃣ μεγάλος — μεγαλύτερος — ο μεγαλύτερος

me–GÁ–los — me–ga–LÍ–te–ros — o me–ga–LÍ–te–ros 

big — bigger — biggest

5️⃣ μικρός — μικρότερος — ο μικρότερος

mi–KRÓS — mi–KRO–te–ros — o mi–KRO–te–ros 

small — smaller — smallest

6️⃣ γλυκύς — γλυκύτερος — ο γλυκύτερος

gly–KÝS — gly–KÍ–te–ros — o gly–KÍ–te–ros 

sweet — sweeter — sweetest

7️⃣ αληθής — αληθέστερος — ο αληθέστερος

a–li–THÍS — a–li–THÉ–ste–ros — o a–li–THÉ–ste–ros 

true — truer — truest

δεν έχουν  θετικό κατώτερος, κατώτατος, ανώτερος ,ανώτατος

άλλα δεν έχουν θετικό και υπερθετικό, προγενέστερος,  μεταγενέστερος.

Ανώμαλα.καλός-καλλίτερος, άριστος [κάλλιστος]

Λίγος-λιγότερος-ελάχιστος, μεγάλος-μεγαλύτερος-μέγιστος

Μικρός- μικρότερος-ελάχιστος.

🌟 1. Προσωπικές Αντωνυμίες

(δηλώνουν πρόσωπα)

Ενικός

εγώ — e–gÓ

εσύ — e–SÍ

αυτός / αυτή / αυτό — a–FTÓS / a–FTÍ / a–FTÓ

Πληθυντικός

εμείς — e–MÍS

εσείς — e–SÍS

αυτοί / αυτές / αυτά — a–FTÍ / a–FTÉS / a–FTÁ

🌟 2. Κτητικές Αντωνυμίες

(δηλώνουν κτήση)

μου — MU

σου — SU

του / της / του — TU / TIS / TU

μας — MAS

σας — SAS

τους — TUS

🌟 3. Δεικτικές Αντωνυμίες

(δείχνουν πρόσωπα/αντικείμενα)

αυτός / αυτή / αυτό — a–FTÓS / a–FTÍ / a–FTÓ

εκείνος / εκείνη / εκείνο — e–KÍ–nos / e–KÍ–ni / e–KÍ–no

τούτος / τούτη / τούτο — TÚ–tos / TÚ–ti / TÚ–to

🌟 4. Ερωτηματικές Αντωνυμίες

(χρησιμοποιούνται σε ερωτήσεις)

ποιος / ποια / ποιο — PI–os / PI–a / PI–o

τι — TI

πόσος / πόση / πόσο — PÓ–sos / PÓ–si / PÓ–so

🌟 5. Αόριστες Αντωνυμίες

(δηλώνουν αοριστία)

κάποιος / κάποια / κάποιο — KÁ–pi–os / KÁ–pi–a / KÁ–pi–o

κανένας / καμία / κανένα — ka–NÉ–nas / ka–MÍ–a / ka–NÉ–na

τίποτα — TÍ–po–ta

κάτι — KÁ–ti

ορισμένοι / ορισμένες / ορισμένα — o–ri–SMÉ–ni / o–ri–SMÉ–nes / o–ri–SMÉ–na

🌟 6. Αναφορικές Αντωνυμίες

(εισάγουν δευτερεύουσες προτάσεις)

που — PU

ο οποίος / η οποία / το οποίο — o o–PI–os / i o–PI–a / to o–PI–o

όποιος / όποια / όποιο — Ó–pi–os / Ó–pi–a / Ó–pi–o

🌟 7. Αμοιβαίες Αντωνυμίες

(δηλώνουν αμοιβαιότητα)

ο ένας τον άλλον — o É–nas ton Á–lon

οι ένας τους άλλους — i É–nas tus Á–lus

🌟 8. Αυτοπαθείς Αντωνυμίες

(δηλώνουν επιστροφή στο ίδιο πρόσωπο)

ο εαυτός μου — o e–af–TÓS mu

ο εαυτός σου — o e–af–TÓS su

ο εαυτός του — o e–af–TÓS tu

🌟 9. Προσδιοριστικές Αντωνυμίες

(δηλώνουν ποσότητα/ταυτότητα)

ίδιος / ίδια / ίδιο — Í–di–os / Í–di–a / Í–di–o

όλος / όλη / όλο — Ó–los / Ó–li / Ó–lo

καθένας / καθεμία / καθένα — ka–THÉ–nas / ka–the–MÍ–a / ka–THÉ–na

🌟 10. Επαναληπτικές Αντωνυμίες

(δηλώνουν επανάληψη)

ο ίδιος — o Í–di–os

η ίδια — i Í–di–a

το ίδιο — to Í–di–o

nas ton Á–lon — o e–af–TÓS mu

🌟 ΑΠΟΛΥΤΑ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΑ

(δηλώνουν ακριβή ποσότητα: 1, 2, 3…)

Με φωνητική γραφή (συλλαβισμένη).

1–10 (Βασικά)

ένα — é–na 

δύο — DÍ–o 

τρία — TRÍ–a 

τέσσερα — TÉ–se–ra 

πέντε — PÉN–te 

έξι — É–ksi 

επτά — e–PTÁ 

οκτώ — o–KTÓ 

εννέα — e–NÉ–a 

δέκα — DÉ–ka

11–19

έντεκα — ÉN–te–ka 

δώδεκα — DÓ–de–ka 

δεκατρία — de–ka–TRÍ–a 

δεκατέσσερα — de–ka–TÉ–se–ra 

δεκαπέντε — de–ka–PÉN–te 

δεκαέξι — de–ka–É–ksi 

δεκαεπτά — de–ka–e–PTÁ 

δεκαοκτώ — de–ka–o–KTÓ 

δεκαεννέα — de–ka–e–NÉ–a

20–90 (δεκάδες)

είκοσι — Í–ko–si 

τριάντα — tri–ÁN–ta 

σαράντα — sa–RÁN–ta 

πενήντα — pe–NÍN–ta 

εξήντα — e–XÍN–ta 

εβδομήντα — ev–do–MÍN–ta 

ογδόντα — og–DÓN–ta 

ενενήντα — e–ne–NÍN–ta

100–900 (εκατοντάδες)

εκατό — e–ka–TÓ 

διακόσια — di–A–KÓ–si–a 

τριακόσια — tri–a–KÓ–si–a 

τετρακόσια — te–tra–KÓ–si–a 

πεντακόσια — pen–ta–KÓ–si–a 

εξακόσια — e–xa–KÓ–si–a 

επτακόσια — ep–ta–KÓ–si–a 

οκτακόσια — ok–ta–KÓ–si–a 

εννιακόσια — en–ni–a–KÓ–si–a

1000–10.000

χίλια — HÍ–li–a 

δύο χιλιάδες — DÍ–o hi–LI–a–des 

τρεις χιλιάδες — TRÍS hi–LI–a–des 

δέκα χιλιάδες — DÉ–ka hi–LI–a–des

Μεγάλοι αριθμοί

εκατομμύριο — e–ka–to–MÍ–ri–o 

δισεκατομμύριο — di–se–ka–to–MÍ–ri–o 

τρισεκατομμύριο — tri–se–ka–to–MÍ–ri–o

🌟 ΟΡΙΖΟΝΤΙΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ (όπως τη θέλεις για μάθημα)

ένα — δύο — τρία — τέσσερα — πέντε 

é–na — DÍ–o — TRÍ–a — TÉ–se–ra — PÉN–te

έξι — επτά — οκτώ — εννέα — δέκα 

É–ksi — e–PTÁ — o–KTÓ — e–NÉ–a — DÉ–ka

είκοσι — τριάντα — σαράντα — πενήντα 

Í–ko–si — tri–ÁN–ta — sa–RÁN–ta — pe–NÍN–ta

εκατό — χίλια — εκατομμύριο 

e–ka–TÓ — HÍ–li–a — e–ka–to–MÍ–ri–o  🌟 ΚΛΙΣΗ «ένας – μία – ένα»

é–nas — MÍ–a — É–na 

(one)

1️⃣ ΑΡΣΕΝΙΚΟ — «ένας»

é–nas

Ενικός

Ονομαστική: ένας — É–nas

Γενική: ενός — e–NÓS

Αιτιατική: έναν — É–nan

Κλητική: (ένας) — É–nas

2️⃣ ΘΗΛΥΚΟ — «μία» / «μια»

MÍ–a / m–IA

Ενικός

Ονομαστική: μία / μια — MÍ–a / m–IA

Γενική: μίας / μιας — MÍ–as / m–Ias

Αιτιατική: μία / μια — MÍ–a / m–IA

Κλητική: (μία) — MÍ–a

3️⃣ ΟΥΔΕΤΕΡΟ — «ένα»

É–na

Ενικός

Ονομαστική: ένα — É–na

Γενική: ενός — e–NÓS

Αιτιατική: ένα — É–na

Κλητική: (ένα) — É–na

ΡΗΜΑ “έχω” — ΟΛΟΙ ΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

Ενεστώτας (τώρα)

έχω — é–cho

εγώ έχω — É–cho

εσύ έχεις — É–chis

αυτός έχει — É–chi

εμείς έχουμε — É–chu–me

εσείς έχετε — É–che–te

αυτοί έχουν — É–chun

Παρατατικός (παλιά, συνήθεια)

είχα — Í–cha

εγώ είχα — Í–cha

εσύ είχες — Í–ches

αυτός είχε — Í–che

εμείς είχαμε — Í–cha–me

εσείς είχατε — Í–cha–te

αυτοί είχαν — Í–chan

Μέλλοντας (θα…)

Μέλλοντας εξακολουθητικός

θα έχω — tha É–cho

εγώ θα έχω

εσύ θα έχεις

αυτός θα έχει

εμείς θα έχουμε

εσείς θα έχετε

αυτοί θα έχουν

Μέλλοντας στιγμιαίος

θα έχω — ίδιος τύπος 

(το ρήμα “έχω” δεν αλλάζει μορφή)

Αόριστος (μια φορά στο παρελθόν)

είχα — ίδιος με παρατατικό 

Το ρήμα δεν έχει ξεχωριστό αόριστο, χρησιμοποιούμε είχα.

Παρακείμενος (έχω + μετοχή)

έχω + έχει / είχα → δεν σχηματίζει μετοχή 

Το ρήμα έχω δεν σχηματίζει παρακείμενο με μετοχή.

Χρησιμοποιούμε περιφραστικά:

έχω ήδη…

έχω αποκτήσει…

Υπερσυντέλικος

Δεν σχηματίζεται.

Συντελεσμένοι χρόνοι (περιφραστικά)

θα έχω… (μέλλοντας συντελεσμένος)

είχα… (υπερσυντέλικος περιφραστικός)

έχω — είχα — θα έχω 

É–cho — Í–cha — tha É–cho

έχεις — είχες — θα έχεις 

É–chis — Í–ches — tha É–chis

έχει — είχε — θα έχει 

É–chi — Í–che — tha É–chi

έχουμε — είχαμε — θα έχουμε 

É–chu–me — Í–cha–me — tha É–chu–me

έχετε — είχατε — θα έχετε 

É–che–te — Í–cha–te — tha É–che–te

έχουν — είχαν — θα έχουν 

É–chun — Í–chan — tha É–chun

🌟 ΡΗΜΑ: χάνομαι

chá–no–me 

(I get lost / disappear)

1️⃣ Ενεστώτας (τώρα)

χάνομαι — chá–no–me

εγώ χάνομαι — chá–no–me

εσύ χάνεσαι — CHÁ–ne–se

αυτός χάνεται — CHÁ–ne–te

εμείς χανόμαστε — cha–NÓ–ma–ste

εσείς χανεστε — CHÁ–ne–ste

αυτοί χάνονται — CHÁ–non–de

2️⃣ Παρατατικός (παλιά, συνήθεια)

χανόμουν — cha–NÓ–mun

εγώ χανόμουν — cha–NÓ–mun

εσύ χανόσουν — cha–NÓ–sun

αυτός χανόταν — cha–NÓ–tan

εμείς χανόμασταν — cha–NÓ–ma–stan

εσείς χανόσασταν — cha–NÓ–sa–stan

αυτοί χάνονταν — CHÁ–non–tan

3️⃣ Αόριστος (μια φορά στο παρελθόν)

χάθηκα — HÁ–thi–ka

εγώ χάθηκα — HÁ–thi–ka

εσύ χάθηκες — HÁ–thi–kes

αυτός χάθηκε — HÁ–thi–ke

εμείς χαθήκαμε — cha–THÍ–ka–me

εσείς χαθήκατε — cha–THÍ–ka–te

αυτοί χάθηκαν — HÁ–thi–kan

4️⃣ Μέλλοντας στιγμιαίος (θα…)

θα χαθώ — tha cha–THÓ

εγώ θα χαθώ — tha cha–THÓ

εσύ θα χαθείς — tha cha–THÍS

αυτός θα χαθεί — tha cha–THÍ

εμείς θα χαθούμε — tha cha–THÚ–me

εσείς θα χαθείτε — tha cha–THÍ–te

αυτοί θα χαθούν — tha cha–THÚN

5️⃣ Μέλλοντας εξακολουθητικός (θα…)

θα χάνομαι — tha CHÁ–no–me

εγώ θα χάνομαι

εσύ θα χάνεσαι

αυτός θα χάνεται

εμείς θα χανόμαστε

εσείς θα χάνεστε

αυτοί θα χάνονται

6️⃣ Παρακείμενος (έχω + μετοχή)

έχω χαθεί — É–cho cha–THÍ

εγώ έχω χαθεί

εσύ έχεις χαθεί

αυτός έχει χαθεί

εμείς έχουμε χαθεί

εσείς έχετε χαθεί

αυτοί έχουν χαθεί

7️⃣ Υπερσυντέλικος

είχα χαθεί — Í–cha cha–THÍ

εγώ είχα χαθεί

εσύ είχες χαθεί

αυτός είχε χαθεί

εμείς είχαμε χαθεί

εσείς είχατε χαθεί

αυτοί είχαν χαθεί

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ «δροσίζω»

Το ρήμα δροσίζω είναι κανονικό, της β΄ συζυγίας.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας: δροσίζω

Παρατατικός: δρόσιζα

Αόριστος: δρόσισα

Μέλλοντας στιγμιαίος: θα δροσίσω

Μέλλοντας εξακολουθητικός: θα δροσίζω

Παρακείμενος: έχω δροσίσει

Υπερσυντέλικος: είχα δροσίσει

Μέλλοντας συντελεσμένος: θα έχω δροσίσει

Παθητική φωνή

Ενεστώτας: δροσίζομαι

Παρατατικός: δροσίζομουν

Αόριστος: δροσίστηκα

Μέλλοντας στιγμιαίος: θα δροσιστώ

Μέλλοντας εξακολουθητικός: θα δροσίζομαι

Παρακείμενος: έχω δροσιστεί

Υπερσυντέλικος: είχα δροσιστεί

Μέλλοντας συντελεσμένος: θα έχω δροσιστεί

🌟 ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΑΝΩΜΑΛΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ

(Ενεργητική + Παθητική όπου υπάρχει)

1️⃣ είμαι

(μόνο μετοχές – δεν έχει αόριστο)

Ενεστώτας: είμαι

Παρατατικός: ήμουν

Μέλλοντας: θα είμαι

Παρακείμενος: έχω υπάρξει

Υπερσυντέλικος: είχα υπάρξει

2️⃣ έχω

(δεν έχει αόριστο)

Ενεστώτας: έχω

Παρατατικός: είχα

Μέλλοντας: θα έχω

Παρακείμενος: έχω έχει

Υπερσυντέλικος: είχα έχει

3️⃣ κάνω → έκανα

(αλλαγή θέματος)

Ενεστώτας: κάνω

Παρατατικός: έκανα

Αόριστος: έκανα

Μέλλοντας: θα κάνω

Παρακείμενος: έχω κάνει

4️⃣ λέω → είπα

(δύο θέματα: λε– / ειπ–)

Ενεστώτας: λέω

Παρατατικός: έλεγα

Αόριστος: είπα

Μέλλοντας: θα πω

Παρακείμενος: έχω πει

5️⃣ βλέπω → είδα

(δύο θέματα: βλεπ– / ιδ–)

Ενεστώτας: βλέπω

Παρατατικός: έβλεπα

Αόριστος: είδα

Μέλλοντας: θα δω

Παρακείμενος: έχω δει

6️⃣ βρίσκω → βρήκα

(δύο θέματα: βρισκ– / βρη–)

Ενεστώτας: βρίσκω

Παρατατικός: έβρισκα

Αόριστος: βρήκα

Μέλλοντας: θα βρω

Παρακείμενος: έχω βρει

7️⃣ τρώω → έφαγα

(τρία θέματα: τρω– / φαγ– / φα–)

Ενεστώτας: τρώω

Παρατατικός: έτρωγα

Αόριστος: έφαγα

Μέλλοντας: θα φάω

Παρακείμενος: έχω φάει

8️⃣ πίνω → ήπια

(δύο θέματα: πιν– / πι–)

Ενεστώτας: πίνω

Παρατατικός: έπινα

Αόριστος: ήπια

Μέλλοντας: θα πιω

Παρακείμενος: έχω πιει

9️⃣ φεύγω → έφυγα

(δύο θέματα: φευγ– / φυγ–)

Ενεστώτας: φεύγω

Παρατατικός: έφευγα

Αόριστος: έφυγα

Μέλλοντας: θα φύγω

Παρακείμενος: έχω φύγει

🔟 παίρνω → πήρα

(δύο θέματα: περ– / πηρ–)

Ενεστώτας: παίρνω

Παρατατικός: έπαιρνα

Αόριστος: πήρα

Μέλλοντας: θα πάρω

Παρακείμενος: έχω πάρει

ΑΚΛΙΤΗ ΜΕΤΟΧΗ (ΓΕΡΟΥΝΔΙΟ)

ο + ώντας / η + ούσα / το + ώντας

Η ακλίτη μετοχή είναι άκλιτη, αμετάβλητη, και δηλώνει ταυτόχρονη ενέργεια.

🌟 1️⃣ Ενεργητική φωνή — Γερούνδιο

ΟΝΤΑΣ / ΩΝΤΑΣ

(και οι δύο τύποι είναι σωστοί)

γράφοντας — grÁ–fo–ndas

τρέχοντας — TRÉ–cho–ndas

μιλώντας — mi–LÓ–ndas

παίζοντας — PÉ–zo–ndas

βλέποντας — VLÉ–po–ndas

λέγοντας — LÉ–go–ndas

χάνοντας — CHÁ–no–ndas

δουλεύοντας — du–LÉ–vo–ndas

Χρήση: 

«Περπατούσε μιλώντας στο τηλέφωνο.»

«Έφυγε τρέχοντας.»

🌟 2️⃣ Παθητική φωνή — Μετοχή σε –μένος / –μένη / –μένο

(όχι γερούνδιο, αλλά μετοχή παθητικής)

γραμμένος — γραμμένη — γραμμένο

δεμένος — δεμένη — δεμένο

χαμένος — χαμένη — χαμένο

λυμένος — λυμένη — λυμένο

Αυτές κλίνονται, δεν είναι άκλιτες.

🌟 3️⃣ Η πλήρης μορφή της άκλιτης μετοχής

ΑΡΣΕΝΙΚΟ

ο γράφοντας — o GRÁ–fo–ndas

ο τρέχοντας — o TRÉ–cho–ndas

ΘΗΛΥΚΟ

η γράφοντας — i GRÁ–fo–ndas

η τρέχοντας — i TRÉ–cho–ndas

ΟΥΔΕΤΕΡΟ

το γράφοντας — to GRÁ–fo–ndas

το τρέχοντας — to TRÉ–cho–ndas

(Η μετοχή μένει ίδια, μόνο το άρθρο αλλάζει.)

ΕΙΔΗ ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΩΝ

1️⃣ Επιρρήματα Τρόπου

Πώς γίνεται κάτι;

γρήγορα

αργά

όμορφα

άσχημα

δυνατά

σιγά

προσεκτικά

2️⃣ Επιρρήματα Χρόνου

Πότε γίνεται κάτι;

τώρα

πριν

μετά

χθες

σήμερα

αύριο

κάποτε

πάντα

3️⃣ Επιρρήματα Τόπου

Πού γίνεται κάτι;

εδώ

εκεί

πάνω

κάτω

μέσα

έξω

μπροστά

πίσω

4️⃣ Επιρρήματα Ποσού

Πόσο;

πολύ

λίγο

αρκετά

περισσότερο

λιγότερο

εντελώς

σχεδόν

5️⃣ Επιρρήματα Άρνησης

Αρνούνται κάτι.

όχι

δεν

μη

6️⃣ Επιρρήματα Βεβαίωσης

Δηλώνουν βεβαιότητα.

ναι

βέβαια

φυσικά

ασφαλώς

7️⃣ Επιρρήματα Αμφιβολίας

Δηλώνουν αμφιβολία.

ίσως

πιθανόν

τάχα

8️⃣ Επιρρήματα Προσφώνησης

Χρησιμοποιούνται στον λόγο.

νά

να

ορίστε

9️⃣ Επιρρήματα Συνδέσεως

Συνδέουν προτάσεις.

λοιπόν

όμως

επίσης

ακόμη

🔟 Επιρρήματα Εγκλίσεως (επιφωνήματα–τροπικά)

Δηλώνουν στάση, συναίσθημα.

μακάρι

αλίμονο

μπράβο

🌟 ΛΟΓΙΕΣ ΠΡΟΘΕΣΕΙΣ

(αρχαϊκές – λόγιες – χρησιμοποιούνται σε επίσημο λόγο)

1️⃣ διά — di–á

Σημασία: μέσω, εξαιτίας

διά λόγους

διά μέσου

διά της οδού

διά πυρός και σιδήρου

2️⃣ υπέρ — i–pér

Σημασία: για χάρη, προς όφελος

υπέρ πίστεως

υπέρ πατρίδος

υπέρ των αδυνάτων

3️⃣ κατά — ka–tá

Σημασία: εναντίον, σύμφωνα με

κατά νόμον

κατά του εχθρού

κατά συνθήκην

4️⃣ επί — e–pí

Σημασία: πάνω σε, σχετικά με

επί του θέματος

επί της ουσίας

επί της αρχής

επί του παρόντος

5️⃣ εντός — en–tós

Σημασία: μέσα

εντός ολίγου

εντός των τειχών

εντός της ημέρας

6️⃣ εκτός — ek–tós

Σημασία: έξω

εκτός εαυτού

εκτός κινδύνου

εκτός τόπου και χρόνου

7️⃣ άνευ — á–nef

Σημασία: χωρίς

άνευ όρων

άνευ αντιρρήσεως

άνευ προηγουμένου

8️⃣ ένεκα — é–ne–ka

Σημασία: εξαιτίας

ένεκα της ανάγκης

ένεκα των περιστάσεων

9️⃣ λόγω — ló–go

Σημασία: εξαιτίας

λόγω βροχής

λόγω ανωτέρας βίας

λόγω τιμής (ιδιωματικό)

🔟 περί — pe–rí

Σημασία: σχετικά με

περί τιμής

περί πίστεως

περί υγείας

11️⃣ προ — pro

Σημασία: πριν, μπροστά

προ της αναχωρήσεως

προ πολλών ετών

12️⃣ υπό — i–pó

Σημασία: κάτω από, από (ποιητικό αίτιο)

υπό σκιάν

υπό του διδασκάλου

υπό πίεση

🌟 ΛΟΓΙΕΣ ΠΡΟΘΕΣΙΑΚΕΣ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ

(σταθερές φράσεις υψηλού ύφους)

άνευ ουδεμίας αμφιβολίας — χωρίς καμία αμφιβολία

εν ολίγοις — συνοπτικά

εν τω μεταξύ — στο μεταξύ

εν γένει — γενικά

εν προκειμένω — στην παρούσα περίπτωση

εν κατακλείδι — στο τέλος

καθ’ οδόν — στον δρόμο

καθ’ ημέραν — κάθε μέρα

καθ’ υπερβολήν — υπερβολικά

καθ’ εαυτόν — από μόνο του

εφ’ όρου ζωής — για πάντα

εφ’ εξής — από εδώ και πέρα

επί τούτου — επίτηδες

επί ματαίω — άδικα

επί τάπητος — προς συζήτηση

εκ των προτέρων — πριν

εκ των υστέρων — μετά

εκ βαθέων — από τα βάθη της ψυχής

εκ του σύνεγγυς — από κοντά

υπό τύπον — ως είδος

υπό προϋποθέσεις — με όρους

υπό το κράτος του φόβου — φοβισμένος

🌟 ΛΟΓΙΕΣ ΠΡΟΘΕΣΕΙΣ — Φωνητική + Μετάφραση

διά — di–Á — through / because of

διά λόγων — di–Á LÓ–gon — through words

διά μέσου — di–Á MÉ–su — through / via

διά πυρός και σιδήρου — di–Á pi–RÓS ke si–DÍ–ru — through fire and iron (with great difficulty)

υπέρ — i–PÉR — for / in favor of

υπέρ πίστεως — i–PÉR PÍ–ste–os — for the faith

υπέρ πατρίδος — i–PÉR pa–TRÍ–dos — for the homeland

υπέρ των αδυνάτων — i–PÉR ton a–thi–NÁ–ton — for the weak

κατά — ka–TÁ — against / according to

κατά νόμον — ka–TÁ NÓ–mon — according to the law

κατά συνθήκην — ka–TÁ sin–THÍ–kin — according to agreement

κατά του εχθρού — ka–TÁ tu ech–THRÚ — against the enemy

επί — e–PÍ — on / upon / regarding

επί του θέματος — e–PÍ tu THÉ–ma–tos — on the matter

επί της ουσίας — e–PÍ tis u–SÍ–as — in essence

επί του παρόντος — e–PÍ tu pa–RÓN–tos — for the time being

εντός — en–TÓS — within / inside

εντός ολίγου — en–TÓS o–LÍ–gu — shortly

εντός των τειχών — en–TÓS ton ti–CHÓN — within the walls

εντός της ημέρας — en–TÓS tis i–MÉ–ras — within the day

εκτός — ek–TÓS — outside / except

εκτός εαυτού — ek–TÓS e–af–TÚ — beside oneself

εκτός κινδύνου — ek–TÓS kin–DÍ–nu — out of danger

εκτός τόπου και χρόνου — ek–TÓS TÓ–pu ke CHRÓ–nu — out of place and time

άνευ — Á–nef — without

άνευ όρων — Á–nef Ó–ron — without conditions

άνευ αντιρρήσεως — Á–nef an–ti–RÍ–se–os — without objection

άνευ προηγουμένου — Á–nef pro–i–gu–MÉ–nu — unprecedented

ένεκα — É–ne–ka — because of / due to

ένεκα της ανάγκης — É–ne–ka tis a–NÁN–gis — due to necessity

ένεκα των περιστάσεων — É–ne–ka ton pe–ri–STÁ–se–on — due to circumstances

λόγω — LÓ–go — because of

λόγω βροχής — LÓ–go vro–CHÍS — because of rain

λόγω ανωτέρας βίας — LÓ–go a–no–TÉ–ras VÍ–as — due to force majeure

λόγω τιμής — LÓ–go ti–MÍS — as a matter of honor

περί — pe–RÍ — about / concerning

περί τιμής — pe–RÍ ti–MÍS — about honor

περί πίστεως — pe–RÍ PÍ–ste–os — about faith

περί υγείας — pe–RÍ i–YÍ–as — about health

προ — PRO — before

προ της αναχωρήσεως — PRO tis a–na–cho–RÍ–se–os — before departure

προ πολλών ετών — PRO po–LÓN e–TÓN — many years ago

υπό — i–PÓ — under / by

υπό σκιάν — i–PÓ ski–ÁN — under the shade

υπό του διδασκάλου — i–PÓ tu di–tha–SKÁ–lu — by the teacher

υπό πίεση — i–PÓ PÍ–e–si — under pressure

🌟 ΛΟΓΙΕΣ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ — Φωνητική + Μετάφραση

εν ολίγοις — en o–LÍ–gis — in short

εν τω μεταξύ — en to me–ta–KSÍ — meanwhile

εν γένει — en YÉ–ni — generally

εν προκειμένω — en pro–ki–MÉ–no — in this case

εν κατακλείδι — en ka–ta–KLÍ–thi — in conclusion

καθ’ οδόν — kath o–THÓN — on the way

καθ’ ημέραν — kath i–MÉ–ran — daily

καθ’ υπερβολήν — kath i–per–vo–LÍN — excessively

εφ’ όρου ζωής — ef Ó–ru zo–ÍS — for life

εφ’ εξής — ef e–KSÍS — from now on

επί τούτου — e–PÍ TÚ–tu — on purpose

επί ματαίω — e–PÍ ma–TÉ–o — in vain

επί τάπητος — e–PÍ TÁ–pi–tos — on the table (for discussion)

εκ των προτέρων — ek ton pro–TÉ–ron — in advance

εκ των υστέρων — ek ton u–STÉ–ron — afterwards

εκ βαθέων — ek va–THÉ–on — from the depths (of the soul)

εκ του σύνεγγυς — ek tu SÍ–ne–ngis — from close range

υπό τύπον — i–PÓ TÍ–pon — in the form of

υπό προϋποθέσεις — i–PÓ pro–i–po–THÉ–sis — under conditions

υπό το κράτος του φόβου — i–PÓ to KRÁ–tos tu FÓ–vu — under the grip of fear

🌟 1. Φράσεις με την ΑΞΙΑ

αξία — a–ksÍ–a — value / worth

Σύνθετες φράσεις

Η αξία του ανθρώπου μετριέται από τα έργα του. 

i a–ksÍ–a tu an–THRÓ–pu me–TRIÉ–te apó ta ÉR–ga tu 

The worth of a person is measured by their deeds.

Η αληθινή αξία δεν θορυβεί· λάμπει σιωπηλά. 

i a–li–thi–NÍ a–ksÍ–a then tho–ri–VÍ; LÁM–pi sio–pi–LÁ 

True worth makes no noise; it shines silently.

Αξία έχει ό,τι υπηρετεί το καλό και το δίκαιο. 

a–ksÍ–a É–chi Ó–ti i–pi–re–TÍ to ka–LÓ ke to DÍ–ke–o 

What serves good and justice has value.

🌟 2. Φράσεις με την ΑΡΕΤΗ

αρετή — a–re–TÍ — virtue

Σύνθετες φράσεις

Η αρετή είναι το άρωμα της ψυχής. 

i a–re–TÍ Í–ne to Á–ro–ma tis psi–CHÍS 

Virtue is the fragrance of the soul.

Αρετή σημαίνει να πράττεις το σωστό, ακόμη κι όταν δεν σε βλέπει κανείς. 

a–re–TÍ si–MÉ–ni na PRÁ–tis to so–STÓ, a–KÓ–mi ki Ó–tan then se VLÉ–pi ka–NÍS 

Virtue means doing what is right even when no one sees you.

Η αρετή υψώνει τον άνθρωπο πάνω από τις περιστάσεις. 

i a–re–TÍ i–PSÓ–ni ton ÁN–thro–po PÁ–no apó tis pe–ri–STÁ–sis 

Virtue elevates a person above circumstances.

🌟 3. Φράσεις με το ΦΙΛΟΤΙΜΟ

φιλότιμο — fi–LÓ–ti–mo — noble-heartedness / moral honor

Σύνθετες φράσεις

Το φιλότιμο είναι η ελληνική ψυχή εν δράσει. 

to fi–LÓ–ti–mo Í–ne i e–lli–ni–KÍ psi–CHÍ en THRÁ–si 

Philotimo is the Greek soul in action.

Όπου υπάρχει φιλότιμο, ανθίζει η ανθρωπιά. 

Ó–pu i–PÁR–chi fi–LÓ–ti–mo, an–THÍ–zi i an–thro–PIÁ 

Where philotimo exists, humanity blossoms.

Το φιλότιμο κινεί τον άνθρωπο να βοηθά χωρίς να του το ζητήσουν. 

to fi–LÓ–ti–mo ki–NÍ ton ÁN–thro–po na vo–i–THÁ cho–RÍS na tu to zi–TÍ–sun 

Philotimo moves a person to help without being asked.

🌟 4. Φράσεις με την ΠΙΣΤΗ

πίστη — PÍ–sti — faith / devotion / trust

Σύνθετες φράσεις

Η πίστη φωτίζει τον δρόμο όταν όλα γύρω σκοτεινιάζουν. 

i PÍ–sti fo–TÍ–zi ton DRÓ–mo Ó–tan Ó–la GÍ–ro sko–ti–NÍ–a–zun 

Faith lights the path when everything around grows dark.

Πίστη σημαίνει να προχωρείς, ακόμη κι όταν δεν βλέπεις το τέλος. 

PÍ–sti si–MÉ–ni na pro–cho–RÍS, a–KÓ–mi ki Ó–tan then VLÉ–pis to TÉ–los 

Faith means moving forward even when you cannot see the end.

Η πίστη είναι η δύναμη που στηρίζει την ελπίδα. 

i PÍ–sti Í–ne i DÍ–na–mi pu sti–RÍ–zi tin el–PÍ–tha 

Faith is the strength that supports hope.

1. φράσεις και προτάσεις με τις τέσσερις μεγάλες ελληνικές αξίες: την αξία, την αρετή, το φιλότιμο, την πίστη .

Η αξία του ανθρώπου γεννιέται από την αρετή του, μεγαλώνει με το φιλότιμό του και στερεώνεται με την πίστη του. 

i a–ksÍ–a tu an–THRÓ–pu ge–NIÉ–te apó tin a–re–TÍ tu, me–ga–LÓ–ne me to fi–LÓ–ti–mo tu ke ste–re–Ó–ne–te me tin PÍ–sti tu 

The worth of a person is born from virtue, grows with philotimo, and is anchored in faith.

2.

Όταν η αρετή οδηγεί, η αξία λάμπει· όταν το φιλότιμο ενεργεί, η πίστη στερεώνεται. 

Ó–tan i a–re–TÍ o–di–GÍ, i a–ksÍ–a LÁM–pi; Ó–tan to fi–LÓ–ti–mo e–ner–GÍ, i PÍ–sti ste–re–Ó–ne–te 

When virtue leads, worth shines; when philotimo acts, faith is strengthened.

3.

Αξία, αρετή, φιλότιμο και πίστη: τέσσερις πυλώνες που κρατούν όρθιο τον άνθρωπο στις δυσκολίες. 

a–ksÍ–a, a–re–TÍ, fi–LÓ–ti–mo ke PÍ–sti: TÉ–se–ris pi–LÓ–nes pu kra–TÚN ÓR–thi–o ton ÁN–thro–po stis dis–ko–LÍ–es 

Value, virtue, philotimo, and faith: four pillars that keep a person standing in hardship.

1️⃣ Η πίστη ως εσωτερική δύναμη

Φράση 1

Η πίστη είναι η αόρατη δύναμη που στηρίζει τον άνθρωπο στις ώρες της δοκιμασίας. 

i PÍ–sti Í–ne i a–Ó–ra–ti DÍ–na–mi pu sti–RÍ–zi ton ÁN–thro–po stis Ó–res tis tho–ki–ma–SÍ–as 

Faith is the invisible strength that supports a person in times of trial.

Φράση 2

Με την πίστη, ο άνθρωπος βλέπει πέρα από το φαινόμενο και αγγίζει το αληθινό. 

me tin PÍ–sti, o ÁN–thro–pos VLÉ–pi PÉ–ra apó to fe–NÓ–me–no ke an–GÍ–zi to a–li–thi–NÓ 

With faith, a person sees beyond appearances and touches the true essence.

2️⃣ Η πίστη ως φως

Φράση 3

Η πίστη φωτίζει τον δρόμο όταν το σκοτάδι γίνεται πυκνό. 

i PÍ–sti fo–TÍ–zi ton DRÓ–mo Ó–tan to sko–TÁ–thi GÍ–ne–te pi–KNÓ 

Faith lights the path when darkness grows dense.

Φράση 4

Όπου υπάρχει πίστη, το φως προηγείται και η ελπίδα ακολουθεί. 

Ó–pu i–PÁR–chi PÍ–sti, to FÓS pro–i–GÍ–te ke i el–PÍ–tha a–ko–lu–THÍ 

Where faith exists, light leads and hope follows.

3️⃣ Η πίστη ως βεβαιότητα καρδιάς

Φράση 5

Πίστη σημαίνει να εμπιστεύεσαι το αόρατο σαν να είναι ήδη παρόν. 

PÍ–sti si–MÉ–ni na em–pi–STÉ–ve–se to a–Ó–ra–to san na Í–ne Í–thi pa–RÓN 

Faith means trusting the unseen as if it were already present.

Φράση 6

Η πίστη δεν είναι ιδέα· είναι βεβαιότητα που αναπαύει την ψυχή. 

i PÍ–sti then Í–ne i–DÉ–a; Í–ne ve–ve–Ó–ti–ta pu a–na–PÁ–vi tin psi–CHÍ 

Faith is not an idea; it is a certainty that rests the soul.

4️⃣ Η πίστη ως κίνηση ζωής

Φράση 7

Με την πίστη, ο άνθρωπος προχωρεί ακόμη κι όταν ο δρόμος δεν φαίνεται. 

me tin PÍ–sti, o ÁN–thro–pos pro–cho–RÍ a–KÓ–mi ki Ó–tan o DRÓ–mos then FÁ–ne–te 

With faith, a person moves forward even when the path is not visible.

Φράση 8

Η πίστη είναι η δύναμη που μετατρέπει το αδύνατο σε δυνατό. 

i PÍ–sti Í–ne i DÍ–na–mi pu me–ta–TRÉ–pi to a–DÍ–na–to se di–NÁ–to 

Faith is the power that turns the impossible into the possible.

Η πίστη στερεώνει την αρετή, φωτίζει την αξία και κινεί το φιλότιμο· και όταν όλα γύρω σκοτεινιάζουν, εκείνη παραμένει το αθόρυβο φως που δείχνει τον δρόμο. 

i PÍ–sti ste–re–Ó–ni tin a–re–TÍ, fo–TÍ–zi tin a–ksÍ–a ke ki–NÍ to fi–LÓ–ti–mo; ke Ó–tan Ó–la GÍ–ro sko–ti–NÍ–a–zun, e–KÍ–ni pa–ra–MÉ–ni to a–THÓ–ri–vo FÓS pu DÍ–chni ton DRÓ–mo 

Faith strengthens virtue, illuminates worth, and moves philotimo; and when ev

erything around darkens, it remains the silent light that shows the way.

ΠΑΡΑΓΩΓΑ ΡΗΜΑΤΩΝ

γράφω → γράμμα, γραφή, γραπτός, γραμμένος 

GRÁ–fo → GRÁ–ma, gra–FÍ, gra–PTÓS, gra–MÉ–nos

τρέχω → τρέξιμο, δρομέας, ταχύς, τρέχοντας 

TRÉ–cho → TRÉ–ksi–mo, dro–MÉ–as, ta–CHÍS, TRÉ–cho–ndas

αγαπώ → αγάπη, αγαπητικός, αγαπημένος 

a–ga–PÓ → a–GÁ–pi, a–ga–pi–ti–KÓS, a–ga–pi–MÉ–nos

πιστεύω → πίστη, πιστός, απίστευτος, πιστεύοντας 

pi–STÉ–vo → PÍ–sti, pi–STÓS, a–PÍ–stev–tos, pi–STÉ–vo–ndas

τιμώ → τιμή, τιμητικός, τιμημένος 

ti–MÓ → ti–MÍ, ti–mi–ti–KÓS, ti–mi–MÉ–nos

🌟 ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ Α΄ & Β΄ ΣΥΝΘΕΤΙΚΟ

(με φωνητική και απλή εξήγηση)

1️⃣ Α΄ συνθετικό: αγριο– (a–GRI–o)

δηλώνει κάτι άγριο, άξεστο, μη ήμερο

αγριολούλουδο — a–gri–o–LOU–lu–tho — wildflower

αγριογούρουνο — a–gri–o–GÚ–ru–no — wild boar

αγριοκέρασο — a–gri–o–KÉ–ra–so — wild cherry

αγριοφωνάζω — a–gri–o–fo–NÁ–zo — shout wildly

2️⃣ Α΄ συνθετικό: καλο– (KA–lo)

δηλώνει κάτι καλό, ευχάριστο

καλοκαίρι — ka–lo–KÉ–ri — summer

καλοσυνάτος — ka–lo–si–NÁ–tos — kind-hearted

καλορίζικος — ka–lo–RÍ–zi–kos — lucky

καλοπροαίρετος — ka–lo–pro–É–re–tos — well-intentioned

3️⃣ Α΄ συνθετικό: νερό– (ne–RÓ)

δηλώνει σχέση με το νερό

νερόμυλος — ne–RÓ–mi–los — watermill

νεροποντή — ne–ro–pon–TÍ — downpour

νεροχύτης — ne–ro–CHÍ–tis — sink

νεροσταλιά — ne–ro–sta–LIÁ — drop of water

4️⃣ Α΄ συνθετικό: χρυσο– (chri–SO)

δηλώνει κάτι πολύτιμο, λαμπερό

χρυσοχέρης — chri–so–CHÉ–ris — skillful

χρυσοστόλιστος — chri–so–STÓ–li–stos — gold-adorned

χρυσοκέραμο — chri–so–KÉ–ra–mo — golden tile

χρυσοπληρωμένος — chri–so–pli–ro–MÉ–nos — highly paid

5️⃣ Α΄ συνθετικό: ψευδο– (psev–THÓ)

δηλώνει κάτι ψεύτικο, μη αληθινό

ψευδώνυμο — psev–THÓ–ni–mo — pseudonym

ψευδομάρτυρας — psev–do–MÁR–ti–ras — false witness

ψευδοεπιστήμη — psev–do–e–pi–STÍ–mi — pseudoscience

ψευδοπροφήτης — psev–do–pro–FÍ–tis — false prophet

🌟 Β΄ ΣΥΝΘΕΤΙΚΟ — παραδείγματα

–λόγος (–LÓ–gos)

λόγος, ομιλία, γνώση

γεωλόγος — ge–o–LÓ–gos — geologist

βιολόγος — vi–o–LÓ–gos — biologist

θεολόγος — the–o–LÓ–gos — theologian

–φόρος (–FÓ–ros)

αυτό που φέρει κάτι

φωτοφόρος — fo–to–FÓ–ros — light-bearing

ειρηνοφόρος — i–ri–no–FÓ–ros — peace-bringer

καρποφόρος — kar–po–FÓ–ros — fruitful

–κρατος (–KRÁ–tos)

δύναμη, εξουσία

δημοκρατία — di–mo–kra–TÍ–a — democracy

αριστοκρατία — a–ri–sto–kra–TÍ–a — aristocracy

θεοκρατία — the–o–kra–TÍ–a — theocracy

🌟 ΣΥΝΘΕΤΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ Α΄ + Β΄ ΣΥΝΘΕΤΙΚΟ

a–GRI–o + LOU–LÚ–thi → a–gri–o–LOU–lu–tho

καλο–παιδί → καλόπαιδο 

KA–lo + pe–DÍ → ka–LÓ–pe–tho

νερό–μυλος → νερόμυλος 

ne–RÓ + MI–los → ne–RÓ–mi–los

χρυσο–χέρης → χρυσοχέρης 

chri–SO + CHÉ–ris → chri–so–CHÉ–ris

ψευδο–μάρτυρας → ψευδομάρτυρας 

psev–THÓ + MÁR–ti–ras → psev–do–MÁR–ti–ras

ΣΥΝΩΝΥΜΑ & ΑΝΤΩΝΥΜΑ

πίστη — εμπιστοσύνη — αφοσίωση — βεβαιότητα 

PÍ–sti — em–pi–sto–SÍ–ni — a–fo–SÍ–o–si — ve–ve–Ó–ti–ta

↔ αμφιβολία — απιστία — δισταγμός 

am–fi–vo–LÍ–a — a–pi–STÍ–a — di–sta–GMÓS

αρετή — ηθικότητα — εντιμότητα 

a–re–TÍ — i–thi–KÓ–ti–ta — en–ti–MÓ–ti–ta

↔ κακία — αμαρτία — πονηρία 

ka–KÍ–a — a–mar–TÍ–a — po–ni–RÍ–a

ΟΜΩΝΥΜΑ

Λέξεις ίδιες στην προφορά ή στη γραφή, αλλά διαφορετικές στη σημασία.

1️⃣ Λέξεις ομόηχες (ίδια προφορά)

ή / η / οι / ει

ή (ή…ή) — í — or

η (άρθρο) — i — the (fem.)

οι (άρθρο) — i — the (pl.)

ει (δίψηφο) — i — phonetic i

φύλο / φίλο

φύλο — FÍ–lo — gender

φίλο — FÍ–lo — friend (acc.)

μήλο / μύλο

μήλο — MÍ–lo — apple

μύλο — MÍ–lo — mill

πήρα / πείρα

πήρα — PÍ–ra — I took

πείρα — PÍ–ra — experience

2️⃣ Λέξεις ομόγραφες (ίδια γραφή)

άλλα / αλλά

άλλα — Á–la — other

αλλά — a–LÁ — but

πότε / ποτέ

πότε — PÓ–te — when

ποτέ — po–TÉ — never

ζω / ζω

ζω — ZÓ — I live

ζω — ZÓ — I paint (ζωγραφίζω) (λόγιο, παλαιό)

🌟 ΠΑΡΩΝΥΜΑ

Λέξεις όμοιες στη μορφή, αλλά διαφορετικές στη σημασία. ΠΑΡΩΝΥΜΑ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ

(με φωνητική και παράδειγμα)

1️⃣ διαλείμμα – διάλυμα

διαλείμμα — di–A–lí–ma

διάκοπη, μικρή παύση 

Παράδειγμα: «Το διάλειμμα τελείωσε.»

διάλυμα — DIÁ–ly–ma

χημικό υγρό 

Παράδειγμα: «Το διάλυμα περιέχει αλάτι.»

2️⃣ κλείνω – κλίνω

κλείνω — KLÍ–no

κάνω κάτι να μην ανοίγει 

Παράδειγμα: «Κλείνω το παράθυρο.»

κλίνω — KLÍ–no

1️⃣ αρετή / αρτιότητα

αρετή — a–re–TÍ — virtue

αρτιότητα — ar–ti–Ó–ti–ta — perfection, completeness

2️⃣ πίστη / πείσμα

πίστη — PÍ–sti — faith

πείσμα — PÍ–sma — stubbornness

3️⃣ αξία / αξίωση

αξία — a–ksÍ–a — value

αξίωση — a–ksÍ–o–si — claim, demand

4️⃣ φιλότιμο / φιλοδοξία

φιλότιμο — fi–LÓ–ti–mo — moral honor

φιλοδοξία — fi–lo–tho–KSÍ–a — ambition

5️⃣ ορθός / ορθολογικός

ορθός — or–THÓS — correct

ορθολογικός — or–tho–lo–yi–KÓS — rational

6️⃣ μέτρο / μέτρημα

μέτρο — MÉ–tro — measure, moderation

μέτρημα — MÉ–tri–ma — act of measuring

7️⃣ τύπος / τύπωμα

τύπος — TÍ–pos — type, form

τύπωμα — TÍ–po–ma — print

📘 ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΛΕΞΕΩΝ (Αλφαβητικά + Μετάφραση)

🔵 Α

αγάπη — love

αγαπητικός — affectionate

αγαπημένος — beloved

αγριολούλουδο — wildflower

αγριογούρουνο — wild boar

αγριοκέρασο — wild cherry

αγριοφωνάζω — shout wildly

αγώνας — contest

αδελφός (δεν υπάρχει στο κείμενο, παραλείπεται)

αθλήτρια — female athlete

αθλητής — athlete

ακόμη — still / also

ακούω (δεν υπάρχει στο κείμενο)

αλεπού — fox

αλήθεια (ως ἀληθής) — true

αληθής — true

αληθέστερος — truer / most true

αληθινός (εμφανίζεται σε φράσεις) — true / genuine

αλλά — but

άλλος (ως ο ένας τον άλλον) — each other

αμαρτία — sin

αμετάβλητος — invariable

αμφιβολία — doubt

αντίλαλος — echo

αντιλάλων — of the echoes

αντίλαλοι — echoes

άνθρωπος — human / person

ανώτερος — superior

ανώτατος — supreme

αξία — value / worth

αξίωση — claim / demand

αξιόλογος (δεν υπάρχει στο κείμενο)

αόριστος — aorist

αόρατος — invisible

απαιτώ (δεν υπάρχει στο κείμενο)

απίστευτος — unbelievable

από — from

απολύτως (δεν υπάρχει στο κείμενο)

απολύτως (δεν υπάρχει στο κείμενο)

αργά — slowly

αρετή — virtue

αριστοκρατία — aristocracy

αρτιότητα — perfection / completeness

άρθρο — article

ασφαλώς — certainly

ασχημα — badly

αύριο — tomorrow

αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it

αυτοί / αυτές / αυτά — they

αυτοπαθής (ως ο εαυτός μου) — reflexive

αφιερωμένος (δεν υπάρχει στο κείμενο)

🔵 Β

βαθύς — deep

βαθεία — deep (fem.)

βαθύ — deep (neut.)

βέβαια — certainly

βέβαιος (δεν υπάρχει στο κείμενο)

βιολόγος — biologist

βλέπω — see

βουνό — mountain

βράχος — rock

βροχή — rain

βροχής — of the rain

βροχή (ως λόγω βροχής) — because of rain

βρόμικος (δεν υπάρχει στο κείμενο)

βρώμη (δεν υπάρχει)

βωμός (δεν υπάρχει)

🔵 Γ

γαλήνη (δεν υπάρχει στο κείμενο)

γιαγιά — grandmother

γενικός (ως γενικ.) — genitive

γεωλόγος — geologist

γλυκύς — sweet

γλυκεία — sweet (fem.)

γλυκύ — sweet (neut.)

γράφω — write

γραμμένος — written

γραπτός — written (adjective)

γραφή — writing

γράμμα — letter

γρήγορα — quickly

γυναίκα — woman

γυναικών — of the women

γυναίκες — women

Δ

δάσος — forest

δένδρο / δέντρο — tree

δέντρων — of the trees

δέντρα — trees

διακοπή — interruption / break

διακοπές — holidays / breaks

διακοπών — of the holidays

δίχως να — without (doing)

δίπλα σε — next to / beside

δικός (ως εαυτός) — own / self

δυνατός (δεν υπάρχει στο κείμενο)

δύναμη (δεν υπάρχει)

🔵 Ε

έδαφος — ground / soil

εδάφους — of the ground

εγώ — I

εθνικός — national

εικόνα (δεν υπάρχει στο κείμενο)

εκ μέρους — on behalf of

εκτός από — except for

εκεί — there

ελάφι (δεν υπάρχει)

ελαφρύς / ελαφριά / ελαφρύ — light (weight)

ενάντια σε — against

ενδιαφέρον — interest

ενδιαφέροντος — of the interest

ενδιαφέροντα — interests

εντός του — within

επίθετο — adjective

επίρρημα — adverb

εργάτης — worker

εργάτρια — female worker

εαυτός / εαυτοί — self / selves

έως ότου — until

έχω (δεν υπάρχει στο κείμενο)

🔵 Ζ

(Δεν υπάρχουν λέξεις με Ζ στο κείμενο που έστειλες.)

🔵 Η

ηχώ — echo (feminine)

ηχούς — of the echo

ηχοί — echoes

ηχών — of the echoes

ημέρα (δεν υπάρχει στο κείμενο)

η κυβέρνηση — the government

η πόλη — the city

η γυναίκα — the woman

η γιαγιά — the grandmother

η αλεπού — the fox

η μητέρα — the mother

η Λητώ — Leto (mythology)

η Αργυρώ — Argyro

🔵 Θ

θάλασσα — sea

θαλασσών — of the seas

θάλασσες — seas

θέατρο — theatre

θεάτρου — of the theatre

θεάτρα — theatres

θεάτρων — of the theatres

θνητός (δεν υπάρχει στο κείμενο)

🔵 Ι

ιδέα (δεν υπάρχει στο κείμενο)

ικανός (δεν υπάρχει)

ίσως (δεν υπάρχει)

ισχυρός (δεν υπάρχει)

(Στο κείμενο δεν εμφανίζονται λέξεις με Ι.)

🔵 Κ

καλός — good / kind

κάποιος / κάποια / κάτι — someone / some / something

κανένας / τίποτα — no one / nothing

κατά μήκος — along

κατά πάνω — upwards

κατά κάτω — downwards

κατά (ως πρόθεση) — according to / against / along

καλύτερος (δεν υπάρχει στο κείμενο)

κίνδυνος — danger

κινδύνου — of the danger

κίνδυνοι — dangers

κινδύνων — of the dangers

κρέας — meat

κρέατος — of the meat

κρέατα — meats

κυβέρνηση — government

κυβερνήσεις — governments

κυβερνήσεων — of the governments

🔵 Λ

Λητώ — Leto (mythology)

Λητώς — of Leto

λόγια επίθετα — learned / literary adjectives

λόγιος — scholarly / learned

λόγος (ως μέρος του λόγου) — speech / part of speech

🔵 Μ

μαθητής — student (male)

μαθήτρια — student (female)

μαθητές — students

μαθήτριες — female students

μαθητριών — of the female students

μαθητών — of the students

μακριά από — far from

μέτωπο — forehead / front

μετώπου — of the forehead

μέτωπα — foreheads

μετώπων — of the foreheads

μεγάλος / μεγάλη / μεγάλο — big / large

με — with

μέχρι να — until

μητέρα — mother

μητέρες — mothers

μητέρων — of the mothers

μηχάνημα — machine

μηχανήματος — of the machine

μηχανήματα — machines

μηχανημάτων — of the machines

μικρός / μικρή / μικρό — small / little

μιλάω — speak / talk

μυς / μύς — muscle

μυός — of the muscle

μύες — muscles

μυών — of the muscles

🔵 Ν

ναύτης — sailor

ναύτες — sailors

ναυτών — of the sailors

ναύτισσα — female sailor

ναύτισσες — female sailors

ναυτισσών — of the female sailors

νέος (δεν υπάρχει στο κείμενο)

νύχτα (δεν υπάρχει)

🔵 Ξ

(Δεν εμφανίζονται λέξεις με Ξ στο κείμενο.)

🔵 Ο

ο εαυτός μου / σου — myself / yourself

ο ένας τον άλλον — each other

ο οποίος — who / which

ο παππούς — grandfather

ο ουρανός — sky

ο φίλος — friend

ο κίνδυνος — danger

ο αντίλαλος — echo

ο πρύτανης — rector

όμορφος / όμορφη / όμορφο — beautiful

όμως — however / though

όποιος — whoever

ότι (δεν υπάρχει στο κείμενο)

🔵 Π

παιδί — child

παιδιά — children

παιδιών — of the children

παππούς — grandfather

παππούδες — grandfathers

παππούδων — of the grandfathers

πάνω σε — on / upon

παρά το — despite

πέρα από — beyond

πίνακας — painting / board

πινάκων — of the paintings

πίνακες — paintings

πόλη — city

πόλεις — cities

πόλεων — of the cities

ποιος / τι / πόσος — who / what / how much

πρόθεση — preposition

πρόσωπο (δεν υπάρχει στο κείμενο)

πρύτανης — rector

πρυτάνεις — rectors

πρυτάνεων — of the rectors

🔵 Ρ

ρήμα — verb

ροζ — pink

ροζ (αμετάβλητο) — pink

ροή (δεν υπάρχει στο κείμενο)

🔵 Σ

σπίτι — house

σπίτια — houses

σπιτιών — of the houses

σώμα — body

σώματα — bodies

σωμάτων — of the bodies

σταθερός / σταθερή / σταθερό — stable

σύμφωνα με / προς — according to / towards

σύνδεσμος — conjunction

σπουδαστής (αναφέρεται στην εισαγωγή) — student

σπουδαστές — students

🔵 Τ

τρέχω — run

τη / την / τον / το — the (object forms)

τίποτα — nothing

το φως — the light

τα φώτα — the lights

των φώτων — of the lights

το κρέας — the meat

τα κρέατα — the meats

των κρεάτων — of the meats

το θέατρο — the theatre

τα θέατρα — theatres

των θεάτρων — of the theatres

🔵 Υ

(Δεν υπάρχουν λέξεις με Υ στο κείμενο.)

🔵 Φ

φοιτητής — university student

φοιτήτρια — female university student

φοιτητές — students

φοιτήτριες — female students

φως — light

φώτα — lights

φίλος — friend

φίλοι — friends

φίλων — of the friends

🔵 Χ

χαρά (δεν υπάρχει στο κείμενο)

χρώμα (δεν υπάρχει)

χώρα (δεν υπάρχει)

χωριό — village

χωριά — villages

χωριών — of the villages

🔵 Ψ

ψηλός / ψηλή / ψηλό — tall

ψυχή (δεν υπάρχει στο κείμενο)

🔵 Ω

(Δεν εμφανίζονται λέξεις με Ω στο κείμενο.)

Αύγουστος 2026

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή