Στη μνήμη του Μακαριστού Χριστόδουλου που το τραγούδησε με συγκινητική αγάπη. https://www.youtube.com/watch?v=8Efrv_ksw7A
Του Δημήτρη Βόγγολη
Δώδεκα ευζωνάκια τ’ αποφασίσανε
στον πόλεμο να πάνε Παναγιά μου να πολεμήσουνε
Στο δρόμο που πηγαίναν στη Μαύρη θάλασσα
κακιά φουρτούνα πιάνει Παναγιά μου
ξεσκίζει τα πανιά
Δεν κλαίμε το καράβι δεν κλαίμε τα πανιά
μον’ κλαίμε τα ευζωνάκια Παναγιά μου
τα νιούτσικα παιδιά
Βοήθα Παναγιά μου να τα γλιτώσουμε
κι όλα σου τα καντήλια Παναγιά μου
θα στ’ ασημώσουμε
.Δώδεκα ευζωνάκια τ’ αποφασίσανε
στον πόλεμο να πάνε Παναγιά μου
να πολεμήσουνε
Στο δρόμο που πηγαίναν στη Μαύρη θάλασσα
κακιά φουρτούνα πιάνει Παναγιά μου
ξεσκίζει τα πανιά
Δεν κλαίμε το καράβι δεν κλαίμε τα πανιά
μον’ κλαίμε τα ευζωνάκια Παναγιά μου
τα νιούτσικα παιδιά
Βοήθα Παναγιά μου να τα γλιτώσουμε
κι όλα σου τα καντήλια Παναγιά μου
θα στ’ ασημώσουμε
Διάλογος Ὑμνητικὸς πρὸς τὴν Παναγία
Σκηνή:
Ἕνα καράβι στὴ Μαύρη Θάλασσα. Ἀνεμοστρόβιλος. Τὰ πανιὰ σκίζονται.
Τὰ δώδεκα εὐζωνάκια, νέοι, ἁγνοὶ, ἔτοιμοι γιὰ τὸν πόλεμο, ἀνασηκώνουν τὰ μάτια πρὸς τὸν οὐρανὸ.
Τὰ Εὐζωνάκια
— Παναγιά μας, Μάνα τοῦ Γένους,
δώδεκα παιδιά της ίδιας γειτονιάς στον πόλεμο θα πάμε,
γιὰ τὴν πατρίδα ποὺ πονοῦμε.Μητέρα της Ελλαδος
Καὶ τώρα ἡ θάλασσα ἀγριεύει, μας δοκιμάζει
ξεσκίζει τὰ πανιὰ μας,και τα κατάρτια το βάρος δεν αντέχουν.
— Δὲν κλαίμε τὸ καράβι,
δὲν κλαίμε τὰ πανιά.
Μονάχα τὴν νιότη και την λεβεντιά μας λυπούμαστε,
τὴν ἀνάσα ποὺ ἀκόμη δὲν πρόλαβε
νὰ γίνει προσφορὰ στὴν μάνα μας Ἑλλάδα.
— Σκέπασέ μας, Παναγιά μας, μὴν ἀφήσεις τὴ φουρτούνα νὰ μας καταπιεῖ.
Ἡ Παναγία (με φωνὴ ἡσύχιας καὶ δύναμης)
— Παιδιὰ μου, ἀκριβὰ μου, ὁ δρόμος σας εἶναι δρόμος ηρωισμού και θυσίας, μα δὲν εἶστε μόνοι.
— Ἡ θάλασσα ἀγριεύει,
μα ἐγὼ ἀπλώνω τὸ μαφόρι μου
πάνω ἀπὸ τὸ κύμα. Ἡ φουρτούνα θὰ κοπάσει, τὸ καράβι θὰ σταθεροποιηθεῖ, καὶ ἡ καρδιὰ σας θὰ μείνει ἀσάλευτη.
— Ὅ,τι κάνετε, τὸ κάνετε μὲ καθαρὴ ψυχὴ. Καὶ ἡ καθαρὴ ψυχὴ δὲν χάνεται.
Τὰ Εὐζωνάκια
— Ἄχ, Παναγιά μας, βοήθα νὰ γλιτώσουμε, νὰ πατήσουμε στεριά, νὰ πολεμήσουμε ὅπως ὑποσχεθήκαμε. — Παναγιά μας…ἡ θάλασσα μᾶς καταπίνει, τὰ πανιὰ μας ἔγιναν κουρέλια, τὸ ξύλο βογγᾷ, καὶ ἡ νιότη μας κρέμεται ἀπὸ μία τρίχα.
— Μάνα τοῦ Φωτός,
μὴν ἀφήσεις τὸ κύμα νὰ μᾶς ῥίξει στὸ σκοτάδι. Ἡ Μαύρη Θάλασσα βρυχᾶται. Ὁ οὐρανὸς σχίζεται ἀπὸ κεραυνούς.
Τὸ καράβι τρίζει, ὡς νὰ ἔχει ψυχὴ ποὺ φοβᾶται.
Καὶ ὅλα σου τὰ καντήλια θὰ τ’ ἀσημώσουμε, μὲ τὰ χέρια ποὺ ἐσύ ἔσωσες.
γιὰ τὴ χάρη σου, γιὰ τὴ σκέπη σου, γιὰ τὴν ἀγάπη σου ποὺ δὲν τελειώνει.
Ἕνα Εὐζωνάκι (ὁ νεότερος, σχεδὸν παιδί):
— Μάνα…ἡ θάλασσα μὲ τραβᾷ. Τὰ χέρια μου παγώνουν. Φοβᾶμαι μὴν πεθάνω πρὶν δῶ τὴν πατρίδα ἐλεύθερη.
Ἡ Παναγία (σκύβει, ἀκουμπᾶ τὸ μέτωπό του): — Ὅσο ἀνασαίνεις, θὰ σὲ κρατῶ. Καὶ ἂν πάψῃς νὰ ἀνασαίνεις, πάλι θὰ σὲ κρατῶ.
Ἕνα φῶς, ὄχι ἀπὸ τὸν οὐρανὸ, ἀλλὰ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς τοῦ κόσμου,
ἀπλώνεται πάνω ἀπὸ τὴ θάλασσα.
Ἡ Παναγία προβάλλει ὡς σκέπη, ὡς φῶς, ὡς ἀνάσα.
—Ἕνας ἀνέλπιστος γαλήνιος ἄνεμος φυσᾷ. Τὰ κύματα ὑποχωροῦν. Τὸ καράβι ἀνασηκώνεται Ἡ θάλασσα ἡσύχασε.
Τὸ καράβι, πληγωμένο ἀλλὰ ὄρθιο, γλιστρᾷ πρὸς τὴ στεριά.
Τὰ εὐζωνάκια πατοῦν τὸ χώμα μὲ γόνατα ποὺ τρέμουν. .
Παιδιὰ μου…
ἡ φουρτούνα δὲν ἦρθε γιὰ νὰ σᾶς πάρει. Ἦρθε γιὰ νὰ δοκιμάσει τὸ μέταλλο τῆς ψυχῆς σας.
— Ἐγὼ εἶμαι ἐδῶ. Ἡ θάλασσα θὰ ὑποχωρήσει. Τὸ κύμα θὰ σπαστεί πρὸς τὰ πλάγια. Τὸ σκοτάδι θὰ ῥαγίσει. — Παναγιά μας…ἡ γῆ μᾶς δέχτηκε.Ἡ θάλασσα δὲν μᾶς ἔφαγε. Μα τώρα ἀρχίζει ἄλλη φουρτούνα:
ἡ φουρτούνα τοῦ πολέμου.
— Δὲν ἤρθαμε γιὰ νὰ σωθοῦμε, μα γιὰ νὰ σταθοῦμε.
— Ὅσο ὑπάρχει κι ἕνας νέος ποὺ λέει «Παναγιά μου», ὁ κόσμος δὲν χάνεται. Πηγαίνετε, τέκνα μου. Ἡ θάλασσα σᾶς δέχτηκε, ὁ οὐρανὸς σᾶς ἄκουσε, καὶ ἐγὼ σᾶς ἔγραψα στὸ ἱερὸ μου μαφόρι. Η εὐχή μου νὰ σᾶς φυλάει. Ὅπου ἐσείς, ἐκεῖ καὶ ἐγώ.
Ὅπου ὁ πόνος σας, ἐκεῖ καὶ ἡ παρηγοριά μου. Ὅπου ὁ ὅρκος σας, ἐκεῖ καὶ ἡ σκέπη μου.
— Καὶ ὅταν ἐπιστρέψετε, θὰ λάμπουν τὰ καντήλια μου ἀπὸ τὰ χέρια σας καὶ ἀπὸ τὴν εὐγνωμοσύνη σας.
Τὰ Εὐζωνάκια (ὡς χορὸς, μὲ φωνὴ ἀπὸ ἀνακούφιση καὶ φόβο):
Ἡ Σκιὰ τοῦ Πολέμου
Ἀκούγονται τύμπανα, μακρινοὶ πυροβολισμοί.
Ἡ γῆ μυρίζει καπνό.
Οἱ νέοι κοιτάζονται μεταξύ τους· ἡ παιδικὴ ἀθωότητα ἔχει φύγει.
Ἕνα Εὐζωνάκι (ὁ μεγαλύτερος, ὡς ἀδελφικὸς ἡγέτης):
— Ἀδέλφια…
ἡ θάλασσα μᾶς δοκίμασε στὸ σώμα.
Ὁ πόλεμος θὰ μᾶς δοκιμάσει στὴν ψυχή.
— Ἄν πέσουμε, νὰ πέσουμε ὅρθιοι. Ἄν ζήσουμε, νὰ ζήσουμε τίμιοι.
Ἡ Παναγία ὡς Στρατηγός
Ἕνα φῶς ἀπλώνεται ἀνάμεσα στὰ δέντρα.
Ἡ Παναγία ἐμφανίζεται ὄχι ὡς γλυκιά Μητέρα,
ἀλλὰ ὡς Ὑπέρμαχος Στρατηγός,
μὲ βλέμμα ποὺ διαπερνᾷ τὸν φόβο.
— Παιδιὰ μου…
ἡ θάλασσα σᾶς ἔμαθε νὰ μὴν φοβᾶστε τὸ βάθος.
Τώρα θὰ μάθετε νὰ μὴν φοβᾶστε τὸ σκοτάδι.
— Ὁ πόλεμος δὲν εἶναι ἡ ὀργή τῶν ἀνθρώπων·
εἶναι ἡ δοκιμασία τῆς καρδιᾶς.
— Ἡ Μάχη
Ἡ σκηνὴ γεμίζει ἀπὸ ἠχοὺς μάχης.
Οἱ νέοι ὁρμοῦν.
Ἡ Παναγία τοὺς σκεπάζει μὲ ἀόρατο μαφόρι.
Χορὸς Εὐζωνάκων (ἐν μέσω μάχης):
— Παναγιά μας, δὲν φοβόμαστε τὸ βόλι, δὲν φοβόμαστε τὴν πληγή. Φοβόμαστε μόνο νὰ μὴν φανοῦμε ἀνάξιοι
τῆς εὐχῆς σου.
Ἡ Θυσία καὶ Ἡ Λύτρωση
Ἕνα ἀπὸ τὰ εὐζωνάκια πέφτει. Οἱ ἄλλοι τρέχουν κοντά του. Ἡ Παναγία σκύβει, τὸν παίρνει στὰ χέρια της.
Τὸ Πληγωμένο Εὐζωνάκι (ψιθυριστά):
— Μάνα… δὲν φοβᾶμαι. Ἀπλῶς… δὲν πρόλαβα νὰ σ’ ἀσημώσω τὰ καντήλια.
Ἡ Παναγία (μὲ φωνὴ ποὺ ραγίζει τὸν κόσμο):
— Τὰ ἔχεις ἤδη ἀσημώσει, παιδί μου, μὲ τὸ αἷμα σου, μὲ τὴν πίστη σου, μὲ τὴν ἀλήθεια σου.
— Ἡ θυσία σου θὰ γίνει φῶς γιὰ τοὺς ἄλλους.
— Ἡ Ἐπιστροφή
Οἱ ἐπιζήσαντες γυρίζουν στὴν πατρίδα. Ἡ Παναγία τοὺς ἀκολουθεῖ ὡς σκιά φωτεινή.
Τὰ Εὐζωνάκια (ὡς χορὸς ἐπιστροφῆς):
— Παναγιά μας, σὲ δοξάζουμε. Ἡ θάλασσα δὲν μᾶς ἔπνιξε, ὁ πόλεμος δὲν μᾶς λύγισε. Ἡ χάρη σου
μᾶς κράτησε ὅρθιους.
Χορικὸ (ὡς ὕμνος)
«Ὑπεραγία Θεοτόκε, σκέπασον τοὺς νέους τοῦ Γένους· φώτισον τὴν ὁδὸν τους, γαλήνευσον τὴν θάλασσαν, καὶ φύλαξον τὴν καρδιὰν τους.» https://www.patris-hellas.gr/%CF%83%CF%84%CE%B7-%CE%BC%CE%BD
Περιοχή συνημμένων






